π. Κων. Ν. Καλλιανός

Μὲ περισσὴ κατάνυξη φορτίζει τὴ ζωή μας ὁ πανίερος Δεκαπενταύγουστος, ἀφοῦ ὀξυγονώνει τὴν ψυχή μας καὶ μὲ τὴν τρυφερὴ παρουσία τῆς Παναγίας Μητέρας φωτίζει καὶ συγυρίζει τὶς ἀραχνιασμένες της γωνιές.

Γιατὶ κάθε χρόνο, ὅταν εἰσοδεύσουν αὐτὲς οἱ φωτεινὲς καὶ πανευλόγητες ἡμέρες τοῦ ἱεροῦ Δεκαπενταυγούστου, γιὰ νὰ στολίσουν τὰ θερινὰ τ᾿ ἀπόβραδα, τὸ εἶναι ὁλόκληρο ἀναβαπτίζεται σὲ νάματα αἰσιοδοξίας καὶ γνησιότητας, ἀφοῦ αὐτὸ τὸ νόημα καὶ τὴν εὐλογία μᾶς κληροδοτεῖ ἡ Παναγία Μητέρα μας.

Νόημα σωτήριο, ποὺ μεταμορφώνει τὸν βίο μας καὶ τὸν ὑψώνει, ὡς προσευχή, μαζὶ μὲ τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα καὶ τὴν «δέησή μας τὴν πενιχράν».

Ἀλλιῶς δὲν προσεγγίζεις τὸ «τελευταῖον μυστήριον», ἂν δὲν ἐποπτεύσεις καὶ παράλληλα προσεγγίσεις, μὲ πενιχρὰν δέησιν καὶ μὲ δάκρυα χαρμολύπης, τὴν χαριτώνυμο Κλίνη ὅπου ἀναπαύεται ἡ Κυρία Θεοτόκος.

Γιατὶ τόσον αὐτή, ὅσον καὶ ὁ Τάφος Της, «Κλῖμαξ» γίνονται ποὺ σὲ ἀνεβάζουν σὲ Οὐράνια σκηνώματα, ἐκεῖ δηλαδή, ὅπου ἀναπαύονται οἱ ψυχὲς τῶν Δικαίων καὶ τῶν Ἁγίων: τῶν Κανόνων, δηλαδή, καὶ τῆς δικιᾶς μας βιοτῆς.

Δεκαπενταύγουστο… Μὲ μελτέμι ποὺ εὐωδιάζει ἁρμύρα, θυμίαμα, βασιλικὸ καὶ γιασεμί.

Δεκαπενταύγουστο μὲ τὴ Χάρη Της νὰ στέκει σιμά μας, ὅπως ἡ Μάνα μας σὲ ὧρες πυρετοῦ καὶ ἀνημπόριας.

Στέκει σιωπηλή, ὅπως ἐκείνη καὶ μαζεύει τὰ δάκρυα καὶ τοὺς στεναγμοὺς καὶ τοὺς μεταμορφώνει σὲ στοργὴ καὶ παραμυθία. Σὲ προσευχή, ἀδιάλειπτο προσευχή, γνήσια καρδιακή.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ Τὴν φωνάζουμε, ὅπως φωνάζουμε κι ἀναζητοῦμε τὴ Μάνα μας, σὲ κάθε στιγμὴ ποὺ ὁ κόμπος στὸ λαιμὸ καὶ στὴν ψυχὴ γίνεται ἀσφυχτικός, θανάσιμος.

«Παναγία μου…», «ὤχ, Μάνα μου…». Φωνάζουμε καὶ ζοῦμε τὴν ἀναζήτηση. Ὅπως καὶ βιώνουμε τὴν παρουσία Της. Καὶ τότε, κάτι ἀλαφρώνει μέσα μας.

Δεκαπενταύγουστο… Μὲ τὰ «νέφη τῶν λυπηρῶν» νὰ προσπαθοῦν, ὄχι μονάχα νὰ καλύψουν, ἀλλὰ νὰ καταποντίσουν τὴν καρδία μας. Νέφη ἀβάσταχτου πόνου καὶ θλίψεων.

Καὶ τότε ἔρχονται στὰ χείλη οἱ στίχοι ἐκεῖνοι οἱ λυτρωτικοί: «ἀλλ᾿ ἐκ τούτων προφθάσασα σῶσον με»… Τί ἄλλο νὰ πεῖς, τί ἄλλο νὰ σκεφθεῖς, νὰ ἐμβιώσεις;

«Διάσωσον ἀπό κινδύνους τοὺς δούλους Σου, Θεοτόκε…» λές, καὶ περιμένεις. Περιμένεις μὲ ὑπομονή… «Ὑπομένων ὑπέμεινα τόν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι…» ( Ψαλμ. 39, 2) , λέμε…

Καὶ ποτὲ δὲν πάει χαμένη μιὰ τέτοια ἀναμονή. Ἀρκεῖ νὰ προσφέρεται μὲ «στεναγμὸν καὶ δάκρυα», παναπεῖ μὲ εἰλικρίνεια. Ἔτσι δὲν εἶναι; 

 Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ
Ἔτος ιδ’- Τεῦχος 156-157 – Αὔγουστος – Σεπτέμβριος 2015 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley