%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b7%cf%83-%ce%b4%ce%b5-%cf%86%ce%b5%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%b9

Η ἐπανάσταση τοῦ 1821 εἶχεν ἀρχίσει. Τὴ μέρα τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων φίλοι τοῦ Πατριάρχη κι ἐπίσημα πρόσωπα τὸν παρακαλοῦσαν,νὰ φύγη, νὰ σωθῆ.

Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνηση μεταχειριζόταν τὰ πιὸ σκληρὰ μέσα καὶ ὁ καθένας μποροῦσε νὰ μαντέψη τί θὰ γινόταν. Παρακαλοῦσαν λοιπὸν τὸν Πατριάρχη νὰ φύγη κι ἐξασφάλισαν καὶ τὰ μέσα τῆς φυγῆς του.

―Μὴ μὲ παρακινῆτε νὰ φύγω, εἶπε ὁ Γρηγόριος στοὺς φίλους του. Μὴ θέλετε νὰ σωθῶ· ἡ ὥρα τῆς φυγῆς μου θὰ ἦταν ὥρα σφαγῆς γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη καί τὴν ἄλλη Χριστιανοσύνη. Ὡραῖο πρᾶγμα ζητᾶτε.

Μεταμορφωμένος μὲ καμιὰ προβιά, νὰ φεύγω στὰ πλοῖα, ἢ κλεισμένος σὲ κανένα φιλικὸ σπίτι, ν’ ἀκούω στοὺς δρόμους τὰ ὀρφανὰ τοῦ Ἔθνους νὰ τὰ σφάζη ὁ δήμιος!

Εἶμαι πατριάρχης, γιὰ νὰ σώσω τὸ λαό μου, ὄχι νὰ τὸν ρίξω στὰ χέρια τῶν Γενιτσάρων. Ὁ θάνατός μου ἴσως χρησιμεύση περισσότερο ἀπ’ ὅσο θὰ ὠφελήση ἡ ζωή μου.

Οἱ ξένοι βασιλιάδες θὰ ταραχτοῦν γιὰ τὸν ἄδικο θάνατό μου. Ἲσως δὲν θὰ δοῦν μὲ ἀδιαφορία νὰ ὑβρίζεται ἡ πίστη τους στὸ πρόσωπό μου.

Εἶμαι βέβαιος ὅτι, ὅπου ὑπάρχουν ὁπλισμένοι Ἕλληνες, θὰ πολεμήσουν μὲ τὴν ἀπελπισία, ποὺ χαρίζει τὴ νίκη. Κάνετε λοιπὸν ὑπομονὴ σὲ ὅ,τι συμβῆ.

Σήμερα τῶν Βαΐων ἂς φᾶμε στὸ τραπέζι ψάρια. Τὴν ἄλλη ἑβδομάδα ἴσως φᾶνε καὶ αὐτὰ ἀπὸ μᾶς.

Ὄχι, δὲ θὰ γίνω περίγελος τοῦ κόσμου καί, ἐνῶ θὰ περνῶ μὲ ἄρχοντες καὶ διάκους στοὺς δρόμους τῆς Ὀδησσοῦ ἢ τῆς ῾Επτανήσου, νὰ μὲ δείχνουν μὲ τὸ δάχτυλο τὰ παιδιὰ καὶ νὰ λένε: «Νά, ὁ λιποτάχτης Πατριάρχης!».

Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῆ καὶ θριαμβεύση, ἐλπίζω νὰ μὲ ἀποζημιώση μὲ τιμὴ καὶ ἔπαινο, ἐπειδὴ ἔπραξα τὸ χρέος μου. Γιὰ τετάρτη φορὰ δὲ θ’ ἀνεβῶ πιὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Χαίρετε, σπηλιὲς καὶ κορφὲς τοῦ ἱεροῦ βουνοῦ! Χαῖρε, κύμα τῆς θάλασσας! Χαίρετε Ἀθῆναι καὶ Σπάρτη, στὶς ὁποῖες ποθοῦσα νὰ ἰδρύσω σχολεῖα γιὰ τοὺς νέους τῆς πατρίδας!

Χαῖρε, γῆ τῆς Δημητσάνας, ποὺ μὲ γέννησες! Ἐγὼ πηγαίνω, ὅπου μὲ καλεῖ τὸ χρέος μου, ἡ μεγάλη μοίρα τοῦ ἔθνους καὶ ὁ Οὐράνιος Θεός, ποὺ διευθύνει τὰ θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα.

ἀνδριάς τοῦ ἀοιδίμου Γρηγορίου τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (ἀπόσπασμα) 

Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης

Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;… Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου;

ὰ φτερωτά σου ὄνειρα; Γιατί στὸ μετωπό σου
νὰ μὴ φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσὲς ἀχτίδες,
ὅσες μᾶς δίν’ ἡ ὄψη σου παρηγοριὲς κι ἐλπίδες;…

Γιατί στὰ ουράνια χείλη σου νὰ μὴ γλυκοχαράζη,
Πατέρα, ἕνα χαμόγελο;… Γιατί νὰ μὴ σπαράζη
μέσα στὰ στήθη σου ἡ καρδιά; Καὶ πῶς στὸ βλέφαρό σου
οὔτ’ ἕνα δάκρυ ἐπρόβαλε, οὔτ’ ἔλαμψε τὸ φῶς σου;…

Τώρα σὲ βλέπει γίγαντα, Πατέρα, ἡ θάλασσά σου…

Τὸ λείψανό σου τὸ φτωχό, τὸ ποδοπατημένο,
τ’ ἀνάστησε ἡ ἀγάπη μας. Κι ἐδῶ μαρμαρωμένο
θὰ στέκη ὁλόρθο, ἀκλόνητο, κι αἰώνια θὲ νὰ ζήση,
νἆναι φοβέρα ἀδιάκοπη σ’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση….

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ ΣΤ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ, Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
1952

 τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

violet flower smiley