2η.Ἀνάλυσις τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κυριακῆς, Θ’ ΛΟΥΚΑ, (Ἄφρονος Πλουσίου) Λουκ. ιβ’ 16 – 21, ἀπό τό βιβλίον τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ» 1980. (Σελ. 417 – 419).

το έστειλε στο σπιτάκι ο κ.Ιωάννης Παναγιωτόπουλος

Ἡ ἄρνησι τοῦ Κυρίου νά λύσῃ τίς ὑλικές διαφορές δυό ἀδελφῶν σά νά ἦταν δικαστής ἤ μεριστής ταγμένος γιά τά συμφέροντα τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου, φέρνει ἐπί τάπητος τό θέμα, ἄν ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά καταπιάνονται μέ τέτοιες ὑποθέσεις. Οἱ φιλονεικίες πού γίνονται συνήθως μεταξύ ἀδελφῶν καί συγγενῶν καί πού, πολλές φορές, καταλήγουν ὄχι μόνον στά Δικαστήρια ἀλλά καί στά νεκροταφεῖα ἤ, ἔστω, καί στίς φυλακές, ἔχουν σάν αἰτία τήν πλεονεξία τῶν δυό ἀντιμαχομένων.

Ἐάν ἕνας Λειτουργός τῆς Ἐκκλησίας, ὡς πνευματικός ἄνθρωπος θελήσῃ νά ἐπέμβῃ εἰρηνικά καί συμφιλιωτικά μέ πνεῦμα εὐαγγελικῆς δικαιοκρισίας, πρέπει νά προσέξῃ πολύ. Πρέπει νά λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἡ συμφεροντολογία τῶν ἀντιμαχομένων εἶναι ἰσόβαθμος καί, προκειμένου περί ἀποδόσεως δικαιοσύνης, ὁ πνευματικός σύμβουλος μέ τή δικαιοκρισία του κάποιον θά δυσαρεστήσῃ καί, συνέπειαν, θά ὑποστῇ τήν κατάκρισιν καί θά ἀντιμετωπίσῃ τήν ἐχθρότητα τοῦ ἑνός, ὅταν ὁ εἷς αὐτός εἶναι ἴσως καίὁπερισσότερο ἀδικῶν καί πείσμων πού θά ἀμφισβητήσῃ τήν δικαιοκρισίαν τοῦ Ἱερέως τῆς Ἐνορίας του, φερ’ εἰπεῖν, παρά τό κῦρος καί τήν ἀντικειμενικότητα του. Άν θελήσῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, σάν καλός ποιμήν, σύμβουλος καί ὁδηγητής τοῦ ποιμνίου του, νά ἀναλάβῃ καί χρέη δικαστοῦ ἐπί ὑποθέσεων κληρονομιῶν – ὑλικῶν, ὀφείλει νά σταθμίσῃ τήν παρουσία του ἐκεῖ ὅπως καί τήν σκοπιμότητά της.

Σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις τό θέμα δέν ἐπιβάλλει σάν ὑποχρεωτικό καθῆκον τήν ἐπέμβασι ἑνός πνευματικοῦ προσώπου, καί ὅταν καλῆται ἀπό τό ἕνα μέλος τῶν διαδίκων πού διαφωνοῦν. Διαφέρει ὅμως τό πρᾶγμα ἄν θεωρῆται πρόσωπο κοινῆς ἐμπιστοσύνης. Τότε ὑπάρχει πιθανότης ἡ συμβουλή τοῦ προσφερομένου ἀνιδιοτελῶς καί φιλανθρώπως νά φέρῃ τούς καρπούς της, καρπούς δικαιοσύνης, καί οἱ ἀντιμαχόμενοι, ἀντί νά βρίζουν, νά εὐγνωμονοῦν. Αὐτό ὅμως σπανίζει. Πολλοί δέν προσέχουν αὐτή τή λεπτομέρεια εἴτε εἶναι ἱερεῖς, εἴτε εἶναι διδάσκαλοι, εἴτε ἁπλῶς μορφωμένοι, πνευματικοί ἄνθρωποι. Καί ἀπρόσκλητοι ἀκόμη συμβουλεύουν τό ἕνα καί τό ἄλλο μέ ἀποτέλεσμα νά γίνουν καί κοινωνικῶς μισητοί. Ὑπάρχουν μάλιστα καί μερικοί ἀπό τούς ἱερεῖς πού σκανδαλωδῶς τάσσονται μέ τήν πλευράν ἐκείνου πού γιά τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο λόγο συμπαθοῦν περισσότερο, πρᾶγμα πού πολύ τούς ζημιώνει. Κι’ ἄν ὑπό τύπον ἐξομολογήσεως προσέρχωνται οἱ ἐνδιαφερόμενοι καί ζητοῦν ἀπό τόν κληρικό – πνευματικό, συμβουλή, τότε ὑπάρχει ἡ περίπτωσι νά παρεξηγηθῇ ἡ γνώμη του καί νά δημιουργήσῃ προβλήματα. Ἔπειτα εἶναι γνωστή καί ἡ πονηρία κάτι τέτοιων τύπων «εξομολογουμένων» πού θέλουν νά ἐκμαιεύσουν ἀπό ἄνθρωπο τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνο πού προσωπικά καί ἄμεσα τούς συμφέρει. Καί ἄν μιά ἁπλῆ σύστασι στή σύζυγο νά πειθαρχῇ στό σύζυγό της ἐγείρει διαμαρτυρία γιά δῆθεν προσωποληψία, πόσῳ μᾶλλον ἕνας ἰδιοτελής πού γκρινιάζει μέ τόν ἀδελφό του γιά ὑλικά τιποτένια πράγματα; Ποιά θά εἶναι ἡ θέσι τοῦ συμβούλου Ἱερέως, καί ὅταν μέ συνείδησι καί φόβο Θεοῦ, καί, ἑπομένως, ἀντικειμενικά, κρίνῃ τήν ὑπόθεσι στήν προσπάθειά του νά δώσῃ τήν ὀρθοτέραν λύσι στίς διαφορές;

Ἡ ἐπίτευξι τοῦ ποθουμένου γιά τήν εἰρήνευσι δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τό σύμβουλο καί ὅταν αὐτός εἶναι πρόσωπο κύρους. Ὅταν ὁ ἄγνωστος τοῦ ὄχλου ἀπευθυνόμενος πρός τόν Ἰησοῦν τοῦ εἶπε: «Διδάσκαλε, εἰπέ τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι μετ’ ἐμοῦ τήν κληρονομίαν, ὁ Ἰησοῦς ἀπεποιήθη, εἴπαμε, ὡς ἁναρμόδιος νά κάμῃ τό δικαστή μεταξύ δύο ἀδελφῶν πού φιλονικοῦσαν γιά ὑλικά πράγματα, ἐπειδή διεῖδε ὅτι καί οἱ δυό ἦσαν πλεονέκτες. Τούς ἔδωσεν ὅμως τήν ἐλέγχουσαν σύστασι:«ὁρᾶτε καί φυλάσσεσθε ἀπό πάσης πλεονεξίας ὅτι οὔτε ἐν τῷ περισσεύειν τινί ἡ ζωή αὐτοῦ ἐστιν ἐκτῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ». Καί ἐποπτικώτατα τούς συνέθεσε τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου μέ τό κατάντημά του, ὥστε νά παραδειγματισθοῦν καί νά περιορισθοῦν στίς ἀπαραίτητες γιά τήν αὐτοσυντήρησι διατροφές καί τά σκεπάσματα. Α’ Τιμ. στ’ 6 – 10. Δέν ἐτάχθη ὁ Κύριος μέ τό μέρος τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου· δέν ἐδέχθη νά γίνῃ μεριστής καί δικαστής σέ τέτοιου εἴδους ὑποθέσεις. Ἐχτύπησε τό πάθος τῆς πλεονεξίας ὁπουδήποτε ἐφώλῃαζε καί δέν ὠνομάτισε τόν δίκαιον ἤ τόν ἄδικον. «Ὁρᾶτε καί φυλάσσεσθε ἀπό πάσης πλεονεξίας». Καί πλεονεξία ὑπάρχει ἐκεῖ πού δίδεται σημασία: στά ὑλικά συμφέροντα τά ὁποία προκαλοῦν ἀντεκδικήσεις καί συμφορές.

Ὁ χρυσούς, λοιπόν, κανών τῆς σκέψεως καί τῆς θέσεως ἔναντι τῶν διαπληκτιζόμενων γιά κληρονομικά συμφέροντα, εἶναι τοῦ Κυρίου τό παράδειγμα, Ἐκείνου ἡ θέσις, ἡ ὅλως ἀντικειμενική, καί ἀδιάβλητος. Ὁ καθένας νά κάμῃ τό δικαστή στόν ἑαυτό του ὁπότε καί θ’ ἀνακαλύψῃ καί τόν δαίμονα πού τόν σπρώχνει, ἄν ὄχι στό ἔγκλημα, ἀλλά στά δικαστήρια καί τό ἀδελφικό αἷμα κάνει πῦον καί ὄχι μονάχα νερό, κατά τήν λαϊκή παροιμία.

Εικόνα από: uapc.org.ua

για το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley