απόσπασμα από το βιβλίο “Μια στιγμή του Πάσχα” (Η ζωή ενός Ρώσου ασκητού)

Μια συγκλονιστική αληθινή ιστορία που θα σας συγκινήσει. Αξίζει τον κόπο να την διαβάσετε τις Άγιες αυτές μέρες!

Ο μικρός Μικαέλ παίρνει το χλωμό, από τον τρόμο, πρόσωπο της μανούλας του, μέσα στα ζεστά χεράκια του και το γυρίζει προς το μέρος του και της λέγει γλυκά, χαδιάρικα:

«Που λες, καλή μανούλα, κοιμόμουνα εδώ στο κρεβατάκι μου, όταν άκουσα να κλωτσά την πόρτα μου αυτός ο μπάρμπας με τα γένια και τα άγρια μαλλιά.

Ξύπνησα κι όπως τον είδα να σηκώνει το «κιστέν», εγώ πήρα από το προσκέφαλο μου το όμορφο αυγό που χθες το βράδυ τόση ώρα ζωγράφιζα και του το έδωκα με αγάπη και με χαμόγελο του είπα:

Μπάρμπα, ΚΡΙΣΤΟΣ ΒΟΣΚΡΕΣ!»

Αυτός με κοίταξε ώρα πολλή στα μάτια και σιγά – σιγά άρχισε να κατεβάζει το χέρι του με το όπλο  το κοιτούσε ώρα πολλή σαν μαγνητισμένος και ύστερα, σαν κάτι να του έκαψε το χέρι, το αφήκε επάνω στο κρεβατάκι μου!

Ύστερα άπλωσε το χέρι του που ήταν γεμάτο από αίματα και πήρε το αυγό μου! Το κοίταξε περίεργα ώρα πολλή κι ύστερα σήκωσε σε μένα τα μάτια του.

Άλλαξε όψη, μου χαμογέλασε και μου είπε: «Βοϊστινο Βοσκρές».

Είδα τότε στα μάτια του, συνέχισε ο μικρός Μικαέλ, να γυαλίζουν δυο δάκρυα!!! Και όταν τον ρώτησα γιατί κλαις; τότε σφίγγοντας το αυγό επάνω στο στήθος του άρχισε να τρέχει προς την πόρτα και χάθηκε»…

Το στήθος του γέρου – ασκητού ανάσαινε βαριά, τα μάτια του έχουν πάρει μια απαστράπτουσα όψη επιθανάτιο και τα χείλη του συνεχίζουν με συγκίνηση να ψελλίζουν: «Κύριε! Κύριε μου! Άνοιξε τις πύλες των ουρανών»

Ο ασκητής Θωμάς Ρυζκώφ, γυρίζει τρεμουλιαστά το κεφάλι του με άκακο και τρυφερό βλέμμα μικρού παιδιού και λέγει μόλις ακουόμενος στον πρίγκιπα: «Ώστε με γνωρίσατε, Υψηλότατε, εμένα τον αχρείο δούλο Κυρίου;»

Και συνέχισε αργά και πονεμένα: «πόσο έχω κλάψει στην ζωή μου, από τότε που ένα μικρό παιδάκι, με ένα κόκκινο πασχαλιάτικο αυγό στο χέρι μου έδειξε τον δρόμο του γυρισμού κοντά στο Θεό!

Πόσο μετάνιωσα και πόσο προσευχήθηκα! Εκείνη η μία στιγμή του Πάσχα πόσο με άλλαξε και με έκαμε μερόνυχτα στα γόνατα πεσμένος να ζητώ το έλεος και τη  συγγνώμη του Κυρίου μας που σταυρώθηκε και αναστήθηκε για την αγάπη Του την μεγάλη προς κάθε αμαρτωλό.

Φεύγω! Φεύγω πια, κουρασμένος και συντρίμι από το βάρος της ενοχής μου! Φεύγω!

Μα θα ήθελα να ξέρω, άραγε… ο Καλός… μας, Χρι… στός, θα…, συγ… χωρή… σει τα πολ… λά μου αμαρ… τή… μα… τα;» και καταβάλλοντας μια ύστατη προσπάθεια να κάμει το σημείο του Σταυρού επί του στήθους του που κινείται αργά – αργά και στρέφοντας τα μάτια του προς τον ουρανόν επαναλαμβάνει τα λόγια: «Κύριε, Κύριε μου! Άνοιξε μου τις πύλες των ουρανών». 

Ξάφνου, ότι κατέβηκε από τον ουρανό γίνεται πλήθος αγγέλων που είναι έτοιμοι να κάμουν νεκρικό «ξόδι» και περιτριγυρίζουν με ευλάβεια το νεκρό σώμα του ασκητού.

Ο πρίγκηψ τα έχασε και από φόβο τραβιέται μερικά βήματα προς τα πίσω για να μην ενόχλησει την Αγία Συνοδεία ενώ ακούει τον πρώτο άγγελο να ψάλλει:

«Μακάριος ον εξελέξω και προσελάβου, Κύριε, κατασκηνώσει εν ταις αυλαίς σου». 

Δεύτερος άγγελος έψαλε: «Τίμιος εναντίον Κυρίου, ο θάνατος του οσίου αυτού».

Τρίτος άγγελος ολόγλυκα τώρα ψάλλει με σκυφτό κεφάλι: «Ολίγα παιδευθέντες..»

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
Περιοδική έκδοση Ενορίας Αγίου Νικολάου Έγκωμης
Απρίλιος 2014, Τεύχος 1ο

Εικόνα: «Το ταξίδι της ζωής – γηρατειά» (λεπτομέρεια), έργο του Thomas Cole, από:Wiki Commons

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley