Τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ροδοστόλου κ. Χρυσοστόμου

Εἶχα ἀκούσει συζητήσεις στὸ Ὄρος μας καὶ γιὰ ἄλλα πρόσωπα, ποὺ τὴν διαγωγὴ καὶ συμπεριφορά τους τὴν ταύτιζαν ἢ τὴν προσωμοίαζαν μὲ τὴν τοῦ Ἁγιολογίου μας τάξι τῶν διὰ Χριστὸν σαλῶν.

Μερικὰ ἀπ’ αὐτὰ ἐπεδίωξα τὴν εὐκαιρία νὰ τὰ συναντήσω· πλὴν ὅμως ἐπειδὴ τὰ κατ’ αὐτοὺς τὰ ἔκρινα ἀμφιλεγόμενα ἢ καὶ ἀμφισβητήσιμα, λόγῳ τοῦ ἀπροθύμου τοῦ χαρακτῆρος μου γιὰ εὔκολες καὶ βιαστικὲς ἀποδοχές, δέν ’θέλησα νὰ δώσω περισσότερη προσοχὴ καὶ σημασία.

Δὲν φταίω ἐγὼ ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ σὲ τοῦτο. Εἶναι ποὺ ἔτσι μὲ δίδαξε νὰ φρονῶ καὶ ταπεινῶς νὰ ἀποφαίνωμαι ἡ ἀλάνθαστη γνώμη τῆς ἁγιοπατερικῆς διακρίσεως καὶ ἡ μεστὴ σοφίας ἁγιορείτικη ἐπιφυλακτικότης καὶ ἡ καθημερινὴ πρακτική.

Κάλλιο τὰ ἐνδεχομένως πολύτιμα νὰ τὰ σέβεσαι καὶ νὰ τὰ περιέπῃς σιωπῶν, παρὰ νὰ ἀστοχῇς περὶ τὴν ἀλήθεια καὶ ἑπομένως νὰ πλανᾶσαι καὶ νὰ πλανᾶς…

Φαίνεται, πὼς κάποιες πηγολαμπίδες ἐγκαίρου καὶ σωστῆς προειδοποιήσεως διασώθηκαν στὴν ψυχὴ καὶ τὴν συνείδησί μου ἀπ’ ἐκείνη τὴν μεταλαμπάδευσί των, ποὺ ἀξιοχρέως ὡς μεταδοχὴ καὶ κληροδότησι τὴν ἐπιχειροῦσαν τότε οἱ Γεροντάδες καὶ οἱ Πνευματικοί μας.

Καὶ ἔδιδαν τόση προσοχὴ καὶ σημασία, οἱ ἀείμνηστοι, ὅταν ἦταν νὰ ἐντοπίσουν καὶ ἐκφρασθοῦν γιὰ ἐναρέτους καὶ τὶς ἀρετές των, μὴ καὶ κάνουν λάθος ἢ παρέξουν ὑλικὸ καὶ αἰτία, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ θολώσῃ φωτεινότητα νοὸς ἢ νὰ ἐξανεμίσῃ πλοῦτο καρδιακό, καθὼς τοῦτοι οἱ γήινοι καὶ κατὰ κόσμον ἔπαινοι καὶ «λιβανωτοὶ» θὰ μποροῦσαν νὰ κολακέψουν καὶ «διευκολύνουν» τὸ οὕτως ἢ ἄλλως  τρεπτὸ καὶ εὐόλισθο τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, καὶ ἐν ἐγωιστικῇ νοοκλοπῇ καὶ συγκαταθέσει νὰ φυγαδεύσουν ὁριστικῶς τὴν Θεία Χάρι καὶ τὸ πιθανῶς καταρξάμενο ἁγιαστικὸ ἔργο Της.

Σιγηλὴ ἄφηναν, λοιπόν, τῶν τοιούτων μακαρίων τὴν ἀποκοσμία καὶ ἀπερίσπαστο τὸν ἐγκλεισμό των σὲ ἀφανίας καὶ ἀδοξίας κέλλα, ἀρκούμενοι σὲ προσευχὴ ὥστε, ἡ ἐπιλογὴ τοῦ ἀγῶνος των καὶ ὁ θεῖος ἔρως των νὰ ἀχθῇ σὲ πλήρη καταξίωσι καὶ ἡ λῆξις του νὰ ἀποβῇ εὐάρεστη στὸν Σωτήρα καὶ δίκαιο ἀνταποδότη Χριστό.

Τὸν Ἁγιαννανίτη πατέρα Ἰάκωβο, τὸν ὁποῖο γιὰ τὸ βραχὺ καὶ λεπτοκαμωμένο τοῦ ἀναστήματός του, ὅλοι τὸν ἀποκαλοῦσαν «τὸ Ἰακωβάκι», τὸν συναντοῦσα εὐτελοαπασχολούμενον σὲ περιοχὲς καὶ αὐλὲς καλυβῶν συνασκητῶν του ἢ ἀνεβοκαταβαίνοντα τὸ κεντρικὸ τῆς Σκήτης μονοπάτι, μὲ  ξερόκλαδα γιὰ προσανάμματα στὴν ἀγκάλη του ἢ προσφοιτῶντα στοὺς βοηθητικοὺς χώρους τοῦ Κυριακοῦ κατὰ τὶς ἑόρτιες ἰδίως συναθροίσεις τῶν πατέρων πάντα δὲ ξεσκούφωτον, ἀχτένιστον, ρυπαρό, ρακένδυτο, ξυπόλυτο χειμώνα καλοκαίρι.

Ἔκανε μικροθελήματα καὶ βοηθοῦσε σὲ ὅ,τι τοῦ ἐμπιστευόταν ὁ Δικαῖος τῆς Σκήτης καὶ οἱ λοιποὶ διακονηταὶ πατέρες.

Εὔκολα τὸν «ἀπόπαιρνε» καὶ τὸν ἐπιτιμοῦσε ὁ καθένας· τὸν ἔσμπρωχνε στὸ πλάι, τὸν ἐμπόδιζε νὰ  πλησιάζῃ ἐκεῖ, ποὺ νόμιζε πὼς δὲν τοῦ ἥρμοζε, καί ’κεῖνος ὑπήκουε ἀγόγγυστα κι’ ἀδιαμαρτύρητα καὶ χαμογελοῦσε μὲ ἄκρα ἀκακία.

Καὶ ὅλα αὐτὰ εἶχαν εὔκολη τὴν ἐξήγησι καὶ τὴν κοινὴ παραδοχή· γιατὶ τὸν εἶχαν γιὰ «λειψό»· ἐλάχιστοι δὲ ἦσαν ἐκεῖνοι, ποὺ ἔτρεμαν καὶ συγκλονίζονταν στὴν σκέψι, μήπως εἶχαν ἀπέναντί τους ἕνα σύγχρονο φαινόμενο ἠθελημένης καὶ κρυπτομένης διὰ Χριστὸν  σαλότητος.

Ὅταν ἦταν ἀργὸς συνήθιζε νὰ μικροβηματίζῃ πέρα ’δῶθε, μουρμουρίζοντας «τὰ δικά του», καὶ νά… θηλάζῃ σὰν μωρὸ παιδὶ τὰ δάκτυλά του.

Ἦταν δὲ καὶ τὸ προσωπάκι του, ποὺ σὲ διέθετε εὐμενῶς καὶ χαριέντως, γιατί, παρὰ τὴν ἡλικία, τὶς κακουχίες καὶ τὴν ἀπλυσιά, σὲ παραξένευε μὲ τὴν φωτεινότητα καὶ τὴν γλυκύτητά του.

Εὐχάριστα ὠθοῦσε τὸν νοῦ σου στῆς σχετικῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς τὰ διδακτικὰ δεδομένα: «Τότε προσηνέχθη αὐτῷ παιδία, ἵνα ἐπιθῇ αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ προσεύξηται· οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπετίμησαν αὐτοῖς. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύητε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτοῖς ἐπορεύθη ἐκεῖθεν» (Ματθ. 19, 13-15).

Ἐκεῖνο ὅμως, ποὺ ἐντυπωσίαζε τοὺς πάντας ἦταν τὸ ὅτι, ἐνῷ συνήθως ἔλεγε ἀσυναρτησίες, παραδοξολογίες καὶ μικροπροτάσεις καθημερινότητος, κάποτε κάποτε ἄρθρωνε καὶ φράσεις, ποὺ ὅποιος τὶς ἔδιδε τὴν ἁρμόζουσα προσοχή, μποροῦσε νὰ τὶς χαρακτηρίσῃ νοηματικῶς ἄψογες καὶ μεστὲς συμβολισμοῦ καὶ ἁγίων νοημάτων· καὶ τότε ἦταν ποὺ προκαλοῦσε τὴν ἔκπληξι καὶ τὸν προβληματισμὸ ὅλων…

Πίστεψα πὼς προέκυπτε χρέος μου νὰ καταβάλω προσπάθεια γιὰ ἀκριβέστερη συλλογὴ πληροφοριῶν ἀπὸ ἀντικειμενικοὺς καὶ ἀξιοπίστους συνασκητάς του.

Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νά ’βρεθῶ τόσο πρὸ θερμῶν ὑποστηρικτῶν καὶ θαυμαστῶν τῆς πολιτείας του ὅσο καὶ πρὸ ἄκρως φειδωλῶν σὲ ἐπαίνους καὶ ἐκθειάσεις γεροντάδων.

Σὲ ἄθροισι, δηλαδή, ἀπόψεων καὶ γνωμῶν ποικιλοχρώων, ποὺ κάποιες ὅμως ἀπ’ αὐτές, ἐπὶ συγκεκριμένων θεμάτων καὶ σημείων, ἔφθαναν νὰ ἀντιμάχωνται σφοδρῶς ἡ μιὰ τὴν ἄλλη…

Προβληματίσθηκα τότε περισσότερο, καὶ ἔχοντας κατὰ νοῦ καὶ γνῶσι καὶ ἄλλους ἐπὶ σχετικῶν θεμάτων λόγους δισταγμῶν καὶ ἐπιφυλάξεων, προτίμησα γιὰ ἀσφάλεια καὶ σιγουριά, νὰ ἐλαττώσω πολὺ τὸ ἐνδιαφέρον μου ὄχι μόνο γιὰ τὴν τοῦ Ἰακωβάκη ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλες ἁγιολογικὲς ἔρευνες καὶ ὁμοειδεῖς «ἀνακαλύψεις», ἐπ’ ἐλπίδι νὰ μοῦ περισσέψῃ χρόνος γιὰ ἔρευνα καὶ μελέτη τῆς προσωπικῆς μου καθ’ ὅλα ἀδυναμίας καὶ ἀπροκοψιᾶς, καὶ γιὰ προσπάθειες ζιζανιοκτονίας τῆς
δικῆς μου ἀχανοῦς καὶ δυσεξιχνιάστου ἐνδοχώρας.

Τοῦτο δ’ ἐπὶ πλέον, γιατί, πάλι ἀναβίωσαν μέσα μου οἱ ἤδη ἐκτεθεῖσες ἀπόψεις καὶ γιὰ ἀκόμη μιὰ φορὰ μὲ συνεκλόνισε καὶ κατετρόμαξε ἡ σκέψις γιὰ τὸ ἐνδεχόμενο, μήπως καὶ μὲ δική μου βλακώδη σπουδὴ καὶ συμβολὴ ἐκληφθοῦν, προβληθοῦν καὶ λογισθοῦν ψυχοπαθεῖς ὡς διὰ Χριστὸν σαλοί, πεπλανημένοι ὡς προορατικοὶ καὶ δαιμονοεμπαιζόμενοι καὶ δαιμονοενεργούμενοι –Θεὸς φυλάξοι– ὡς χαρισματοῦχοι θεραπευταὶ καὶ πνευματικοὶ συμβουλάτορες ἀνθρώπων εὐλαβῶν καὶ καλοπροαιρέτων, κατὰ τὰ ἄλλα, ποὺ πιθανὸν ὅμως, κατὰ πλεκτάνη οὕτω δαιμονική, ἐπιζημίως θ’ ἀπομακρύνωνταν ἀπ’ τοὺς κατὰ τόπους ἱεροκανονικῶς ἐγκατεστημένους ἀξίους πνευματικούς, ἀπ’ τοὺς τῆς ἐπαρχίας των δεδοκιμασμένους ἐν ἱερωσύνῃ κήρυκας τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ ἀπ’ τὸ ἐγγὺς καὶ οἰκεῖο των σωστικὸ Πετραχήλι καὶ ἀπ’ τὴν Ἁγία Τράπεζα τῆς ἐνορίας των, καί, οἱονεὶ μετὰ μανίας, θ’ ἀναζητοῦσαν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, τὸ Ἁγιονόρος καὶ τὴν… ὑπ’ οὐρανὸν ὅλο καὶ πιὸ σύγχρονους καὶ «ζωντανοὺς» ἁγίους, κατὰ προτίμησι δὲ προορατικούς, προφητεύοντας καὶ μυστηριωδῶς ἀλληγοροῦντας…

Τὸ φαινόμενο παρατηρεῖται ἀτυχῶς ἀφθονοῦν καὶ πληθυνόμενο κατὰ τὶς τελευταῖες τοῦτες δεκαετίες.

Φρονῶ δὲ ταπεινῶς ὅτι ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία, σὲ συνεννόησι καὶ συνεργασία μὲ τοὺς κατὰ τόπους διακριτικοὺς πνευματικοὺς πατέρας, πρέπει νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ προσευχή, γιατὶ ἀλλοιῶς στὰ θεοσεβῆ, εὐλαβῆ καὶ φιλάγια τέκνα Της μονίμως καὶ φεῦ ἀνιάτως θὰ ἐνδημῇ ἡ ψυχοπαθολογικοῦ ἐνδιαφέροντος τούτη νοσηρότης, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε εἶναι ἀπότοκη χωλαινούσης πνευματικῆς δομῆς, ἐμφανοῦς ρηχότητος καί, φοβοῦμαι, ἐπικινδύνου ἀφελείας.

Ὄχι· -ἄπαγε τῆς βλασφημίας- δὲν ἔπαυσε ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία μας νὰ σεμνύνεται, νὰ εὐθυμῇ καὶ νὰ χαίρῃ γιὰ γεννήσεις καὶ σήμερα τέκνων Της ἁγίων.

Εἶναι μεγάλη ἁμαρτία νὰ νομίσῃ κανείς, πολλῷ μᾶλλον νὰ παραδεχθῇ, ὅτι… «ἀπηλπισμένο» τὸ Πανάγιο καὶ Παράκλητο Πνεῦμα ἀπ’ τὸν σημερινὸ πλεονασμὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἠθικῆς ἐξαχρειώσεως, ἔκλεισε τοὺς κρουνοὺς τῆς Χάριτός Του σὲ χορηγίες καὶ καταξιώσεις τῶν τιμίως καὶ θεοφιλῶς πολιτευομένων πιστῶν καὶ τερμάτισε τὶς εὐαρεστήσεις Του νὰ «μονάζῃ» σ’ αὐτοὺς ( Ἰω. 14, 23) μὲ ὅλες τὶς συνδρομὲς καὶ ἑπόμενες θαυμαστὲς «συνέπειες» καὶ νὰ «σκηνώνῃ» εὐαρέστως καὶ μακαριοποιῶς σὲ πλείστους ὅσους, ἀλλὰ πάντως ἀπ’ τὶς τάξεις τῶν ὄντως πτωχῶν «τῷ πνεύματι», τῶν ὄντως πενθούντων, τῶν ὄντως πραέων καὶ τῶν ὄντως καθαρῶν «τῇ καρδίᾳ» προερχομένους. (Ματθ. 5, 2 ἑξ.).

Ἔψαξα σχετικῶς πολὺ καὶ διαπίστωσα, πὼς οὔτε οἱ ἅγιοι Πατέρες μας πρόσταξαν σὲ τοῦτο, οὔτε  μᾶς ἀφῆκαν ἀνάλογο χρέος καὶ καθῆκον οὔτε δὲ καὶ οἱ Γεροντάδες μας ἔκαναν ποτὲ λόγο γιὰ τέτοιο … «διακόνημα».

Συνεπῶς ἔχω νά ’πῶ ὅτι, τοὺς ἁγίους, ποὺ πάντοτε μὲ προσοχὴ καὶ σύνεσι κρύβουν τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν ἁγιότητά τους, πρὸς ἀποφυγὴ τῶν καταστρεπτικῶν καὶ ψυχολέθρων ἀνθρωπίνων τιμῶν καὶ ἐπαίνων, δὲν τοὺς «ἀνακαλύπτουν» οἱ ἐρευνηταί, ὅσο φιλάγιοι καὶ καλοπροαίρετοι κι’ ἂν εἶναι.

Τοὺς ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς ὅπως καὶ ὅποτε κρίνῃ, γιὰ νὰ τοὺς δοξάσῃ καὶ γιὰ νὰ δώσῃ τὴν εὐκαιρία σ’ ἐμᾶς νὰ διδαχθοῦμε τὰ βέλτιστα καὶ ψυχωφελῆ ἀπ’ τῆς θαυμαστῆς των βιοτῆς τὰ παραδείγματα καὶ τοὺς ἀγῶνες.

Ὡς τόσο, ἂν τὰ ὡς ἀνωτέρω σημειωθέντα ἀπ’ τὴν ἐλαχιστότητά μου, δὲν μποροῦν ν’ ἀποβοῦν ἱκανὰ στὸ νὰ ἀποτρέψουν ἀπὸ τοῦτο τὸ «διακόνημα» ἐκεῖνον, ποὺ αὐτοκλήτως καὶ μὲ ζῆλο σπεύδει νὰ τὸ ἀναλάβῃ, φιλάδελφα τὸν παρακαλῶ, ἀκροποδητὶ καὶ τρεμούσῃ καρδίᾳ νὰ βαδίζῃ τοῦτα τὰ πρὸς ἀνίχνευσι μονοπάτια, καὶ ἐπὶ ἀποδώσει λογαριασμοῦ καὶ ἀπολογίας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως νὰ τὰ ἐρευνᾶ καταλεπτῶς, καὶ ἀκολούθως πολὺ ταπεινῶς καὶ νηφαλίως νὰ διατυπώνῃ ὄχι τὶς ἀποφάνσεις του ἀλλὰ τὴν ὅλως προσωπικὴ ἄποψί του, ἀφήνοντας τὰ περαιτέρω στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Πρόσωπα καὶ δρώμενα στὸν Ἄθωνα, ἐκδ. Ἅγιον Ὄρος.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 22ο – Τεῦχος 242 – Νοέμβριος 2012 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements