Νικηφόρος Βρεττάκος

Δάκρυσε ο λαός, γονάτισαν όλοι, προσευχήθηκαν οι Ιερείς, έλαμψαν τα καντήλια μπροστά στις χρυσοντυμένες άγιες εικόνες, άστραψε το άγιο Δισκοπότηρο, ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό όλων, η Πόλη όλη έκλαιγε, η Πόλη όλη ήταν στο Γολγοθά, ένοιωθε τη θυσία του Χριστού, πλημμύρισε τις καρδιές η αγάπη για τον Πλάστη, έπεσε στις ψυχές κάθε εμπόδιο, έλιωσε κάθε απιστία, κάηκε από τον ποταμό των καυτών δακρύων κάθε ασέβεια!

«Συγχώρεσέ με Κύριε», ψιθύρισε με φόβο και δέος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο Κωνσταντίνος ΙΑ’, «Συγχώρεσέ με, και δώσε μου ανδρείο τέλος». Δύο σταγόνες κύλησαν στο μάγουλό του καθώς έκλεινε μέσα του τον ίδιο τον Βασιλέα των βασιλέων.

Και από πίσω του όλοι οι αξιωματικοί και οι αξιωματούχοι, όλος ο λαός, ένα αμέτρητο πλήθος, με άπειρη συγκίνηση και περισσή ευλάβεια,  Μεταλάμβανε των Αχράντων Μυστηρίων, λαμβάνοντας αληθώς Σώμα και αληθώς Αίμα του εσφαγμένου Αρνίου, του Σωτήρα Χριστού.

Στην τελευταία Μεταλαβιά· το ύστατο «Μετά Φόβου»· τη νύχτα της 28ης Μαΐου, στην Αγία του Θεού Σοφία, την ώρα που έξω, πέρα, στο τουρκικό στρατόπεδο, γινόταν οι τελευταίες προετοιμασίες για την τελική επίθεση, ο τελευταίος φανατισμός για ελεύθερη λεηλασία της σπουδαιότερης, λαμπρότερης και ανίκητης πόλης του κόσμου. Της Πρωτεύουσας του Ελληνισμού και της Χριστιανοσύνης!

Τρίτη 29 Μαΐου 1453 μ.Χ.. Δεν είχε ακόμα ξημερώσει, όταν οι άπιστοι ουρλιάζοντας σα δαιμονισμένοι, ρίχτηκαν και πάλι στους ελάχιστους υπερασπιστές, που αναγκάζονταν να είναι διασπαρμένοι σε όλο το μήκος των τειχών, γιατί οι επιθέσεις εκδηλωνόταν ή μπορούσαν να εκδηλωθούν οπουδήποτε.

Οι γενίτσαροι παρακολουθούσαν ποιος Τούρκος στρατιώτης θα πισωγυρίσει και ορμούσαν και τον έσφαζαν μπροστά στους άλλους, ώστε περισσότερο φόβο να έχουν οι Τούρκοι πίσω, παρά εμπρός!

Όμως οι λίγοι γενναίοι Έλληνες και Φιλέλληνες, με τον Ιουστινιάνη πρωτοστράτoρα και μπροστάρη τον ίδιο τον Παλαιολόγο, αμύνονταν με ηρωισμό τέτοιο, που δεν έχει όμοιό του στην Ιστορία των λαών.

Δεν παλεύανε οι Έλληνες με στρατό, αλλά με θηρία φανατισμένα. Και η αντιστοιχία ήταν 1 δικός μας με 35 Τούρκους και Γενίτσαρους! Και βαστούσαμε 58 ημέρες τώρα, θαύμα στ΄ αλήθεια, θαύμα!

Πανηγύρισαν οι πολιορκημένοι! Είχαν αποκρούσει την πρώτη επίθεση με επιτυχία! Μα ήδη ξεκινούσε δεύτερο κύμα με αλαλαγμούς φοβερούς και σκληράδα θανάτου!

Μα ενίσχυση μεγάλη για τους υπερασπιστές σε αυτές τις στιγμές ήταν οι δυναμικοί και φιλικοί ήχοι από τις καμπάνες των Εκκλησιών μας, που δεν έπαυαν να ηχούν και να ενισχύουν τους υπερασπιστές, τους γίγαντες αυτούς που κανείς δεν έχει τιμήσει ίσα με σήμερα όπως τους πρέπει!

Ένα μνημείο (=μνήμη) δεν έχει στηθεί για τη θυσία τους!..

Πλατάγισαν στο αμυδρό φως οι χρυσοκίτρινες σημαίες με το Δικέφαλο αετό στα κάστρα και τους πύργους της Αυτοκρατορίας! Είχαμε πάρει πάλι τη νίκη!

Αλλά ήταν ασταμάτητοι οι εχθροί. Και ρίχνονταν τρίτη φορά τώρα με την κύρια δύναμή τους στο πιο
αδύνατο 
όπως πάντα σημείο των τειχών. Την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, δίπλα στην κοιλάδα του ποταμού Λύκου!

Τώρα ο Μεχμέτης έστελνε ξεκούραστους, τις ειδικές του δυνάμεις, τον επίλεκτο στρατό με συνοδεία δέκα χιλιάδων Γενιτσάρων. Δεν σταμάτησαν τούτη τη φορά. Σύννεφο σκέπασε με τις σαγίτες τα κάστρα, για να μη ξεμυτίσει κεφάλι ρωμέικο, ώστε να στηρίξουν οι άπιστοι σκάλες στα τειχιά και να φτάσουν απάνω.

Και τόσο ούρλιαζαν και φώναζαν το όνομα του Αντιχρίστου Αλλάχ και του προφήτη του θηρίου, του Μωάμεθ, που είχαν ξεκουφάνει τελείως τους υπερασπιστές, οι οποίοι είχαν όμως βάλσαμο στην καρδιά τους το γλυκύ όνομα του Χριστού …

«Κρατάτε αδερφοί μου! Υποχωρούν», φώναξε γεμάτος χαρά ο βασιλιάς μας και είδαν όλοι ότι ξεψύχησε η δύναμη και η φωνή των Αγαρηνών και γέμισε δύναμη η ψυχή τους.

Μα δεν πρόλαβαν να χαρούν πολύ.

«Τον Ιουστινιάνη! Χτυπήσαν τον Ιουστινιάνη» φώναξε κάποιος καθώς ο αρχηγός της άμυνας, ο μόνος ξένος που φιλοτιμήθηκε να έρθει να βοηθήσει την Πόλη των Χριστιανών, διπλωνόταν στα δύο, κάνοντας μεγάλη προσπάθεια να μη φωνάξει από τον πόνο, να σταθεί όσο μπορούσε, αλλά δεν μπορούσε!

«Βασιλέα, γρήγορα το κλειδί της πόρτας» ψιθύρισε στον Κωνσταντίνο που έτρεξε σιμά του. «Πεθαίνω».

-«Όχι, τώρα γενναίε Ιουστινιάνη. Σε παρακαλώ, μείνε εδώ, αν φύγεις…». «Πεθαίνω». Λιγοψύχησαν οι δικοί του, οι ηρωικοί πολεμιστές του Ιουστινιάνη, βλέποντας τον αρχηγό τους βαριά λαβωμένο και πήγαν να τον ακολουθήσουν.

Αυτό ήταν. Χαλάρωσε η άμυνα, στην οποία κάθε πέτρα, κάθε κεραμίδι βυζαντινό, κάθε στρατιώτης,
έπαιζε σημαντικότατο ρόλο! Και Θεέ μου! Θεέ μου!

Από μια πόρτα, από την Κερκόπορτα είχαν μπει λίγοι Τούρκοι και σήκωσαν μία και μοναδική σημαία απάνω στα τειχιά μας! Ουρλιαχτά ακούστηκαν, ενός πανικού, που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε, αν έμενε στη θέση του ο Ιουστινιάνη, αν δε λαβωνόταν, αν, αν…

Με τη δύναμη όλων των γενεών των Ελλήνων ρίχτηκε στη μάχη τώρα ο ίδιος ο τελευταίος βασιλέας μας. Σήκωνε το σπαθί του και όταν το κατέβαζε απλώνονταν σωρός οι Τούρκοι, που βλέποντας πως κάτι συνέβαινε ξανατρέξαν με καινούργια ορμή στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί που πολεμούσε σαν το λιοντάρι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος! Στο πιο αδύναμο μέρος της άμυνας! …

«Εάλωωω! Η Πόλις εάλωωωω»! …

Γύρισε κατάκοπος το κεφάλι του ο Kωνσταντίνος. Ήταν πια ολομόναχος! Όλοι σχεδόν γύρω του είχαν πέσει σαν ήρωες! Ως Έλληνες!

Η Αλωση στην συνείδηση των Ελλήνων δεν έγινε ποτέ, γιατί, όπως λέει ο ποιητής:

Οὐκ ἑάλω ἡ Βασιλεύουσα ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων!
Ἀπολιόρκητη ὅταν πολιορκεῖσαι καὶ ὅταν συλλαβαίνεσαι
ἀσύλληπτη.
Κι ὅταν κουστωδίες σὲ πᾶνε καὶ σὲ φέρνουνε
στὰ πραιτώρια.
Κι ὅταν δένεσαι πάνω σὲ πασσάλους καὶ μαστιγώνεσαι.
Κι ὅταν δένεσαι πίσω ἀπὸ ἄλογα κι ἄρματα καὶ σέρνεσαι
βάφοντας κόκκινη τὴν ὁδὸ πρὸς τὸν Ἅδη.
Κι ὅταν ἐνταφιάζεσαι, δὲν μένεις ἐκεῖ, παρὰ μόνο
γιὰ μιά, γιὰ δυό, τὸ πολὺ γιὰ τέσσερες νύχτες.
Ὁπότε «ὄρθρου βαθέος» γιομίζεις τὸ φῶς μὲ πίδακες
τῆς Ἀνάστασης!
Οὐκ ἑάλω ἡ Ρίζα! Οὐκ ἑάλω τὸ Φῶς!
Ἐνυπάρχει στὸ φῶς ἡ ψυχή σου, στὴ ρίζα τὸ σῶμα σου!

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

ΔΙΑΚΟΝΙΑ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΑΜΠΕΡΙΑΣ ΧΑΝΙΩΝ
ΜΑΪΟΣ 2013  -ΕΤΟΣ 13ο – ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 652 

Εικόνα από: artstation

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley