Μ’ ἀκούεις Θεέ; Μ’ ἀκούεις;
Ποῦ εἶσαι; Κατέβα χαμηλά… Πάρε με ἀπό τό χέρι…

Δέν ἔμεινε μέρος ἀτρύπητο καί στά δυό μου χέρια… Ἀναγκάζομαι νά ξαναμπήγω τή βελόνα στό ἴδιο μέρος….

Πρόλαβε, Θεέ, τώρα πού, στερημένη ἀναγκαστικά ἀπό τή δόση, πάλεψα μέχρι θανάτου… Τί φρίκη πού ἔχει ὁ θάνατος…

Εἶδα τά μάτια του… Τόν εἶδα μόνη κι ἀβοήθητη, πεταμένη στό παγκάκι ἑνός πάρκου, γιά μέρες….

Ἀηδία… Σάν σκέφτομαι τήν πρωτινή ζωή καί τήν κατάντια μου… Καταραμένη ἡ ὥρα πού βρέθηκε  μπροστά μου ὁ Ἄλκης….

Πῶς μ’ αὐτά, τά ἄλλοτε στιβαρά χέρια, κρατοῦσα στήν ἀγκαλιά τόν μικρό μου ἀδελφό, τόν Δημήτρη μας….
Ἐγώ ὅμως ποτέ δέν γνώρισα ἀγκαλιά τῆς μάνας… οὔτε χάδι.

Μαθήτρια τῆς Γ΄ Λυκείου, ζωηρή μά πεντακάθαρη, ἔλαμψε μπροστά μου ὁ ἑλλαδίτης Ἄλκης. Μοῦ φάτσαρε. Μοῦ ’ταξε, τί δέν μοῦ ἔταξε… Τόν πίστεψα καί τόν ἀκολούθησα.

Στήν Ἀθήνα μοῦ ἔδειξε τό ἀληθινό του πρόσωπο. Σέ τεκκέ μέ εἰσήγαγε. Σέ κόσμους ἐξωγήινους, ὀνειρικούς, στήν ἀρχή ἔζησα. Κι ὕστερα σέ κόσμο μαρτυρικό, κόσμο σκλαβιᾶς ἀσήκωτης καί ἀφεύγατης.

Μέχρι πού μ’ ἔβγαλε στό πεζοδρόμιο. Φόβος… Πόνος…. Φρίκη… Ἀηδία….

Ὦ τό χωριό μου τό ὄμορφο στήν πλαγιά τοῦ Τροόδους! Τί νά γίνονται οἱ δικοί μου; Ἡ αὐστηρή μου μάνα… ὁ καλοσυνάτος πατέρας μου… Νά γυρίσω πίσω πῶς τό θέλω… Πῶς ὅμως; Θά μέ δεχτοῦν;

Ἄχ χωριό μου! Ἄχ νά σέ ξανάβλεπα… Γιάτρεψέ με, Παναγία… Γιάτρισσα. Ὄχι ἄλλη φορά τό φρικιό τῆς βελόνας…

Τό σάλεμα τοῦ νοῦ… Τό σύγκορμο μαρτύριο τῆς ἀναζήτησης τῆς δόσης…

Νά πάω; Νά μήν πάω; Πάνω, κάτω. Κάτω, πάνω. Ἄχ, αὐτή ἡ ζυγαριά… σέ στιγμές ἀναλαμπῆς.
Βάσανο… Βάσανο. Ναί, θά τοῦ ξεφύγω… Θά ξεγλυστρήσω πρίν μέ ἀναζητήσει ὁ καταραμένος… νά μήν ξαναπῶ τό ὄνομά του…

Θά τολμήσω στήν ἀγάπη τοῦ πατέρα μου.

Ἄν μέ σηκώσουν τά πόδια μου, θά πάω τώρα μάλιστα νά κρυφτῶ στό σπίτι τῆς καλῆς  γριούλας  Μελπομένης. Αὐτή θά μέ δανείσει. Θά τῆς πῶ νά συνεχίσει τήν προσευχή της ὥστε νά μήν πισω- πατήσω. Ὅπως λέμε στήν Κύπρο «νά ρίξω πέτρα πίσω μου».

Νά ’μαι γονατιστή ἀπέξω ἀπό τό σπίτι μου στό ὄμορφο χωριό μου – στά ριζά τοῦ Τροόδους… Νά στό περβάζι μας ἔξω τά γεράνια, τό γιασεμί, οἱ ντάλιες…

Νά εἶναι ὄνειρο ἤ παραμύθι; Ἀλήθεια γλύτωσα;

Πόδια μου, πάρτε δύναμη νά σταθῶ. Χέρια μου χιλιοτρυπημένα κρατηθεῖτε. Χτυπῆστε τήν πόρτα.

Εἶναι ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου. Θά μέ δεχτοῦν ἆραγε; Νά ἡ μάνα μου… γερασμένη πρόωρα.

― Μάνα, μάνα μου… ἦρθα. Γλύτωσα ἀπό τήν κόλαση.

― Ἐσύ; Μή μέ λές μάνα. Δέν σέ ἀναγνωρίζω. Πρόσβαλες ὅλη τήν οἰκογένειά μας.

― Ἄσε με νά φιλήσω τό χέρι σου…

― Φύγε, φύγε…

― Πατέρα μου…

― Κόρη μου… (Τήν ἀγκαλιάζει… Κλαῖνε καί οἱ δυό). Καλωσόρισες παιδί μου. Μήν ξεσυνερίζεσαι τή μάνα σου. Εἶναι ἡ πρώτη της ἀντίδραση. Εἶναι ἡ ἀντίδραση μακρόχρονου πόνου… Πόνου καρδιακοῦ. Καλά πού ἔζησε.

― Μαρία, εἶναι τό παιδί μας, τό σπλάχνο σου! Πές το ἀπολωλός… Βρέθηκε, γυρίζει κοντά μας.Σ’ ἀγαπῶ Ἑλένη, Ἑλένη μου. Ἔχε θάρρος.

― Ἔλα γυναῖκα μου, νά γίνουμε μιά ἀγκαλιά καί οἱ τρεῖς μας. Νά γιατρέψουμε τίς πληγές τοῦ παιδιοῦ μας. Τό παιδί μας γύρισε.

― Ζῶ ἕνα ὄνειρο ἤ παραμύθι;

Μάνα, πατέρα μου, συγχωρέστε με. Βοηθῆστε με…
Θά δεῖτε… Θά δεῖτε…

Θεέ, Θεέ, Θεέ μου, τόσο εἶσαι κοντά μου. Γλύτωσα! Θά μέ συγχωρέσεις; Σέ ἔχω ἀνάγκη ὅσο καί τό ψωμί.

ΚΟΥΛΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ
ΛΕΜΕΣΟΣ – ΚΥΠΡΟΣ

 Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
­Μηνιαῖο περιοδικό Ἑλληνορθόδοξης Μαρτυρίας
ἔτος 47ο – Ἀπρίλιος 2013 -τεῦχος 478 

Εἰκόνα ἀπὸ:lovinggrace 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

 

Advertisements