Ευθυμίου – Ιστορικές Παραδόσεις και Θρύλοι

-΄Ακουσε ΄δω παπά και σεις μουχταροδημογερόντοι, με το καλό ή με το ζόρι, θα τουρκέψουν όλοι μια μέρα, αυτή ΄ναι η διάτα του πολυχρονομένου Πατισάχ. Δε γλιέπετ΄ όλα τα χωριά εδώ γύρα που τούρκεψαν, τι καϊτεράτε;

– Μα αφέντη, πως θα κοτήσωμ΄ εμείς ν΄αλλαξοπιστήσωμε, αφού όλα τα χωριά τριγύρα μας είναι χριστιανικά; Θα μας χαλάσουν, θα μας κάψουν.

– Είστε μπουνταλάδες και χοντροκέφαλοι Στρατσιανίτες. Σας τόειπα χίλιες φορές κανένας δε μπορεί να σας γκίξη, αφού βρίσκομ΄εγώ εδώ μ΄εκατόν πενήντα παλληκάρια, και μπορώ να μάσω κ΄άλλα δυό τόσα στη στιγμή, και να κάψω όποιο χωριό θελήσω.

΄Υστερα σκεφτήτε και μοναχοί σας.Εσείς οι πέντε κι΄ ο παπάς έξη, θα πάρετ΄όλο το βουνό και τα βοσκοτόπια δικά σας όπως σας είπα. Θα πάρετε και τα γρόσια πούπαμαν, κι΄ ότ΄ άλλο θέλετε θα τόχετε.

Κι΄αν δε θελήσουν οι χωριανοί να τουρκέψουν, τα΄αμπελοχωραφά τους θα γίνουν τσιοφλήκι δικό σας, κι΄ αυτοί θα φύγουν νύχτα και σκοτάδι ή θα πουληθούν σκλάβοι. Διαλέξτε και κάμετε.

– Ό,τι κι΄ αν κάμωμε, ομπρός γκρεμός και πίσω ρέμα…

Ο παραπάνω διάλογος, γινόταν στα μέσα του 17ου αιώνα, μέσα σ΄ένα σαράϊ του Λεσκοβικιού. Από τη μια μεριά, καθόταν στους αναπαυτικούς καναπέδες, ο Τουρκαλβανός ντερβέναγας της περιοχής με άλλους πεντ΄έξη επίσημους Τούρκους κι΄από την άλλη, σε χαμηλά σκαμιά, ο παπάς της Στράτσιανης, με πέντε δημογερόντους.

Οι μέρες ήταν πολύ πονηρές. Τον τελευταίο καιρό, είχαν Τουρκέψει ένα σωρό χωριά της Κολώνιας και του Λεσκοβικιού. Και να τώρα, που ο άγριος και αιμοβόρος αυτός ντερβέναγας, μαζί με τους ιμάμηδες και τους χοτζιάδες του (δυστυχώς η παράδοση δεν διατήρησε τ΄όνομά του) ήθελε, με το καλό ή με το ζόρι, να τουρκέψη και τα χωριά της Κόνιτσας, κάνοντας αρχή από τη Στράτσιανη.

– Σκεφτήτε καλά και αποφασίστε, ή θα χαθήτε, ή θα τουρκέψτε και θα ζήσετε αφεντάδες, ένα από τα δυο…

– Μ…μ…μ…

– Δεν έχει μου και ξεμού, είναι δεύτερη φορά που σας φωνάζω γι΄αυτή τη δουλειά. Τώρα ούρτε στο καλό, σκεφτήτε το καλά, και τ΄απόγισμα θα απαντήστε ναι ή όχι΄ θα σας καϊτερούμ΄εδώ΄ άειντε…

Βουβοί και σκοτεινιασμένοι, σηκώθηκαν ένας ένας έκαναν το υποχρεωτικό τεμενά στους αφέντες Τούρκους και βγήκαν έξω.

Τι είπαν και τι έκαναν ως τ΄απόγευμα, μονάχοι τους το ξέρουν.

Ένα είναι γεγονός΄ ότι, είτε από το φόβο είτε παρεσυρμένοι από τες υποσχέσεις ότι θα γινόταν πλούσιοι και αφεντάδες αποφάσισαν να τουρκέψουν. Τ΄απόγευμα όταν ο άγριος αρχηγός των Τούρκων τους ρώτησε :

– Ε ! τι σκοπόν έχετε, τι αποφασίσεταν ;

– Θα γίνη το θέλημα του πολυχρονεμένου μας Σουλτάνου, απάντησαν.

– Ισ Αλα !… αφερίμ…. Ανέκραξαν όλοι μαζί οι Τούρκοι και σηκώθηκαν να τους χαιρετήσουν. Μοναχά μη μας γελάσετε, έκαναν, μαύρο φίδι θα σας φάη.

– Βαλαϊ, αυτό δε γίνεται !

Είπαν και άλλα πολλά, και κάθησαν ως το βράδυ συζητώντας και καταστρώνοντας τα σχέδια πως θα έκαναν το χωριό να Τουρκέψη.

Σαν νύχτωσε, οι Τούρκοι τους φίλεψαν στα καλλίτερα σπίτια του Λεσκοβικιού και τους προσφωνούσαν « βλα » δηλαδή αδερφέ. Την άλλη μέρα, έφυγαν για το χωριό τους χωρίς καμιά επίδειξη, γιατί είχαν συμφωνήσει, να μείνει μυστική η απόφασή τους ως την τελευταία ώρα.

Στο χωριό που γύρισαν, κανένας δεν υποψιάστηκε το τι είχε συμβή, μόνο στους δικούς των τους σπιτικούς είπαν το μυστικό.

Ήρθε το Μεγάλο Σάββατο ! Ξημέρωνε η μέρα της Λαμπρής του χίλια εξακόσια….. Σ΄όλα τα σπίτια του χωριού (της Στράτσιανης) ετοιμαζόταν για τη μεγάλη γιορτή. ΄Αλλοι έσφαζαν κατσίκια, άλλοι αρνιά, οι φτωχότεροι έσφαζαν κότες.

Τα παιδιά καρτερούσαν ανυπόμονα πότε νάρθη η άλλη μέρα, για ν΄ αρτυθούν, ξελιγωμένα απ΄τη σαρακοστή, και να τσιουγκρίσουν τα κόκκιν΄ αυγά.

Οι λεβέντες του χωριού καρτερούσαν να σύρουν το χορό στο μεσοχώρι, οι τσιούπρες να τους κρυφοκαμαρώσουν, και τα γεροντάκια να ρουφήξουν το γλυκό κρασί από τ΄αμπέλια της ποταμιάς.

΄Ολοι τους αμέριμνοι ετοιμαζόταν να γιορτάσουν και να χαρούν. ΄Ολοι, εκτός από έξη σπίτια. Το σπίτι του παπά και των πέντε δημογερόντων, που είχαν αποφασίσει να τουρκέψουν το χωριό. Εκεί βασίλευε κατήφεια και σιωπή. ΄Ολοι τους βουβοί και σκεφτικοί, περίμεναν με αγωνία πότε να φέξη η άλλη μέρα.

Σαν νύχτωσε καλά, πέντε σκιές γλύστρησαν στην εξώπορτα του σπιτιού του παπά, ήταν οι πέντε δημογερόντοι. Εκείνος τους περίμενε. Κάθησαν όλοι στα μιντέρια σιωπηλοί. Πρώτος μίλησε ο παπάς.

– Λοιπόν απόφαση, θα γίνη ;

– Πάει σκόλασε, αποκρίθηκαν οι άλλοι.

– Δε χωράει δισταγμός ούτε δειλία. Αύριο το πρωϊ θα στείλω το παιδί μου το μουγγό, να φέρη το μαύρο κριάρι από την κοπή και να τόχη έτοιμο, και μόλις διαβαστή το βαγγέλιο στη δεύτερ΄ Ανάσταση θα το ρίξω καταής το βαγγέλιο και θα το πατήσω.

΄Υστερα θα σφάξω το μαύρο κριάρι, ομπροστά στην ωραία πύλη, και θα περάσετ΄όλοι να πατήστε το βαγγέλιο. Κατόπι θ΄ανεβώ στην ΄Αγια τράπεζα ! να πω την προσευχή στον Αλλάχ ,που την έχω γραμμενη, και τελείωσε…

– Κι΄αν αγριέψουν οι άλλοι χωριανοί και γιένη σιαματάς ; τόλμησε να ρωτήση κάποιος, τι θα γίνη ;

– ΄Ολοι εσείς με τα παιδιά σας θα τους εμποδίσετε, θα είστε αρματωμένοι όπως είπαμαν. ΄Υστερα μη ξεχνάτε ότι όξω στο μεσοχώρι θα βρίσκετ΄η κοσιάδα που θα στείλουν οι μπέηδες κι΄οι ιμάμηδες από το Λεσκοβίκι.

– Είναι σίγουρο ότι θαρθούν ;

– ΄Όπως με γλιέπης και σε γλιέπω.

Είπαν κι΄άλλα πολλά και διάφορα και χωρίστηκαν κοντά τα μεσάνυχτα.

Ο παπάς με φαινομενική ηρεμία, αλλά γεμάτος σκέψεις και ενδοιασμούς, βάρεσε το σημαντήρι και έψαλε με τρεμάμενα χείλη, την ακολουθία της Αναστάσεως. Οι χωρικοί, ντυμένοι τα γιορτινά τους, μαζεύτηκαν σχεδόν όλοι. ΄

Εψαλαν το Χριστός ανέστη, μετάλαβαν από τα χέρια του παπά που αλαφρότρεμαν και γύρισαν στα σπίτια τους, για να ριχτούν αμέριμνοι στο φαγοπότι και να τσιουγκρίσουν τ΄αυγά. ΄Ηρθε τέλος και το μεσημέρι η δεύτερη Ανάσταση. Με το χτύπημα του σημάντρου γιόμωσε το χαγιάτι της εκκλησιάς.

Από το ένα μέρος, κάθησαν αραδιαστά οι γέροντες με τα φλοκωτά ταλαγάνια και τες μαύρες κάλτσες, ακουμπισμένοι στα ραβδιά τους που ήρθαν να χαιρετηθούν και να σχωρεθούν με τους συγχωριανούς των.

Από το άλλο κάθησαν οι νέοι, λεβέντες, με τες κάτασπρες φουστανέλλες και τα κεντητά πεσιλιά, που καρτερούσαν ανυπόμονα, να πιάσουν το χορό, μετά την εκκλησία και να γλεντήσουν.

Οι γριούλες μαζευόταν στο χαμηλό γυναικωνίτη και οι νιές κ΄οι νιόνυφες, με τες κεντητές φλοκάτες των, τες πλουμιστές ποδιές και τες γαλανές σαλταμάρκες, ανέβαιναν ψηλά στο καφασωτό.

Απάνω στην ώρα που ετοιμάζονταν να μπουν στην εκκλησία, ποδοβολητά αλόγων ακούστηκαν από πέρα απ΄το δρόμο από το Ιζβορίτικο και καμιά εικοσαριά σοφαρήδες (ιππείς) έφτασαν τρέχοντας και ξεπέζεψαν στο μεσοχώρι.

-Το μουχτάρη, που είναι το μουχτάρη ορέ ; φώναξε ένας τσιαούσης.

Ο μουχτάρης που ήταν μυημένος προχώρησε αμέσως προς τον Τσαούση. Σε λίγο βγήκε κι΄ο παπάς και πήγε κι΄αυτός κοντά.

– Πάρτ΄αυτό το γράμμα από τα΄αφεντικό μου, τους είπε τότε ο τσιαούσης και τους έκλεισε πονηρά το μάτι. ΄Υστερα τους είπε κι΄άλλα πολλά, κουβέντιασαν χαμηλόφωνα. Κατόπι καβαλίκεψε.

– Μα γιατί δεν κάθεστε να σας φιλέψωμε, έχομε Πασκαλιά σήμερα τσιαούς εφέντη, του λέει ο μουχτάρης δυνατώτερα για ν΄ακουστή.

– Όχι, ευχαριστώ μουχτάρ΄εφέντη, έχω δουλειά, θα γυρίσω τ΄απόγισμα, και μπορεί να κονέψωμ΄εδώ, έχει το κατά νου σου νάχης κονάκια έτοιμα.

Ακούγοντας τα τελευταία λόγια του τσιαούση οι χωρικοί κατσούφιασαν. Μια κατήφεια χύθηκε στις μορφές όλων. Ούτε Πασχαλιά της προκοπής, δεν τους άφηναν να κάνουν οι καταραμένοι αφεντάδες…

Αναστέναξαν με ανακούφηση, σαν τους είδαν να καβαλλικεύουν και να φεύγουν ξανά.

Ο παπάς σκυθρωπός, σκεφτικός, αλλ΄αποφασισμένος πια να εκτελέση την απαίσια απόφαση, άρχισε την ακολουθία.

Σε λίγο, άρχισε να ρίχνη λοξιές ματιές προς την πορτούλα του ιερού και ν΄ανησυχή. ΄Οσο περνούσε η ώρα, τόσο η ανησυχία του μεγάλωνε. Πήγε δυο τρεις φορές, άνοιξε και κοίταξε.

– Τίποτε, μουρμούρισε, δε φαίνεται το παλιόπαιδο… Τι μπελιά, μη δεν ήβρε το κριάρι, μη δε μπορεί να το πιάκη ; αυτό ΄ναι μανάρι… Τι νάπαθε ;

΄Αρχισε να ξαναδιαβάζη πάλι τα ίδια και ίδια περιμένοντας. Δίχως το κριάρι, δεν μπορούσε να γίνη τίποτε, το κορμπάνι για τον Αλλάχ ήταν απαραίτητο. Κοντά στον παπά άρχισαν να ανησυχούν και οι άλλοι πέντε συνένοχοί του.

Οι άλλοι χωριανοί, ακούγοντάς τον να διαβάζη και να ξαναδιαβάζη τα ίδια, απόρεσαν. ΄Αλλοι νόμισαν πως είναι μεθυσμένος ο παπάς του κι άλλοι άλλα υπόθεσαν. Κανένας όμως δεν μπορούσε να μαντέψη το τρομερό μυστικό.

Η ώρα περνούσε, η αγωνία του παπά και των συντρόφων του μεγάλωνε, καθώς και η απορία των άλλων χωριανών.

΄Εξαφνα ! άνοιξε διάπλατη η πορτούλα του ιερού και όρμησε μέσα γοργό σαν άνεμος, το μουγγό παιδί του παπά. Πριν προλάβη ο πατέρας του να στραφή, εκείνο άρχισε να φωνάζη καθαρώτατα.

-Δε μπορώ να το πιάκω πατέρα. Αγρίεψε ! δε μπορώ.

Κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα διέτρεξε το κορμί του παπά, ανατρίχιασε σύγκορμος. Ακούοντας το μουγγό παιδί του να μιλά, μετανόησε αμέσως για το κακό που πήγαινε να κάνη.

– Θάμα ! θάμα ! αναφώνησε.

– Θάμα ! φώναξαν και τα΄άλλα παιδιά μαζί με τον καντηλανάφτη που βρισκόταν στο ιερό, έκριν΄ο μουγγός !

Το τι έγινε τότε δεν περιγράφεται. ΄Εβγαλαν το παιδί στην ωραία πύλη και το άφησαν να μιλάη. ΄Ολοι γονάτισαν και προσευχιόταν.

Οι πέντε δημογερόντοι κοντοζύγωναν με τρόπο τον παπά.

-Τι θα γίνη τώρα ; του ψιθύρισαν.

– Δεν είναι θέλημα Θεού να τουρκέψωμε τους αποκρίθηκε τότες εκείνος, εμπρός να τελειώσωμε την εκκλησία και ότι γιέν΄ας γιένη..

Αντί λοιπόν να πατήση το Ευαγγέλιο, το ασπάσθηκε κι άρχισε να ψέλνη το « Αναστάσεως ημέρα ».

΄Ετσι γλύτωσε η Στράτσιανη από τον Τουρκισμό, λέει η παράδοση και κοντά σ΄αυτή και όλα τα΄άλλα Ελληνόφωνα Χριστιανοχώρια της Κόνιτσας.

Όσο για τους Τούρκους, δεισιδαίμονες όπως ήταν, δεν τόλμησαν να καταστρέψουν το χωριό, σαν μαθεύτηκε το θαύμα που έγινε. Εξ άλλου, οι Χριστιανοί όλης της Λάκκας του Σαρανταπόρου είχαν κι αυτοί άρματα και δεν τότρωγαν τζάμπα. –

Από το περιοδικό « ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ »,Τεύχος 47ον Μάρτιος 1956

ΠηγήΣτράτσιανη, Πύργος Κόνιτσας

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley