Ανάλυση του Απόστολου της Κυριακής Η’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, (Α’ Κορ.1, 10-17), από το βιβλίο του μακαριστού Επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ».

το έστειλε στο σπιτάκι ο κ.Ιωάννης Παναγιωτόπουλος

«Μεμέρισται ο Χριστός; μή Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; »
(Α’ Κορ. 1, 10-17)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Παύλος, αγαπητοί μου, ο απόστολος Παύλος γράφει στους χριστιανούς της Κορίνθου. Ήταν δέ τότε η Κόρινθος μιά από τίς πιο μεγάλες πόλεις τού κόσμου. Χτισμένη κοντά στη θάλασσα, στον περίφημο Ισθμό, είχε εξελιχθή σ’ ένα σπουδαίο ναυτικό και εμπορικό κέντρο της Μεσογείου. Χιλιάδες καράβια έρχονταν κ’ έφευγαν απ’ το λιμάνι της. Οι κάτοικοι ζούσαν με πολυτέλεια και ασωτία. Διεφθαρμένες γυναίκες κοπάδια. Είχαν ως κατοικία ένα ναό, τον περιβόητο ναό της Αφροδίτης, που οι Έλληνες ειδωλολάτρες είχαν χτίσει για να τιμήσουν την αισχρά θεότητα.

Φιλόσοφοι και ρήτορες έρχονταν εκεί απ’ τη γειτονική πόλι, την Αθήνα, και με πληρωμή δίδασκαν τους νέους την πονηριά και την ψευτιά. Έτσι στην πόλι μαζεύτηκε πολλή κοπριά. Πορνεία, μοιχεία, ασωτία, πολυτέλεια και κάθε άλλη κακία, αυτή ήταν η κοπριά, πού ήξερε ο σατανάς να τη σκεπάζη με χρυσόχαρτο, με τις ψευτοφιλοσοφίες των αρχαίων, για να μη φαίνεται η ασχήμια της.

Στην Κόρινθο ήταν άγνωστος ο Χριστός. Άλλ’ ήρθαν και σ’ αυτήν οι κήρυκες του ευαγγελίου. Ήρθε και ο Παύλος. Ο Παύλος έμεινε ενάμισυ χρόνο. Με φλογερή καρδιά κήρυξε και κάλεσε τους ανθρώπους να πιστέψουν στον Εσταυρωμένο. Το κήρυγμά του έφερε λαμπρά αποτελέσματα. Άνθρωποι, πού μέχρι χτές ήταν βουτηγμένοι στην πιο μεγάλη διαφθορά, βγήκαν από το βούρκο αυτό, πίστεψαν, βαπτίστηκαν και έγιναν χριστιανοί. Ήταν αυτό ένα από τά πιο συγκινητικά θεάματα πού παρουσίασε η δύναμις του χριστιανισμού. Με τα κηρύγματα του αποστόλου Παύλου, όπως και άλλων αποστόλων και κηρύκων του ευαγγελίου, σχηματίσθηκε η πρώτη εκκλησία στην Κόρινθο. Αυτή η εκκλησία δεν είχε κανένα ναό, γιατί οι ειδωλολάτρες όχι μόνο δεν επέτρεπαν να χτίσουν οι χριστιανοί ναούς, αλλά και δεν τους άφηναν ούτε να συγκεντρωθούν δημόσια. Όσοι πίστευαν στο Χριστό, κρυφά από τους ειδωλολάτρες μαζεύονταν σε ωρισμένα σπίτια χριστιανών κ’ εκεί προσεύχονταν και τελούσαν το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Ήταν δε όλοι οι χριστιανοί εκείνοι ενωμένοι στο όνομα του Χριστού. Ήταν μια μεγάλη οικογένεια, πού όλα τα μέλη της συνδέονταν με την πίστι και την αγάπη του Χριστού.

Ενωμένη ήταν η εκκλησία της Κορίνθου. Χαρά του Παύλου, λύπη των δαιμόνων. Γιατί τίποτε άλλο δεν μισεί ο σατανάς τόσο όσο να βλέπη τους χριστιανούς να είναι ενωμένοι κι αγαπημένοι. Γι’ αυτό και προσπάθησε ο σατανάς να διαιρέση την εκκλησία της Κορίνθου. Και προς στιγμήν το κατώρθωσε. Έλληνες ήταν οι περισσότεροι χριστιανοί της Κορίνθου. Οι δε Έλληνες έχουν ένα φοβερό κληρονομικό ελάττωμα, τη διχόνοια. Οι Έλληνες δύσκολα συμφωνούν. Και αν συμφωνήσουν, η συμφωνία τους δεν διαρκεί πολύ. Ο καθένας, υπερήφανος και εγωιστής, σηκώνει τη σημαία, επαναστατεί κατά της πνευματικής ηγεσίας. Έτσι φύτρωσαν μέσα στην Κόρινθο θρησκευτικά κόμματα. Οι λίγοι χριστιανοί διαιρέθηκαν. Άλλοι έκαναν αρχηγό τους τον Παύλο• άλλοι τον Απολλώ, που ήταν ένας δυνατός ρήτορας• άλλοι τον Πέτρο, που ήταν ο πιο γνωστός απόστολος και μαθητής του Κυρίου. Όχι! φωνάζει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους. Αυτό που κάνετε, να διαιρήτε την Εκκλησία σε διάφορα κόμματα, δεν είναι σωστό. Ούτε εγώ ούτε ο Πέτρος ούτε ο Απολλώς ήρθαμε στην πόλι σας για να προβάλουμε τον εαυτό μας και να ζητήσουμε τιμές και δόξες. Τι είμαστ’ εμείς; Ότι έχετε, απ’ το Χριστό το έχετε. Ο Χριστός είναι το πάν. Ο Χριστός δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν. Ο Χριστός έπλασε τον άνθρωπο. Ο Χριστός δίνει στον άνθρωπο ότι χρειάζεται για να ζήση. Το νερό, το φώς, ο αέρας δικά του είνε. Όλα είνε δικά του. Λίγα λεπτά της ώρας να παύψη ο Χριστός να ενδιαφέρεται, πως θα μπορέση ο άνθρωπος να ζήση;……

Αλλ’ ο Παύλος αφήνει αυτές τις υλικές ευεργεσίες του Χριστού και έρχεται να υπενθυμίση στους Κορινθίους την πιο τρανή απ’ όλες τις ευεργεσίες, που θα διαλαλή σ’ όλους τους αιώνας, ότι κανένας άλλος δεν αγάπησε τόσο τον άνθρωπο όσο ο Χριστός. Και η ευεργεσία αυτή, πού δεν υπάρχει μέτρο να μετρηθή και ζυγαριά να ζυγιστή, είνε, ότι ο Χριστός σταυρώθηκε και έχυσε το τίμιό του αίμα γι’ αυτόν.

Ναι, ο σταυρός είνε η πιο τρανή απόδειξι της θεικής αγάπης. Χωρίς τη θυσία που πρόσφερε ο Χριστός πάνω στο σταυρό, κανένας δεν θα μπορούσε να σωθή. Αυτό βέβαια δεν το αισθάνονται οι πιο πολλοί χριστιανοί. Και γι’ αυτό μένουν αδιάφοροι όταν ακούνε ότι ο Χριστός σταυρώθηκε. Οι μικρές ευεργεσίες, που τους κάνουν οι άνθρωποι,τους συγκινούν. Αν π.χ. ένας αρρωστήση και κινδυνεύη να πεθάνη, κ’ είνε ανάγκη να του γίνη μετάγγισι αίματος, και βρεθή άνθρωπος και δώση αίμα, ο άρρωστος αισθάνεται βαθειά την ευγνωμοσύνη• και αν γίνη καλά και σηκωθή απ’ το κρεβάτι, δημοσιεύει στις εφημερίδες θερμό ευχαριστήριο.

Αλλ’ αυτό που έκανε ο Χριστός, ν’ ανοίξη τις φλέβες του και να μεταγγίση το άγιό του αίμα μέσα στην άρρωστη και ετοιμοθάνατη από τις αμαρτίες ανθρωπότητα, δυστυχώς πολλοί δεν το αισθάνονται. Το αίμα του Χριστού δεν λαλεί μεσ’ στις καρδιές τους. Ο σταυρός δεν τους συγκινεί. Μένουν αδιάφοροι.

Και όμως χωρίς το σταυρό, χωρίς το αίμα του Θεανθρώπου που χύθηκε πάνω στο φρικτό Γολγοθά, Εκκλησία δεν θα υπήρχε. Υπάρχει Εκκλησία, επειδή θυσιάστηκε ο Χριστός. Υπάρχει Εκκλησία επειδή, κάθε φορά πού χτυπάει η καμπάνα και μαζεύονται οι χριστιανοί, αυτή η θυσία του Χριστού επαναλαμβάνεται και το τίμιο αίμα του Χριστού κατά μυστηριώδη τρόπο προσφέρεται στους χριστιανούς «εις άφεσιν αμαρτιών και είς ζωήν αιώνιον».

Ο Παύλος, θέλοντας να χτυπήση τη διαίρεσι των χριστιανών και να τους ενώση, σαν το πιο δυνατό επιχείρημα αναφέρει το σταυρό. Ποιός, ερωτά, σταυρώθηκε; Ποιος, έχυσε το αίμα του; Ποιο αίμα στάθηκε ικανό να ξεπλύνη τις αμαρτίες όλου του κόσμου; Χίλιοι Παύλοι, χίλιοι Απολλώ, χίλιοι Πέτροι να ‘χυναν το αίμα τους, δεν θα μπορούσαν να σβήσουν ούτε μιά αμαρτία. Γιατί όλοι ανεξαιρέτως είνε άνθρωποι αμαρτωλοί, και έχουν ανάγκη από συγχώρησι και λύτρωσι.

Ένας μας σώζει, ένας μας λυτρώνει, ο Χριστός. Όλοι οι άλλοι, που κηρύττουμε το Χριστό, δεν είμαστε τίποτε μπροστά του. Δούλοι του είμαστε, υπηρέτες του είμαστε. Γιατί λοιπόν υπερηφανευόμαστε και καυχιώμαστε; Γιατί διαιρούμε την Εκκλησία και προβάλλουμε τον εαυτό μας και θέλουμε να στήσουμε το «εγώ» μέσα στην Εκκλησία του Χριστού; Άχ αυτά τα «εγώ» κομματιάζουν την Εκκλησία!

Αυτά τα «εγώ» πρέπει να σβήσουν. Μόνο όταν τα μικρά και τα μεγάλα «εγώ» υποταχθούν στο θέλημα του Ενός, εκείνου δηλαδή που με το τίμιό του αίμα ίδρυσε την Εκκλησία, μόνο τότε θα εξαφανιστούν όλα τα σχίσματα και όλες οι διαιρέσεις, και τότε η Εκκλησία ενωμένη θα προβάλη λαμπρή σαν τον ήλιο, χωρίς σύννεφα και χωρίς σκιές.

Εικόνα από: soborna

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements