Όταν στίς 8 Μαΐου 1821, μέ τήν ανατολή τού ηλίου, φάνηκαν από μακρυά τά στρατεύματα τού  Ομέρ Βρυώνη, οι καπετάνιοι έκαναν συμβούλιο γιά νά καθορίσουν πού θά κτυπήσουν τόν πασά μέ τούς Τουρκαλβανούς του.

Κάθισαν κάτω από μία μεγάλη βελανιδιά πού βρισκόταν έξω από τό χάνι. Η πρόταση γιά νά ταμπουρωθούν στό γεφύρι τής Χαϊνίτσας απορρίφθηκε. Προτάθηκε τότε νά πιάσουν τίς γύρω ορεινές πλαγιές βάζοντας στή μέση τόν εχθρό πού θά περνούσε από τόν δρόμο γιά τά Σάλωνα.

Ο Ανδρούτσος, καθισμένος κι αυτός μέ τούς άλλους κάτω από τή βελανιδιά, παρακολουθούσε αμίλητος, τάχα αδιάφορος, καπνίζοντας τό τσιμπούκι του. Τό βλέμμα του ήταν καρφωμένο μπροστά.

Μέσα στό μυαλό του δούλευε τό παράτολμο σχέδιο πού είχε συλλάβει. Ενώ οι άλλοι συζητούσαν πού θά πιάσει ο καθένας, τούς έκοψε απότομα καί κοιτάζοντας πρός τούς Δυοβουνιώτη καί Πανουργιά, τούς είπε:

– «Εδώ στό χάνι θά πολεμήσουμε. Ποιός θά κλειστεί μέσα;».

Κανείς δέν αποκρίθηκε. Οι γεροαρματολοί δέν αντέκρουσαν τήν πρόταση, αλλά, γιά νά μή θεωρηθούν κιοτήδες, δικαιολογήθηκαν τάχα ότι τούς έλειπαν τά πολεμοφόδια. Ο Ανδρούτσος πετάχτηκε όρθιος καί φώναξε:

– «Ορέ, δέ βρίσκονται μέσα εδώ εκατό παλληκάρια ν’ ακριβοπληρώσουμε τό αίμα μας;».

Δέν πρόλαβε νά τελειώσει καί μέσα από τούς στρατιώτες του ακούστηκε μία βροντερή φωνή.

– «Εγώ, καπετάνιε!»

Ένα σεμνό παλληκάρι βρέθηκε πλάι του. Ήταν ο Θανάσης Σεφέρης. Αμέσως μετά τή φωνή τού Σεφέρη ακούστηκαν σάν ηχώ καί οι φωνές άλλων παλληκαριών.

– «Καί εγώ, κι εγώ, κι εγώ!».

Ο Οδυσσέας, δίνοντας τό αριστερό του χέρι στόν Σεφέρη καί γυρίζοντας στούς υπόλοιπους άνδρες του είπε:

– «Ε, παιδιά, όποιος θέλει νά ‘ρθει μαζί μου νά πιαστεί στό χορό.»

Έβγαλε τότε από τό σελάχι του τό μαντήλι, τό ανέμισε μέ τό δεξί του χέρι καί άρχισε νά σέρνει τόν χορό:

.»Κάτου στου Βάλτου τά χωριά
Ξηρόμερο καί Άγραφα
στά πέντε βιλαέτια.
Βάλτε μπρέ νά πιούμ’ αδέρφια!»
.

Ένας ένας τά παλληκάρια άρχισαν νά πιάνονται στό χορό. Ο Θανάσης Σεφέρης, ο Καπλάνης, ο Γοβγίνας από τήν Λίμνη Ευβοίας, ο Γκούρας, ο Μαμούρης από τή Δρέμισα, ο Παπανδρέας από τήν Κοκοβίστα, ο Ζυγούρης, ο Μπουτούνης, ο Γιάννης Βλαχόπουλος, ο Αναστάσης Μάρος, ο Κόμνας Τράκας καί ο Παπανικόλας από τήν Αγόριανη, ο Βουτούνης, ο Καπογιώργος από τό Ξηρόμερο, ο Κλίμακας από τήν Ήπειρο, ο Ζαφείρης από τά Επτάνησα, ο Στάθης Κατσικόγιαννης από τή Βόνιτσα, ο Πετούνης, ο Γεραντώνης, ο Γερογιάννης από τά Σάλωνα, ο Χατζάρας από τό Ναύπλιο, ο Κουρκουμέλης από τήν Κεφαλλονιά, ο Νικόλας Κίρκος καί ο Γιάννης Μητρόπουλος μέ τριάντα ακόμα Γαλαξειδιώτες, ο Δήμος Φράγκου από τούς Δελφούς, ο Κοντοσόπουλος από τή Λοκρίδα. ήταν μερικοί από τούς 117 πού έπιασαν τό χορό.

Ανάμεσά τους ήταν ο πιστός φίλος του Ανδρούτσου, ο Τούρκος Μουσταφά Γκίκας. Αυτός ακολούθησε σάν τό πιστό σκυλί τόν Οδυσσέα μέχρι τόν θάνατό του. Έπειτα συνέχισε νά πολεμά γιά τήν ανεξαρτησία τής Ελλάδος μέχρι πού πέθανε μέ τό βαθμό τού λοχαγού.

Μάχη της Γραβιάς. Το Χάνι (πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου), από: paletaart – Χρώμα & Φώς

Πηγή:agiasofia

Εικόνα: «O Οδυσσέας Ανδρούτσος»λιθογραφία του Adam Friedel (1825), από:wikimedia.commons

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements