Ἀφάνεια, Ἀφιλαρχία, Ἀκτημοσύνη, Πτωχεία, Ἐλεημοσύνη

Τῆς Μοναχῆς Εὐφημίας, Καθηγουμένης Ἱ. Μ. Παναχράντου Κερκύρας 

Οἱ ἀρετές του ἦταν κατεξοχὴν μοναχικές, γι’ αὐτὸ καὶ καλύτερα μποροῦν νὰ μιλοῦν γι’ αὐτὲς ἔμπειροι Ἁγιορεῖτες Γέροντες. Εἶχε πεῖ ὁ ὅσιος Γέρων Παΐσιος τῆς Παναγούδας, ποὺ πολὺ τὸν ἀγάπησε:

«Ὁ Πολύκαρπος Κερκύρας, ταπεινός, πολὺ ταπεινός. Περισσότερο κι ἀπ’ ὅσο ἔπρεπε».

Μαρτυρεῖ σήμερα ὁ πολυσέβαστος καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενοφῶντος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀρχιμανδρίτης π. Ἀλέξιος:

«Οἱ ἐπισκέψεις Του στὸν ἱερὸ Ἄθωνα, στὸ βουνὸ τῆς Παναγίας μας, καὶ στὴν Μονή μας ἄφηναν πάντοτε εὐλογία καὶ τὴ φωτεινὴ λάμψη τῆς ἀγαθῆς ἀναστροφῆς Του.

Τὴν εἰκόνα τοῦ Καλόγηρου-Ἐπισκόπου τὴν διακρίναμε κάθε φορὰ ποὺ ἀπρόσμενα τὸν βλέπαμε στὶς αὐλές μας· ἀπροειδοποίητα καὶ ἁπλά, σὰν ἕνας ταπεινὸς προσκυνητὴς κατέβαινε στὸν ἀρσανά.

Ἀπέριττος καὶ ἁπλός, μὲ πνεῦμα μαθητείας, ἀγάπης καὶ σεμνότητος ἐρχόταν ἀνάμεσά μας. Προσκυνοῦσε τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια μὲ βαθειὰ πίστη καὶ εὐλάβεια, ἀντλοῦσε καὶ ἀπὸ τὸν πλέον ἀφανῆ Μοναχὸ τὸ πνευματικὸ νέκταρ ποὺ ποθοῦσε.

Ἐπιθυμοῦσε νὰ προσεγγίσει τὸ μυστήριο τῆς Μοναχικῆς πολιτείας καὶ νὰ ἀδολεσχήσει στὸ μυστικὸ κάλλος Του, νὰ ἀποκτήσει γνώσεις πρὸς Θεογνωσίαν ἁρμόδιες.

– Γέροντα, μοῦ εἶπε σκάποια στιγμὴ ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς πατέρες τῆς Μονῆς μας, ποιός παπὰς εἶναι αὐτὸς ποὺ φιλοξενοῦμε σήμερα; Ἀπὸ ποῦ μᾶς ἦρθε;

– Δὲν εἶναι παπάς, παππούλη μου· Δεσπότης εἶναι!

– Πῶ πῶ! Γέροντα, ἁμάρτησα σήμερα, μοῦ φίλησε τὸ χέρι, ἐμένα τὸν ἐλεεινό, ὁλόκληρος Δεσπότης!

Πῶ πῶ! τί νὰ κάνω, Γέροντά μου; ρωτοῦσε θορυβημένος ὁ πατὴρ Γρηγόριος. Θὰ πάω νὰ βάλω μετάνοια καὶ νὰ τοῦ ζητήσω συγχώρηση!

Ἡ κατάληξη; Νὰ τοῦ ξαναφιλήσει τὸ χέρι του ὁ Δεσπότης τῆς ἁπλότητος!
Ἄκουγε μὲ προσοχὴ κάθε λόγο ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὰ χείλη τῶν Πατέρων. Ὅπως ἡ διψασμένη ἔλαφος, ζητοῦσε ὕδωρ ζωῆς αὐτὸς ποὺ διέθετε ἀείρροες πηγὲς ὕδατος ζῶντος.

Μαθήτευε, γιατὶ τὸ φρόνημά Του ἦταν πάντοτε ταπεινὸ καὶ γνήσια Πατερικό. «Ὑπακοὴ ἔχε πρὸς πάντας», προτρέπει ἡ Ἐκκλησία στὸν Μοναχό· καὶ ἐπειδὴ ὁ Γέρων Πολύκαρπος ἦταν Ἐπίσκοπος μὲν ἀλλὰ Καλόγηρος, βίωνε μέσα Του τὸ μυστήριο τῆς ὑπακοῆς, τῆς παρθενίας καὶ τῆς ἀκτημοσύνης.

Τὸ τρίπτυχο αὐτὸ τῶν Μοναχικῶν ἀρετῶν μᾶς κληροδότησε ὁ ταπεινὸς καὶ ἡσύχιος ἀλλὰ καὶ δημιουργικὸς καὶ πνευματοκίνητος Ἀρχιερέας τοῦ Ὑψίστου, ὁ μακαριστὸς Γέρων Πολύκαρπος, τῶν Κερκυραίων Ποιμένας καλὸς καὶ τῆς ἀγάπης ἡ καιομένη λαμπάδα. Ἃς μᾶς συνοδεύει ἡ ἁγία Του εὐχή. Ἀμήν».

Κάνεις δὲν τὸν ἄκουσε ποτὲ νὰ καυχιέται γιὰ μία σκέψη καὶ μία γνώμη ποὺ τὴν εἶχε πρὶν ἀπὸ κάποιον ἄλλο. Ἔλεγε:

– Τί σημασία ἔχουν ὅλα αὐτά; Ἡ πραγματικὴ δόξα εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν προσφορὰ καὶ τὴ θυσία. Ὅσο πιὸ πολὺ κανεὶς ἀφανίζει τὸν ἑαυτό του, τόσο πιὸ πολὺ ἐκτιμᾶται.

Ποιός θὰ ἐπιδιώξει μεγαλύτερη προσφορά, ποιός θὰ ὑπηρετήσει τοὺς ἄλλους περισσότερο; Ἔτσι τὸν θέλει τὸν πιστὸ Χριστιανὸ ὁ Κύριος.

Κρατώντας αὐτὸ τὸ τυπικὸ τοῦ Κυρίου, κρατοῦσε πάντα καὶ τοὺς σωματικοὺς κόπους, περιβεβλημένος τὴν ἀφάνεια.

«Μαθητὴς τῆς Γ΄ Λυκείου ἀπὸ τὴν Ἀλεξανδρούπολη βρέθηκα μὲ σχολικὴ ἐκδρομὴ στὴν Κέρκυρα. Κάποιος καθηγητής μου φεύγοντας μοῦ σύστησε νὰ μὴ χάσω τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσω στὴν   Κέρκυρα τὸ Δεσπότη.

Ξέφυγα ἀπὸ τοὺς συμμαθητές μου καὶ πῆγα στὸ μητροπολιτικὸ οἴκημα. Χτύπησα τὴν πόρτα. Μοῦ ἄνοιξε ἕνας κακοντυμένος παπὰς ποὺ σφουγγάριζε ἐκείνη τὴν ὥρα τὶς σκάλες. Τοῦ εἶπα πὼς θέλω τὸ Δεσπότη.

Ἀπάντησε: – Κάθισε, δὲ θ’ ἀργήσει. Καὶ συνέχισε τὸ σφουγγάρισμα. Σὲ λίγο ἦρθε συγυρισμένος κάπως καὶ μοῦ λέει:

– Λοιπόν, ποιόν εἶπες ὅτι θέλεις;

– Τὸ Δεσπότη.

– Δὲ σοῦ κάνω ἐγώ;»


[…] Παροιμιώδης ἦταν ὁ λιτὸς τρόπος ζωῆς του καὶ ἡ πτωχεία του. Τὰ χρήματα ἀπὸ τὸ μισθό του τὰ διέθετε γιὰ τοὺς ἄλλους.

«Τὸ μισθό του συνήθως τὸν μοίραζε πρὶν προφθάσει νὰ τὸν εἰσπράξει, σὲ ὅποιον νόμιζε ὅτι τὸν εἶχε ἀνάγκη, τὰ δῶρα ποὺ τοῦ ἔστελναν, ὡς ἐλάχιστη ἀνταμοιβὴ γιὰ τὴ συνεχῆ παρουσία του σὲ χαρούμενες καὶ πένθιμες στιγμὲς τοῦ ποιμνίου του, τὰ ἐξαργύρωνε γιὰ νὰ προσφέρει τὸ ἀντίτιμό τους, μαζὶ μὲ πολλὲς δωρεὲς ποὺ δεχόταν, στὸ οἰκοτροφεῖο καὶ στὰ μαθητικὰ συσσίτια ποὺ συντηροῦσε».

«Δὲν πῆρε ποτὲ μισθὸ στὰ χέρια του. Ποτὲ δὲν ἔνιωσε ὅτι αὐτὸς ὁ μισθὸς τοῦ ἀνήκει. Ξέρει ὁ πάπα-Γιάννης ὁ Καββαδίας ποὺ τὸν εἶχε στὰ οἰκονομικά.

Τὶς ἐφημερίδες ποὺ παρακολουθοῦσε καὶ τὰ τρόφιμα ποὺ ἦταν γιὰ κανένα τραπέζι ποὺ θὰ ἔκανε δὲν τὰ χρέωνε ποτὲ στὸ γραφεῖο.

Ποτὲ δὲ ζήτησε ποσοστὰ ἀπὸ ἄδειες γάμου οὔτε ἀπὸ ἐνορίες γιὰ τὴν παράστασή του σὲ πανηγύρι.

Συχνὰ πλήρωνε καὶ τὴ βενζίνη τοῦ αὐτοκινήτου, γιατὶ τότε ὄντως δὲν εἶχε ἡ Μητρόπολη. Γιὰ νὰ ἀποσπάσει κάτι ἀπὸ τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα γιὰ τὸ συσσίτιο, παρακαλοῦσε».

«Λίγους μῆνες μετὰ τὴν ἐνθρόνισή του νοσηλεύθηκε ἐπὶ δεκαήμερο στὴν κλινικὴ τῶν κληρικῶν στὰ Κάτω Πατήσια Ἀθηνῶν, ὅπου τὸν συντρόφευε σχεδὸν συνεχῶς ὁ μετέπειτα σεβασμιώτατος Λαρίσης.

Στὸ Γραφεῖο τῆς Κλινικῆς, ἔμεινε σχεδὸν ἄφωνος, ὅταν διεπίστωσε ὅτι τὰ χρήματα ποὺ διέθετε δὲν ἐπαρκοῦσαν γιὰ τὴν ἐξόφληση τῶν νοσηλείων του. Δὲν φανταζόταν κἂν ὅτι τοὺς Μητροπολίτες τοὺς ἐπεβάρυνε ἡ κλινικὴ τόσο δυσανάλογα. Ἀνήσυχος ἐπέστρεψε στὸ δωμάτιο νὰ τὸ πεῖ στὸν π. Θεολόγο.

Καὶ ἐκεῖνος ἀντέδρασε:

– Σοῦ ἔχω πεῖ νὰ μὴν τὰ δίνεις ὅλα, νὰ κρατᾶς καὶ σὺ λίγα γιὰ ὥρα ἀνάγκης. Χθὲς ἔδωσες καὶ δέκα χιλιάδες σὲ κείνη τὴ γριούλα. Τώρα τί θὰ κάνουμε ποὺ δὲν ἐπαρκοῦν οὔτε τὰ δικά μου γιὰ νὰ ἐξοφλήσουμε;

Τελικά, τακτοποίησε τὸ θέμα συγγενής του. Τοὺς πῆρε μάλιστα στὸ ἐξοχικὸ μικρὸ σπιτάκι του στὸ Σούνιο, μέχρι νὰ ἀναρρώσει ὁ Πολύκαρπος. Παρουσιάστηκαν ἐκεῖ ὡς ἁπλοὶ καλόγεροι.

Οἱ ὀλίγοι γείτονες καὶ μόνιμοι κάτοικοι, π.χ. ὁ κύρ-Μανώλης Βαμβακούσης, φούρναρης Σουνίου, μὲ τὴν οἰκογένειά του, οἱ ἀδελφοὶ Βαγγέλης καὶ Νίκος Ἀσημάκηδες καὶ ἄλλοι, γοητεύθηκαν ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν δύο σοφῶν, ὅπως τοὺς ἀποκαλοῦσαν, καὶ ἀξέχαστων καλο-
γήρων».

Ὁ ὁδηγὸς τῆς Μητρόπολης μαρτυρεῖ, ἐπίσης, πὼς τὸν πῆγε κάποτε στὸ ἀεροδρόμιο, ἀλλὰ τελικὰ δὲν ταξίδευσε.

Εἶδε ὅτι δὲν εἶχε χρήματα γιὰ τὸ εἰσιτήριο. Ταξίδευε στὴν ἀνάγκη μὲ λεωφορεῖο, πράγμα ἀσυνήθιστο γιὰ ἐπίσκοπο, ἀλλὰ ποὺ ἐπιβεβαιώνεται συχνὰ ἀπὸ πολλούς:

«Εἶχε ἔρθει νὰ κάνει τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν Κεφαλονιά. Ἔκανε Ἑσπερινοὺς διπλοὺς καὶ τριπλοὺς καὶ ἔφυγε μὲ κακοκαιρία πολὺ μεγάλη νὰ πάει στὴν Κέρκυρα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος καὶ πέρασε ἀπὸ Λευκάδα.

Μὲ λεωφορεῖο πήγαινε. Καὶ ἔπαθε βλάβη τὸ λεωφορεῖο. Δεσπότης, ποῦ νὰ πάει ὁ καημένος νὰ διανυκτερεύσει; Καὶ πῆγε στὸν Λευκάδος, πού, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος, ἦταν ἀδελφὸς τῆς Μονῆς Φανερωμένης. Ἄλλος ποὺ δὲν ἔχει δραχμή! Τί ἄνθρωποι ἦταν αὐτοί!

Χτύπαγε τὴν πόρτα καὶ δὲν τοῦ ἄνοιγε.

– Ποιός εἶσαι; Ἐγὼ εἶμαι καλόγερος· δὲν ἀνοίγω τέτοια ὥρα, λέει ὁ Νικηφόρος.

Ὁ Πολύκαρπος ἦταν πειραχτήρι καὶ ἀπάντησε:

– Ναυαγός, ἄνοιξέ μου. Ναυαγός τις Πολύκαρπος!»

Ὅταν ἀποκτοῦσε κάτι καινούριο προσωπικό, προερχόταν ἀπὸ δωρεά.

«Κάποτε τοῦ χάρισαν ἕνα κομμάτι ὕφασμα γιὰ παντελόνι καὶ μοῦ τὸ ἔδωσε νὰ τὸ πάω στὸ ράφτη μου, γιὰ νὰ τοῦ τὸ φτιάξει, ἐκεῖνος ὅμως ἤθελε γιὰ μέτρο ἕνα ἄλλο παντελόνι καί, ὅταν μοῦ τὸ ἔδωσε γιὰ νὰ τὸ πάω, εἶδα ὅτι ἦταν κυριολεκτικὰ χιλιομπαλωμένο. Ἀλλὰ καὶ στὴν τροφή του ἦταν λιτός.

Στὴ μνήμη μου ἔχει μείνει, σὲ περιόδους ποὺ ἔμενε μόνος του στὴ Μητρόπολη, τὸ μακαροτσίνι ποὺ ἦταν βρασμένο σκέτο μὲ λίγη ντομάτα καὶ ποὺ γιὰ μέρες ζέσταινε λίγο ἀπὸ τὸ ἴδιο γιὰ νὰ φάει».

«Μιὰ μέρα πήγαινα στὴ δουλειὰ καί, ὅπως ἀνέβαινα τὸ καντούνι, εἶδα μία γριὰ γυναίκα ἔξω ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα τοῦ Δεσπότη. Δυὸ χέρια τῆς πρόσφερναν μιὰ κατσαρόλα. Ἄκουσα ποὺ τῆς εἶπε νὰ τὴν πάρει καὶ νὰ τὴ φέρει ἄπλυτη.

Τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε στὸ συσσίτιο καὶ εἶπε:

– Τί νοστιμιὲς μαγειρεύετε ἐδῶ; Καὶ δοκίμασε μιὰ πηρουνιά. Δὲν ξέρω ἂν ὁ ἴδιος εἶχε φαγητὸ ἢ δὲν εἶχε.

«Ἃν καὶ ὡς μοναχοπαίδι εὐκατάστατης οἰκογενείας θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι συνηθισμένος σὲ κάποια αὐτάρκεια τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἦταν ἕνας ἀσκητὴς Ἐπίσκοπος. Λιτός, λιτότατος –γιὰ νὰ μὴν ποῦμε πένης– στὸ φαγητό, στὰ ροῦχα του, στὶς προσωπικές του ἀνάγκες. Τὶς πρῶτες δυό-τρεῖς ἡμέρες τοῦ μηνὸς κάτι εἶχε γιὰ νὰ κινηθεῖ.

Λίγο μετὰ ὅλα τὰ χρήματα εἶχαν δρομολογηθεῖ στὸν προορισμό τους. Συχνά, ἂν ἤθελε νὰ πάει μιὰ ἐπίσκεψη σ’ ἕναν ἄρρωστο, μοῦ ἔλεγε:

– Πάρε ἕνα κουτὶ γλυκά, βάλε μέσα καὶ ἕνα φάκελο μὲ τόσα χρήματα, στεῖλε μου καὶ ἕνα ταξὶ πληρωμένο καὶ γράφε τί ξοδεύεις, γιὰ νὰ σὲ πληρώσω τὴν πρώτη τοῦ ἄλλου μηνός.

Ἀκόμη καὶ ἐλεημοσύνη ἂν χρειαζόταν νὰ κάνει ἀπρόσμενα, συχνὰ ἀπὸ πνευματικά του παιδιὰ ζητοῦσε, γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ».

«Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ χειροτονηθεῖ Μητροπολίτης, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του σκέφθηκαν νὰ τοῦ δωρήσουν ἕνα ἐγκόλπιο μὲ ἀδαμαντοκόλλητο σταυρό. Στὸ σχετικὸ ὑπαινιγμό τους, γιὰ νὰ μὴν τοὺς περιφρονήσει, τοὺς ζήτησε ἀντ’ αὐτοῦ τὴν Πατρολογία τοῦ Migne».

«Κάποτε κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία, ἐνῷ ἦταν γονατισμένος ἐμπρὸς εἰς τὴν Ἁγία Τράπεζα, ὁ συλλειτουργὸς ἱερεὺς εἶδε ὅτι τὰ παπούτσια τοῦ Δεσπότη ἦταν τελείως φθαρμένα. Τοῦ εἶπε, λοιπόν, ὅταν τελείωσαν, ὅτι δὲν ἦταν κατάσταση αὐτή.

Πείστηκε μετὰ δυσκολίας καὶ ἔστειλε χωρὶς ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον νὰ τοῦ φέρουν ἕνα ζεῦγος παπουτσιῶν. Ὅταν ἦλθε ὁ διάκος καὶ τοῦ τὰ ἔδειξε λέγοντας καὶ τὴν τιμὴ (στοίχιζαν τότε 7.000 δρχ.), ἔγινε ἔξω φρενῶν καὶ εἶπε:

–Καλύτερα νὰ βάλω μία δυὸ στρώσεις ἑκατοστάρικα ἀντὶ γιὰ σόλες, παρὰ νὰ ξοδεύσω τόσα χρήματα γιὰ καινούρια. Καὶ τὰ ἔστειλε πίσω».

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλὲς φορὲς φίλοι καὶ πνευματικά του παιδιὰ τοῦ χάρισαν παπούτσια. Τά ’δινε ἀμέσως στὸν πρῶτο δυσκολεμένο ποὺ συναντοῦσε.

Μαρτυρεῖ καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ πήγαιναν ἐλεύθερα τότε στὴ Μητρόπολη, σήμερα ἀστυνομικὸς στὴν Τεχεράνη:

«Τὸ Δεσποτικὸ δὲν εἶχε πόρτες κλειστές. Μπαινοβγαίναμε κι ἀπὸ τὴν ἐμπρὸς καὶ ἀπὸ τὴν πίσω. Τὸν βλέπαμε μὲ χαλασμένες παντόφλες, μὲ μεγάλα μπαλώματα […] Ἦταν πατέρας ὅλων μας. Ξέρω ἀρκετοὺς ποὺ τοὺς σπούδαζε ὁ ἴδιος».

Τὸ οἴκημα τῆς Μητρόπολης ἦταν πολὺ παλαιὸ κι ὁ Πολύκαρπος δὲν εἶχε νὰ διαθέσει τίποτε γιὰ τὴ συντήρησή του. Τὸ ΄84 οἱ σοβάδες τοῦ ταβανιοῦ στὸν κοιτώνα του ἔπεσαν ξαφνικὰ καὶ θὰ εἶχε ὁ ἴδιος σκοτωθεῖ, ἂν δὲν εἶχε οἰκονομήσει ὁ Κύριος νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ ἐκεῖ ἕνα λεπτὸ νωρίτερα.

Ἀπὸ τὴν Ἱ. Μονὴ Παλαιοκαστρίτσας, ἡ ὁποία γενναιόδωρα τοῦ εἶχε παραχωρήσει καὶ κάποιο ἀπὸ τὰ ἐνοίκια ποὺ λάβαινε, γιὰ νὰ συμπληρώνει τὶς προσφορές του πρὸς τοὺς ἀναγκεμένους, ζήτησε ταπεινὰ τὸ Φεβρουάριο τοῦ ΄84 νὰ τοῦ παραχωρήσει ἕνα ποσὸ γιὰ τὴν ἐπιδιόρθωση τοῦ κτηρίου, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε μετὰ τὴν κοίμησή του.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Πνευματικὴ Πατρότης καὶ Ὁλοκαύτωση, ἐκδ. Ἱ. Μ. Παντοκράτορος, Κέρκυρα.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 24ο – Τεῦχος 256 – Φεβρουάριος 2014 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements