Κώστας Μάνης

Ἦταν στὸ ἀναγνωστικὸ κάποιας τάξης τοῦ Δημοτικοῦ. Περιέγραφε μία κρύα χειμωνιάτικη νύχτα στὰ Γιάννινα. Ὁ μικρὸς Ζώης Καπλάνης –ὁ μετέπειτα γνωστὸς εὐεργέτης – ἔχει ἔρθει ἀπὸ τὸ χωριὸ μόνος κι ἔρμος. Μὴ ἔχοντας ποῦ νὰ μείνει τὴν παγερὴ νύχτα, «κουρνιάζει» στὴν εἴσοδο ἑνὸς ἀρχοντικοῦ.

Εἶναι Σάββατο, παραμονὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸ ξημέρωμα, ὁ ἀφέντης τοῦ σπιτιοῦ μὲ τὴν οἰκογένειά του κινᾶνε γιὰ τὴν ἐκκλησιά. Βρίσκουν τὸν μικρὸ Ζώη στὰ σκαλιὰ σὲ ἄσχημη κατάσταση, μετὰ ἀπὸ μία φοβερὴ κρύα νύχτα.

Τὸν βάζουν μέσα, τὸν συνεφέρνουν, τὸν φροντίζουν καί, ἐν περιλήψει, ὁ ἀφέντης τὸν παίρνει ὑπὸ τὴν προστασία του, ἀναλαμβάνει τὴ μόρφωσή του καὶ τὸν προσλαμβάνει ὑπάλληλο τοῦ ἐμπορικοῦ του οἴκου. Μεγαλώνοντας, γίνεται ὁ μεγάλος καὶ τρανὸς Ζώης Καπλάνης ὁ εὐεργέτης.

Αὐτὸ τὸ ἀνάγνωσμα μοῦ εἶχε κάνει μεγάλη ἐντύπωση στὰ δέκα μου χρόνια ποὺ τὸ διδαχτήκαμε στὸ σχολειό. Μὲ εἶχε συγκινήσει ἡ ἱστορία τοῦ μικροῦ Ζώη καὶ εἶχα θεωρήσει πολὺ σημαντικὴ μέρα γιὰ τὴν ἱστορία -τὴν τόσο λίγη ποὺ εἶχα μάθει μέχρι τότε-, ἐκείνη τὴ μέρα ποὺ ὁ μικρὸς Ζώης βρέθηκε στὴν πόρτα τοῦ ἀρχοντικοῦ του στὰ Γιάννινα.

Ἡ ἐφημερίδα ποὺ διάβαζε τότε (1966) ὁ πατέρας μου εἶχε μία στήλη «Σὰν σήμερα», ὅπου τὸ Σάββατο, παραμονὴ τῆς Κυριακῆς της Ὀρθοδοξίας –χωρὶς νὰ πάρω ὑπ΄ ὄψη μου ὅτι εἶναι κινητή- περίμενα ὅτι θὰ διάβαζα κάτι τέτοιο: «1746: ὁ μικρὸς Ζώης Καπλάνης ἀπὸ τὸ χωριὸ Γραμμένο, γέρνει νὰ κοιμηθεῖ στὴν ἐξώθυρα τοῦ ἀρχοντικοῦ τοῦ Παναγιώτη Χατζηνίκου στὰ Γιάννινα. Ὁ ὁποῖος τὸν περιμαζεύει ξεπαγιασμένο τὸ ξημέρωμα.»

Τί ἀπογοήτευση! Ἡ στήλη δὲν ἔγραφε τίποτα τέτοιο. Ἦταν τὸ πρῶτο μάθημα Ἱστορίας ποὺ πῆρα καὶ πού μὲ ἔμαθε πόσο «μεγάλο», πόσο «σπουδαῖο» πρέπει νὰ εἶναι ἕνα ἱστορικὸ γεγονὸς γιὰ νὰ γραφτεῖ στὸ «Σὰν σήμερα».

Ὅσο ὅμως ἀσήμαντο κι ἂν ἦταν γιὰ τὴν Ἱστορία τὸ ἀνάγνωσμα ποὺ μὲ συγκίνησε ὅταν ἤμουν μικρός, δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ βρεθῶ στὰ Γιάννινα -ἰδίως χειμώνα- καὶ στὴ θέα κάποιας πορτάρας παληοῦ ἀρχοντικοῦ, νὰ μὴν φανταστῶ τὸν μικρούλη Ζώη κουρνιασμένο σὲ μία γωνιά της.

***

Καπλάνης Ζώης: ἐθνικὸς εὐεργέτης, ἐκ τοῦ χωρίου Γραμμένον Ἰωαννίνων (1736-1806).
Ἀπορφανισθεὶς ἐνωρὶς μετέβη εἰς Ἰωάννινα, ἔνθα κατόπιν στερήσεων κατέληξεν εἰς τὴν 
ὑπηρεσίαν τοῦ Παναγιώτου Χατζῆ Νίκου.

Ἐπιτυχὼν διὰ τῆς ἐπιμελείας καὶ ἐπιμονῆς του νὰ ἐκμάθῃ γράμματα μόνος του, μελετῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νυκτός, ἀπέσπασε τὴν προσοχὴν καὶ συμπάθειαν τοῦ Χατζῆ Νίκου, ὁ ὁποῖος τὸν προσέλαβεν ὑπάλληλον τοῦ ἐμπορικοῦ οἴκου του καὶ ἀργότερον συνεταῖρον.

Ἀπὸ τοῦ 1771 εἰργάζετο εἰς Μόσχαν, ἔνθα σὺν τῷ χρόνῳ ἀπέκτησεν μεγάλην περιουσίαν, τῆς ὁποίας διέθεσε μέγα μέρος δι’ ἐθνωφελεῖς σκοπούς.

Ἵδρυσεν εἰς Ἰωάννινα τὴν Καπλάνειον Σχολήν, τὴν ὁποίαν ἐπροίκισε διὰ πλουσίων βιβλιοθηκῶν, ἐποπτικῶν ὀργάνων κ.ἄ.

Μετὰ τὸν θάνατόν του ἐκληροδότησεν ἅπασαν τὴν περιουσίαν του εἰς τέσσαρας ναούς, εἰς τὸ νοσοκομεῖον Ἰωαννίνων καὶ εἰς ἄλλους φιλανθρωπικοὺς σκοπούς. (Πάπυρος Λαρούς)

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 20ο – Τεῦχος 213 – Mάρτιος 2010 

Εἰκόνα ἀπὸ: Greek Orthodox Religious Tourism

Σχετική ἀνάρτηση ΕΔΩ

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

 

violet flower smiley