Γιάννης Βλαχογιάννης

Άγιος στρατηγός

Οι χωριάτες προχωρούσαν όξω από το χωριό μ’ αλαλητό, σαν κοπάδι απ’ αγριοπούλια, που τ’ απάντησε ανεμόχολο. Όλοι τους παίζανε στα χέρια παλούκια και σουβλιά, κάθε λογής σιδερικά, λεπίδες και πελέκια, κι’ άρματα που τάφαγε η σκουριά κρυμμένα χρόνια.

Και κρατούσανε στη μέση τον αγά, του κάστρου το ζαμπίτη, και τονέ φοβερίζανε με θάνατο. Από πίσω τους μακρόσυρτο ουραγώγι ακολουθούσε, άλογα και μουλάρια φορτωμένα με του αγά τ’ ασημικό, το χάλκωμα και τ’ άλλο του ακριβό βλυσίδι.

Και περιπαίζαν οι χωριάτες τον αγά, εκεί που τονέ φοβέριζαν κιόλα· του θυμίζανε τη δόξα του τη χτεσινή, πούκοβε το σπαθί του, κ’ ήτανε θανάτου προσταγή η οργή του.

Και λέγοντας αυτά χτυπούσαν τα στραβά τους σύνεργα τόνα με τ’ άλλο, σάλπισμα της κακής του μοίρας που τον καρτερούσε γλήγορα. Μπροστά από το κοπάδι πήγαιναν οι παπάδες, και παραπίσω οι προεστοί, όλοι σοβαροί κι’ αμίλητοι.

Έτσι φτάσανε στ’ αλώνι το ψηλό και σταμάτησαν. Τότε μια φωνή παράγγειλε σιωπή, κι’ αμέσως το κοπάδι γίνηκε άλαλο. Μ’ ένα τους κίνημα όλοι γυρίσανε τα πρόσωπα ανατολικά και βγάλανε τις σκούφιες, κάμανε σταυρό και περίμεναν.

Αντίκρυ κάτου, στου βουνού την πλαγιά στημένη, ξεχώριζε η παλιά εκ­κλησιά, με τα δυό μικρά παράθυρα, με τη χαμηλή της θύρα, μ’ όλη της την όψη ξέθωρη – σκεβρή σαν ανθρώπου πολυγερασμένου· και τους κύτταζε αυστηρή με τα δυό μάτια τα παράθυρα της· αυστηρή και καλοθώρητη μαζί, σα να τους έγνεφε.

Οι χωριάτες σπρώξανε μπρος και γονάτισαν τον αγά μη θέλοντας, στην εκκλησιάν αντίκρυ, να τη δη στερνή φορά. Κι’ όλοι οι χωριάτες μέναν άλαλοι, κ’ έδειχνε κάποιον τρόμο η όψη τους. Τέλος ένας από τους προεστούς χάλασε τη σιωπή την πέτρινη.

-Εδώ, μας έσερνες, αγά, κάθε χρονιά, εικοσιτρείς τ’ Απρί­λη, σαν καλημέρα σήμερα· μας σύναζες με τη γενιτσαριά σου, με το θέλημα του βασιλιά σου, να μας παραδώσης του Άγιου τα κλειδιά και να πάρης άλλα ισόβαρα ασημένια.

Αλλιώς, και χωρίς τ’ άλλα μας χαρίσματα κ’ εσένα και της συντροφιάς σου, ο Άγιος έμενε αλειτούργητος. Ήρθανε χρόνια που έλειψε από το χωριό και το ψωμί το μαύρο, μα εσύ πάντα γύρεψες τ’ ασήμι σου.

Ποιός σας τόδωσε αυτό το δίκιο τ’ άδικο, εσένα και των αλλουνών αγάδων που περάσανε, κανείς δεν ξέρει.

-Έτσι το βρήκαμε, χριστιανοί! είπε ο αγάς βαρύς εγώ από τον πρωτυτερινό μου…

-Κι’ αυτός απ’ τον δικό του! Έτσι περάσανε καιροί, κ’ έφτασε τούτη η μέρα! Κοίταξε, θάμα! Σήμερα που σήκωσε ο χριστιανός κεφάλι, είναι και του Άγιου η χρονιάτικη γιορτή.

Σήμερα ο Άγιος περιμένει, όπως δεν περίμενε ποτέ. Γυρεύει, μια για πάντα, τα κλειδιά του που αδούλευτα σκουριάζανε μέσ’ το σεντούκι σου. Τώρα τα παίρνει ο Άγιος με το θέλημά του!

Άπλωσε ο προεστός στου αγά τα στήθια, κ’ έκοψε με το μαχαίρι το ψιλό σκοινί, που κρατούσε κρεμασμένα τα δυό παλιοκλείδια. Ύστερα τάδειξε τριγύρω στο λαό.

-Πόσα και πόσα χρόνια ασημώθηκαν τούτα τα κλειδιά, διπλά και τρίδιπλα, κάθε γιορτή του Αγίου μας; Τ’ ασήμι γίνη­κε σωρός μεγάλος από τότε, και γυρεύει ξαγορά!

-Με χαρά μου να την πάρετε! είπε ο αγάς· έμενα μοναχά να μη μου ρίξετε όλα τ’ άδικα.

-Ποιός σε ρωτάει εσένα, αγά; Ο Άγιος θέλει δικαιοσύνη! Ουδέ καντήλι για μια στάλα λάδι απόκτησε ποτέ. Μα τώρα, από τ’ αδικοσυναγμένα θ’ ασημώσουμε τον Άγιο, τα καντήλια του, τα μανουάλια, και την εικόνα του χρυσή.

-Κισμέτι, είπε ο αγάς.

-Και τα κακά όλα, και τα φονικά όταν τάκανες, όλα στο κι­σμέτι τάρριχνες αγά. Έτσι δε σ’ έπιασε ποτέ χριστιανού το αίμα. Να όμως που ήρθε η ώρα, και σε πιάνει.

Πού είναι το κισμέτι σου; Άϊ, πάρτε τον από ‘δω, εσείς, ακούτε; Πίσω, στο χωριό! Σήμερα έχουμε γιορτή μεγάλη. Αίμα δε θα χυθεί!

Τον πήρανε, και πάει. Φόρεσαν οι παπάδες τα ιερά τους, οι ψαλμουδιές αρχίσανε, κ’ η συνοδιά ήμερη και γαληνή, με τ’ άρματα κατεβασμένα, με τα θυμιατά και τα λιβάνια, έφτασε στην εκκλησιά την ξοχική.

Ο παπάς σήκωσε το χέρι και σταύρωσε την εκκλησιά με τη σκουρολεπίδα που κρατούσε. Κ’ έβαλε τα κλειδιά ν’ ανοίξει. Τότε μια τρομερή κραυγή σηκώθηκε από το λαό.

-Βοήθα, Αγιοστράτηγε, πολεμιστή, προστάτη! Λευτέρωσε τους χριστιανούς!

Σε μια γωνιά της εκκλησιάς σωριάσανε του αγά το θησαυρό, κι’ άρχισε η λειτουργία.

Πηγή: ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements