Φωτογραφία τῆς Nellie’s

Τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ Βατοπαιδινοῦ

Γέρο-Ἀγαθάγγελος

Ἄλλον γέροντα μέτοχον τοῦ θείου φόβου καὶ ἐργάτην τῆς ἀρετῆς γνήσιον, μᾶς περιέγραψαν τὸν μακαριστὸν ΓέροἈγαθάγγελον, τὸν παλαιόν, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν θάνατόν του προέβλεψεν ἀκριβέστατα.

Ὁ γέρων αὐτὸς εἶχε φιλίαν μὲ τὸν ἐπίσης εὐλαβέστατον Γέρο-Μελέτιον, ὁ ὁποῖος ἔζησεν εἰς τὴν καλύβην τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου· ἐνάρετος καὶ αὐτὸς μὲ πλήρη φόβον Θεοῦ, ἐτίμησεν ἐπα
ξίως τὴν μοναχικὴν κλῆσιν καὶ ἰδιότητα, εἰς ὅλην του τὴν ζωήν.

Κάποτε διά τινα ἀσήμαντον αἰτίαν ἐμειώθη ἡ μεταξύ των φιλία καὶ στενὴ ἐπαφή, δι’ ἀρκετὸν δὲ διάστημα δὲν ἐδείκνυον τὸν πρῶτον ζῆλον τῆς τόσης μεταξύ των πνευματικῆς ἀγάπης.

Μίαν ἡμέραν μετὰ τὸ γεῦμα ἐκάλεσε τὸν ὑποτακτικόν του ὁ Γέρο-Ἀγαθάγγελος καὶ τοῦ λέγει: «Ἄφησε, παιδί μου, τὴν ἐργασίαν σου καὶ πήγαινε φώναξε τὸν Γέρο-Μελέτιον νὰ ἔλθη νὰ τὸν ἰδῶ νὰ συγχωρηθῶμεν διότι θὰ πεθάνω σήμερα».

Ὄντως ὑπῆγεν ὁ ὑποτακτικός, κατὰ τὸν λόγον τοῦ γέροντός του καὶ ἐκάλεσε τὸν Γέρο-Μελέτιον, ὁ ὁποῖος ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ συνάντηση τὸν γέροντα. Ἀφοῦ ἀντήλλαξαν τὸν ἐν Χριστῷ ἀσπασμόν, χαρούμενοι ὡμίλησαν ἐπ’ ἀρκετόν, γεφυρώνοντες οὕτω τὸ μικρὸν χάσμα τοῦ παρελθόντος.

Ὅταν ἐξῆλθε ὁ Γέρο-Μελέτιος διὰ νὰ φύγη, εὗρε εἰς τὸν κῆπον τὸν μαθητὴν τοῦ γέροντος καὶ τοῦ λέγει ἐπιτακτικῶς: «Ἄφησε, παιδί μου, τὴν ἐργασίαν σου καὶ πήγαινε στὸν γέροντά σου νὰ πάρης τὴν εὐχήν του, διότι φεύγει καὶ ἂν ἀργήσης δὲν θὰ τὸν προλάβης».

Ὄντως ἐπῆγεν ὁ ὑποτακτικὸς καὶ μόλις τοῦ ἔδωκε τὴν εὐχὴν καὶ τὴν συγχώρησιν ὁ γέρων, χαμογελῶν εἶπε: «Φεύγω, παιδί μου, στὸν Χριστόν μας ποὺ πόθησα ἀπὸ τὴν νεαράν μου ἡλικίαν καὶ πρόσεχε τὴν ζωήν σου, νὰ ἔχης πάντοτε τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ».

Μετὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν συμβουλὴν πρὸς τὸν μαθητήν του, παρέδωκεν ἐν εἰρήνῃ τὸ πνεῦμα του εἰς τὸν Κύριον, ὡς ἀκριβῶς εἶχε προβλέψει. Ἔμενον δὲ αὐτοὶ οἱ μακάριοι εἰς τὴν μικρὰν  ἄνευ  ναϋδρίου καλύβην, ἄνωθεν τῆς πηγῆς τοῦ Ἰακώβου.

Ὁ Γέρων Ἀρτέμιος ὁ Νεοσκητιώτης

Ἄλλος ἀστὴρ παμφαέστατος εἰς τὸν χορὸν τῶν ἁγίων πατέρων καὶ πάσης ἀγαθῆς μνείας ἄξιος εἶναι ὁ μακάριος γέρων Ἀρτέμιος, ἐκ τῆς καλύβης τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων πεπροικισμένος μετὰ νηπτικῆς ἀθωότητος καὶ συνεχιστὴς τῆς ἀκριβοῦς πατερικῆς παραδόσεως.

Μαζὶ μὲ τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου του εἶχε καὶ πολλὴν ὑπομονήν, ἰδίως εἰς τὸν ἕνα ἐκ τῶν δύο του  ὑποτακτικῶν, ὁ ὁποῖος ἠμέλει τῶν μοναχικῶν του καθηκόντων καὶ τὸν ἐστενοχώρει μὲ τὰ θελήματά του καὶ τὰς ἀπροσεξίας του.

Πολλὰ ἐξετίμα ὁ ἀείμνηστος τὴν ἐγκράτειαν καὶ μετήρχετο αὐτὴν μέχρι τοῦ βαθυτάτου του γήρατος καὶ ἐξετέλει μετὰ ἀκριβείας τὰ κοπιαστικώτερά του καθήκοντα, πάρ’ ὅλην τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν σωματικῶν του δυνάμεων.

Ὡς ἐνεθυμοῦντο οἱ πατέρες, ἠγρύπνει καὶ προσηύχετο κατὰ μόνας πολλά, καὶ πάντοτε ἐνήστευε ἕως τῆς ἐνάτης. Ὅταν μετέβαινεν εἰς τὸ ὄρος διὰ ξύλα καὶ ἐπέστρεφεν ἀργά, κατάκοπος ἀπὸ τὴν δίψαν καὶ τὸν ἱδρώτα, δὲν ἐλάμβανε τίποτε διὰ νὰ ἀνακουφισθῆ, οὔτε ἄλλην παρηγορίαν ἐδέχετο πρὶν ἀναγνώση ὅλον τὸν τύπον τῆς ἀκολουθίας του, κατὰ τὸ διὰ βίου καθημερινόν του πρόγραμμα.

Ἀπὸ τοὺς δύο μαθητάς του, ὁ μεγαλύτερος ἔφυγεν εἰς τὴν Σκήτιν τῆς Ἁγίας Ἄννης· ἡ δὲ αἰτία τῆς φυγῆς ἦτο μᾶλλον ἡ δυστροπία τοῦ νεωτέρου παραδελφοῦ. Αὐτὸς ὁ π. Ἀντώνιος, ὅπως ὠνομάζετο, ἤρχετο κατὰ καιροὺς καὶ ἔβλεπε τὸν γέροντά του.

Κάποτε ὅμως ποὺ ἦλθε δὲν εὗρε τὸν νεώτερον Γαβριὴλ εἰς τὴν καλύβην καὶ ἠρώτησε τὸν γέροντα, ποῦ εἶχε ὑπάγει.

«Λείπει, παιδί μου, τοῦ εἶπεν εἰς τὴν Συκιάν, ἀπέναντι εἰς τὴν Σιθωνία εἶναι, καὶ σὲ παρακαλῶ μὴ φύγης ἐσὺ ἀπὸ πλησίον μου, διὰ νὰ βοηθήσης εἰς τὴν ταφήν μου, διότι αὔριον θὰ ἀποθάνω. Δὲν ἠθέλησα νὰ εἶναι ὁ Γαβριὴλ εἰς τὸν θάνατόν μου καὶ ηὐχήθην περὶ τούτου καὶ πιστεύω ὅτι δὲν θὰ εἶναι».

Αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ σχολιασθοῦν δυσμενῶς ὡς κακότης τοῦ γέροντος. Δὲν ἔχει οὕτως ἡ ὑπόθεσις, διότι οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι πάντοτε κινοῦνται ἀπὸ πληροφορίαν τῆς Θείας Χάριτος, ποῖος εἶναι ἄξιος ἢ μὴ νὰ κληρονομήση τὴν εὐλογίαν διότι ἡ Θεία Χάρις τὰ πάντα σαφῶς καὶ δικαίως ρυθμίζει, ὅπως καὶ εἰς τὸν Ἠσαῦ δὲν ἐπέτρεψε νὰ λάβη τὴν εὐλογίαν ὡς ἀνάξιον.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἀδιαθέτησεν ὁ γέρων καὶ εἰδοποίησε τοὺς πατέρας τῆς Σκήτεως νὰ ἔλθουν πλησίον του. Ἐζήτησε συγχώρησιν καὶ ἔδωκε καὶ αὐτὸς καὶ τοὺς ἀπέλυσε, κρατήσας πλησίον του μόνον τὸν
μαθητήν του Ἀντώνιον.

Τὸ βράδυ ἔμεινε μόνος του ὁ γέρων εἰς τὸ δωμάτιόν του καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἀντώνιον: «Μεῖνε καὶ σὺ στὸ δικό σου δωμάτιον καὶ ὅταν σὲ χρειασθῶ θὰ σὲ φωνάξω».

Κατὰ τὸ μεσονύκτιον ἤκουσε ὁ μαθητὴς κτύπον εἰς τὴν θύραν του καὶ μία φωνὴν νὰ τοῦ λέγη:

«Πήγαινε σύντομα στὸν γέροντα, διότι δὲν θὰ τὸν προλάβης».

Ἔσπευσεν ἀμέσως καὶ εὗρε τὸν γέροντα μόλις τελειωθέντα. Τὴν ἑπομένην συνήχθησαν πάλιν οἱ πατέρες τῆς Σκήτεως διὰ τὴν κηδείαν καὶ ἀνησύχησαν διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ μαθητοῦ του Γαβριήλ, καὶ παρετήρουν μετ’ ἀγωνίας τὴν θάλασσαν, μήπως καὶ φανῆ νὰ ἔρχεται ἀπὸ ἀπέναντι διὰ νὰ καθυστερήσουν ὀλίγον τὴν ταφήν.

Ὄντως ἐφάνη πλοιάριον ἐρχόμενον κατ’ εὐθείαν εἰς τὴν Σκήτιν καὶ διεπίστωσαν ὅτι ἦτο αὐτὸ μὲ τὸν π. Γαβριήλ. Μόλις ὅμως ἐπλησίασε καὶ διεκρίνετο καλῶς, εἰς ὀλίγον δὲ θὰ ἔφθανεν εἰς τὸν ἀρσανὰν τῆς Σκήτεως, ἠγέρθη ἐνάντιος σφοδρὸς ἄνεμος καὶ ἠνάγκασε τὴν βάρκα νὰ γυρίση πάλιν ὀπίσω εἰς τὸ χωρίον.

Τότε ὁ π. Ἀντώνιος εἶπεν εἰς τοὺς πατέρας τί τοῦ εἶπεν ὁ γέρων πρὶν κοιμηθῆ, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ὁ π. Γαβριὴλ εἰς τὴν κηδείαν του, καὶ ἐθαύμασαν τὴν πρόγνωσιν τοῦ γέροντος καὶ τὴν μοίραν τῶν παρηκόων καὶ ἀπειθῶν, οἱ ὁποῖοι ὑστεροῦν τὸν ἑαυτόν των ἀπὸ τὴν εὐλογίαν τῶν Γερόντων καὶ τὸν  μισθὸν τῆς ὑπακοῆς.

Φωτογραφία τοῦ Daniel Baud-Bovy καὶ Fred. Boissonnas, 1936

Ὁ Γέρων Γαβριὴλ ὁ Νεοσκητιώτης

Ἄλλος ἐνάρετος καὶ εὐλαβὴς γέρων εἰς τὴν Ἱερὰν αὐτὴν Σκήτιν ἦτο ὁ γέρων Γαβριήλ, ἀντάξιος τῆς θείας σκέπης καὶ προνοίας. Οὗτος ἔζησεν εἰς τὴν πλησίον τοῦ Κυριακοῦ καλύβην τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἐπιμελητὴς  ἀκριβέστατος τῆς πνευματικῆς ἐργασίας τῆς νήψεως.

Τὸν μακάριον αὐτὸν γέροντα ὑποπτεύθη κάποιος κακοποιὸς ὅτι θὰ εἶχε χρήματα καὶ παραμόνευε κάθε νύκτα κεκρυμμένος εἰς τὴν αὐλήν, διὰ νὰ ἐξέλθη ὁ γέρων καὶ νὰ τοῦ ἐπιτεθῆ ἀπαιτῶν τὸν θησαυρόν.

Ὅπως ὅμως ἐδιηγήθη ἀκολούθως ὁ κακοποιός, παρέμεινε παρακολουθῶν τὸν γέροντα ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας καὶ δὲν ἀντελήφθη καμμίαν του κίνησιν, ὁπότε ἀπελπισθεὶς ἠθέλησε νὰ διαπίστωση ἐὰν  ὄντως ὁ γέρων ἀπουσίαζε. Ἔκρουσε τότε τὴν θύραν τῆς καλύβης.

Ὁ γέρων ἀμέσως τοῦ ἤνοιξε, τὸν ἐκάλεσε νὰ εἰσέλθη καὶ τὸν ἠρώτησεν ἀπὸ ποῦ εἶναι καὶ τί ζητεῖ. Ὁ κακοποιός, ἀφοῦ ἐκοίταξεν ὀλίγον τὸν γέροντα, τὸν ἠρώτησεν ἂν ἀπουσίαζε καὶ πόσον.

Ὁ γέρων τοῦ ἀπήντησε μὲ τὴν φυσικὴν ἁπλότητά του ὅτι οὔτε ἀπουσίαζεν οὔτε εἶχε συνήθειαν νὰ φεύγη ἀπὸ τὴν καλύβην του. Μένων εἰς ἀπορίαν ὁ ξένος τὸν ἐρωτᾶ πάλιν:

– «Οὔτε ἔξω βγαίνεις, γέροντα, στὴν αὐλή σου;»

– «Δυστυχῶς συχνὰ βγαίνω, παιδί μου, διότι τὸ ἀποχωρητήριόν μου εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβην καὶ παρ’ ὅλον ποὺ κρυώνω τὸν χειμώνα εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ βγαίνω καὶ μάλιστα  λόγῳ τοῦ γήρατός μου συχνά», καὶ τοῦ ἔδειξεν ἀφοῦ ἦταν ἀντίκρυ, ἀπὸ τὸ ἀνοικτὸ μέρος, τὸν  τόπον εἰς τὸν ὁποῖον ἐπήγαινε.

Τότε εἶδε ὁ κακόβουλος ἐπισκέπτης ὅτι πλησίον τοῦ τόπου ὅπου ἐκρύπτετο ἦτο τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον ὁ γέρων ἐσύχναζε καὶ ὅμως εἰς ὅλον τὸ ἑπταήμερον ποτὲ δὲν τὸν ἀντελήφθη.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξέπληξε καὶ συνέτριψε ταυτοχρόνως τὴν σκληρὰν καρδίαν τοῦ ληστοῦ καὶ συγκεκινημένος ὡμολόγησε μετὰ δακρύων εἰς τὸν γέροντα τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἰδιότητά του, ζητῶν συγχώρησιν.

Ὁ καλοκάγαθος γέρων εὐχαριστῶν καὶ δοξάζων τὴν σκέπουσαν πρόνοιαν τῆς Κυρίας Θεοτόκου, μιμούμενος τὸν ἀγαθόν του Δεσπότην, συνεχώρησε τὸν κακοποιὸν καὶ τὸν ἐνουθέτησεν εἰς τὸν  δρόμον τῆς ἀληθοῦς μετανοίας, διὰ τὴν σωτηρίαν του.

Τόσον δὲ πολὺ ἐπέδρασε τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ληστοῦ ὥστε δὲν ἠθέλησε νὰ φύγη πλέον εἰς τὸν κόσμον, ἀλλὰ παρέμεινε καὶ ὑπετάχθη εἰς τὸν γέροντα καὶ ἠξιώθη τοῦ μοναχικοῦ σχήματος, ἀγωνιζόμενος εἰς τὸν στίβον τῆς μετανοίας· ὅπου καὶ ἐτελειώθη ἐν Κυρίῳ ὡς δόκιμος μοναχός. 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ὁσίων Μορφῶν Ἀναμνήσεις, Ψυχωφελῆ Βατοπαιδινὰ 4, ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου Ἁγίου Ὄρους.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 23ο – Τεῦχος 248 – Μάἱος 2013 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements