ΑΝΘΥΠΙΛΑΡΧΟΣ ΚΟΡΔΗΣΣπύρος Μελᾶς

(῾Η 5η Μεραρχία ὑπὸ τὸν συνταγματάρχην Ματθαιόπουλον κατὰ τὸν Βαλκανοτουρκικὸν πόλεμον, τὸν ᾽Οκτώβριον 1912, ἀφοῦ ἔδωκε νικηφόρον μάχην πρὸς τοὺς Τούρκους εἰς Λαζαράδες, κατήρχετο πρὸς τὸν Ἁλιάκμονα, ἵνα ζεύξη τοῦτον καὶ βαδίσῃ πρὸς τὴν Κοζάνην, διὰ ν᾽ ἀνακόψῃ τοῦ ἐχθροῦ τὴν ὑποχώρησιν ἤ παρεμποδίσῃ ἐπίθεσιν ἐχθρικῶν ἐκ Σόροβιτς κατερχομένων δυνάμεων).

᾽Ολίγον μετὰ τὸ μεσημέρι διετάχθησαν τὰ σώματα νὰ προχωρήσουν πρὸς τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ, ἀφοῦ εἶχεν, ἐννοεῖται, προηγηθῆ τὸ μηχανικὸν τῆς μεραρχίας καὶ ἀπεπειρᾶτο τὴν ζεῦξιν. ῾Η γέφυρα ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἀκριβῶς εἰς κάποιον πόρον εὑρισκόμενον ἐκεῖθεν τοῦ χωρίου Λαζαράδες.

Πρὸ τοῦ πόρου ὑπάρχει μιὰ γραφικωτάτη κοιλὰς μὲ δάσος ἀπὸ ὑπερύψηλα δένδρα, τοὺς κορμοὺς τῶν ὁποίων, ὅταν ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ἐθέριζαν οἱ πελέκεις τῶν γεφυροποιῶν καὶ τὰ κτυπήματά των ἀντηχοῦσαν ρυθμικὰ καὶ μονότονα.

Οἱ ὀλίγοι ἀξιωματικοὶ καὶ ὁπλῖται οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς τὴν ὄχθην, ἦσαν ἐκτάκτως συγκεκινημένοι. Πρὸ δύο λεπτῶν εἶχε πνιγῆ ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια των μαζὶ μὲ τρεῖς ἱππεῖς ὁ ἀνθυπίλαρχος Κορδῆς, ἕνας πρόθυμος καὶ θαρραλέος ἀξιωματικός, χωρὶς νὰ ἠμπορέσουν νὰ τοῦ δώσουν τὴν παραμικροτέραν βοήθειαν. ῾

Ο Κορδῆς τὴν προηγουμένην νύκτα, ἐπιχειρῶν τολμηρὰν ἀναγνώρισιν, εἶχε διαβῆ ἔφιππος τὸν πόρον, ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ κάμουν τὴν γέφυραν. ῎Ηθελε λοιπὸν νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἀναγνώρισιν καὶ τὴν ἑπομένην.

Δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὴν ραγδαίαν βροχὴν ἑνὸς ὁλοκλήρου ἡμερονυκτίου εἶχε πλημμυρίσει ὁ ποταμός, εἶχε φουσκώσει, καὶ ὁ πόρος δὲν ἦτο πλέον βατός.

Πραγματικῶς ἡ περίφημος Βίστριτσα, τὴν ὁποίαν εἴχαμεν ἐμπρός μας, ἦτο πολὺ ὠργισμένη.

Τὰ νερά της, δικαιολογοῦντα τελείως τ’ ὄνομα Καρὰ-σοῦ – μαῦρα νερά -, τὸ ὁποῖον τῆς ἔδωσαν οἱ Τοῦρκοι, ἐκόχλαζαν καὶ ἐβούιζαν μέσα εἰς τὴν πλατεῖαν τεναγώδη κοίτην, ὡσὰν μυριάδες τεράστια φίδια, ποὺ φευγουν ἀκράτητα, κυνηγημένα, δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποῖον μυθολογικὸν ἥρωα.

Ματαίως οἱ χωρικοὶ καὶ οἱ συνάδελφοί του συνέστησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὸν Κορδῆν νὰ προσέξῃ. ᾽Εσπηρούνισε τὸ ἄλογόν του καὶ ἐρρίφθη εἰς τὸν ποταμόν.

᾽Εκεῖ εἰς τὸν πόρον, ὅπου ἡ κοίτη γίνεται ὀλιγώτερον βαθεῖα καὶ εἶναι στρωμένη μὲ χαλίκια μεγάλα καὶ βράχους, τὰ φίδια ὑψώνονται, συστρέφονται. Γίνεται δίνη.

Μόλις ὁ ἀνθυπίλαρχος ἐπλησίασεν ἐκεῖ, αὐτὰ τὰ φίδια τὸν ἔζωσαν, τὸν περιεκύκλωσαν, τὸν ἥρπασαν ἀπὸ τὴν σέλαν τοῦ ἀλόγου του καὶ τὸν ἐφρούφησαν. Ἀπὸ τὴν ὄχθην δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ἰδοῦν παρὰ μόνον τὰ χέρια του, ποὺ ἐπάλαισαν δι’ ὀλίγα λεπτά.

Τὸ ἄλογον μὲ τὸν τράχηλον καμαρωτόν τὰ ρουθούνια κατακόκκινα, τὴν χαίτην ἀνεμιστὴν προσπαθοῦσε νὰ δαμάση τὴν ὁρμὴν τοῦ νεροῦ.

῎Εβγαζε διὰ μίαν στιγμὴν τὰ ποδάρια του ἀπὸ τὸν ποταμόν, ἐχρεμέτιζεν, ἐρρουθούνιζε καὶ προχωροῦσε μὲ αἰφνίδια κυλίματα ὡσὰν τὸ δελφίνι, μέχρις οὗ ἔφθασεν εἰς τὴν ἄλλην ὄχθην.

Οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἔμειναν δι’ ὀλίγα λεπτὰ σὰν ἀπολιθωμένοι. Δὲν ἤθελαν νὰ πιστεύουν ὅτι ἐχάθη ἕνα παλληκάρι ἔτσι γρήγορα, εἰς μίαν στιγμήν!

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
Χ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ -Θ.ΔΟΥΦΕΞΗ-Θ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ-Κ ΡΩΜΑΙΟΣ-ΣΤ.ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ
1969 

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

violet flower smiley