(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Στὰ χρόνια ποὺ ζοῦμε, ἀγαπητοί μου, τὸ νὰ κηρύξῃ κανεὶς τὴν ἀλήθεια ἀκέραιη, ὅπως τὴν εἶπε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, εἶνε μαρτύριο.

Ὁ κόσμος, στὸν αἰῶνα αὐτὸ τὸν ἀπατεῶνα, ἀρέσκεται στὸ ψέμα. Γι᾽ αὐτὸ ὅποιος ἔχει συνείδησι τοῦ χρέους ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, πρέπει προηγουμένως νὰ σκεφτῇ πολὺ ἂν πρέπῃ ν᾽ ἀνεβῇ στὸ βῆμα αὐτό.

Εἶνε ἐποχὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ προφήτης εἶπε «Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη;» (Ἠσ. 53,1)· ὅλα ἐκφυλίστηκαν καὶ ἁρμόζει τὸ ψαλμικὸ «Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 3,3).

Διότι σᾶς ἐρωτῶ· ποιός τώρα ἐκτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ὁ ἀπόστολος σήμερα (βλ.῾Ρωμ. 13,11 – 14,4) μᾶς φωνάζει, νὰ κάνουμε ὄχι τὰ κέφια τῆς σαρκὸς ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου· ἐν τούτοις οἱ ἄνθρωποι πορεύονται «κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῶν καρδιῶν αὐτῶν» (῾Ρωμ. 1,24. Β΄ Πέτρ. 3,3. Ἰούδ. 16). Μὴ φανοῦν αὐτὰ ὑπερβολικὰ ἢ ἀφῃρημένα.

* * *

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, καθὼς ἑτοιμαζόμαστε νὰ μποῦμε στὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, βλέπω ἕναν ἄγγελο νὰ κατεβαίνῃ ἀπ᾽ τὰ οὐράνια, νὰ μπαίνῃ στὶς ἐκκλησίες καὶ νὰ γράφῃ μπροστά μας, ὅπως ὁ δάσκαλος στὸν πίνακα, τρεῖς λέξεις. Τρία πράγματα εἶν᾽ αὐτά, πού, ἂν ὁ κόσμος ἤθελε νὰ τὰ πιστέψῃ καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόσῃ, ἡ γῆ αὐτὴ θὰ γινόταν παράδεισος.

Ἡ πρώτη λέξι, ποὺ γράφει μὲ γράμματα φωτεινὰ ὁ ἄγγελος, εἶνε κάτι στὸ ὁποῖο κλωτσάει ἡ ἐγωιστικὴ ψυχοσύνθεσί μας· εἶνε ἡ λέξι συγχώρησις ποὺ ἀκούσαμε (βλ. Ματθ. 6,14-15).

Συγχώρησι; θὰ φωνάξουν οἱ ψευτοδιανοούμενοι, ποὺ ὅμως κινοῦνται στὸ σκοτάδι τοῦ μίσους. Ὄχι συγχώρησι, σοῦ λένε· ἡ συγχώρησι εἶνε ἀδυναμία· μὲ τὴ γροθιὰ θὰ ἐπιβληθοῦμε. Ὄχι συγχώρησι λοιπόν, ἀλλὰ τί· ἐκδίκησι, ἐκδίκησι μέχρι τέλους. Ὄχι «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους…» ποὺ ἀκοῦμε στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ θάνατος, «ὁ θάνατός σου ζωή μου».

Ὁ ἄγγελος ὅμως τολμᾷ πάλι καὶ γράφει τὴ δεύτερη λέξι· λέξι πού, ἂν ὁ κόσμος τὴν ἐφάρμοζε, δὲν θὰ ὑπῆρχε φτωχός, δυστυχία, ταξικὲς ἐπαναστάσεις καὶ ἐμφύλιοι σπαραγμοί, ἀλλὰ θὰ βασίλευε ἡ «ἰσότης» τῆς ἀγάπης(βλ. Β΄ Κορ. 8,13-14. Κολ. 4,1). Εἶνε ἡ λέξι ἐλεημοσύνη, ποὺ ἐπίσης σήμερα προβάλλει τὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. 6,19-21).

Μὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἐννοοῦν τὴν ἰσότητα ὡς ἀναγκαστικὴ ἰσοπέδωσι, ὡς ὁδοστρωτῆρα, λένε· «τὰ δικά σου δικά μου». Ἐνῷ ὁ Χριστός, μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, λέει· «καὶ τὰ δικά μου δικά σου».
Σβήνουν λοιπὸν τὴ λέξι τοῦ ἀγγέλου καὶ γράφουν· Ὄχι ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ ἁρπαγή, καὶ προτρέπουν «Ἅρπαξε νὰ φᾷς καὶ κλέψε νά ᾽χῃς».

Μετὰ ἀπ᾽ αὐτὰ τί περιμένετε, ἀγαπητοί μου; στὸ μυαλὸ τοῦ σημερινῶν καλομαθημένων ἀνθρώπων θὰ χωρέσῃ ἡ τρίτη λέξι ποὺ γράφει ὁ ἄγγελος, ἡ λέξις νηστεία (βλ. ἔ.ἀ. 6,16-18);

Καὶ ὄντως, μόλις οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, ποὺ «εἶνε δοῦλοι στὴν κοιλιά τους» κ᾽ «ἔχουν τὴν κοιλιὰ Θεό τους» (῾Ρωμ. 16,18. Φιλ. 3,19), μόλις ἀκούσουν γιὰ νηστεία, ἀποροῦν πῶς ὑπάρχουν ἀκόμα κήρυκες ποὺ μιλᾶνε γιὰ νηστεία καὶ ἀντιδροῦν· Ὄχι, σοῦ λέει, αὐτὸ εἶνε ἀδύνατον!…
Ἐδῶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἐπιμείνω.

* * *

Ἔλα ᾽δῶ. Ποιός εἶσαι σὺ ποὺ τολμᾷς καὶ ὑψώνεις τὸ σπιθαμιαῖο σου ἀνάστημα ἐμπρὸς στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν; Ἐκεῖνος εἶπε ὅτι ὀφείλουμε καὶ νὰ νηστέψουμε· κ᾽ ἔδωσε ὁ ἴδιος τὸ παράδειγμα, νήστεψε σαράντα μέρες στὴν ἔρημο, δὲν ἔφαγε καὶ δὲν ἤπιε· καὶ σήμερα μᾶς δίδαξε καὶ πῶς θέλει νὰ γίνεται ἡ νηστεία.

Τὸν βλέπεις ὅμως τὸν κύριο αὐτόν, ποὺ δὲν ἐννοεῖ νὰ νηστέψῃ οὔτε Μεγάλη Παρασκευή, ὅταν ἀρρωσταίνῃ καὶ ὁ γιατρὸς τοῦ ὁρίζῃ δίαιτα, καὶ λέει· – Γιατρέ, ὅ,τι μοῦ πῇς θὰ κάνω!

Βλέπεις καὶ τὴ μοντέρνα κυρία, ποὺ συμβουλεύεται τὰ φιγουρίνια; ἡ μόδα τῆς ἐπιβάλλει, γιὰ νὰ διατηρήσῃ τὴ σιλουέττα της, νὰ τρώῃ σὰν τὸ σπουργίτη. Ἔγραψαν οἱ ἐφημερίδες, ὅτι στὴ Νέα Ὑόρκη μία κυρία τῆς ἀριστοκρατίας ἐπέβαλε στὸν ἑαυτό της τέτοια νηστεία ποὺ στὸ τέλος πέθανε ἀπὸ τὸν ὑποσιτισμό.

Μὰ τί εἶνε ἡ δίαιτα; δὲν εἶνε τίποτ᾽ ἄλλο παρὰ μιὰ αὐστηρὴ νηστεία, ἀκόμα καὶ τὸ Πάσχα. Ὅταν, δηλαδή, ὁ Χριστὸς ὁρίζῃ νηστεία σύμμετρη μὲ τὶς δυνάμεις σου, δὲν τὸν ἀκοῦς· ὅταν ὁ γιατρὸς ἢ ὁ διαιτολόγος ἢ ἡ κοσμικὴ μόδα διατάζουν κάτι πολὺ πιὸ σκληρό, τότε ὑπακοῦς μέχρι ἐξαντλήσεως· ὑπάρχει λοιπὸν νηστεία τοῦ Χριστοῦ καὶ νηστεία τοῦ διαβόλου.

Ἡ σωματικὴ νηστεία, ποὺ ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία, εἶνε θεάρεστο ἀγώνισμα γιὰ ὅλους τοὺς ὑγιεῖς.

Γιὰ νὰ εἶμαι ὅμως δίκαιος, πρέπει νὰ πῶ ὅτι δυσκολία ἢ καὶ ἀδυναμία νὰ νηστέψουν ἀντιμετωπίζουν καὶ ἄνθρωποι πιστοὶ ποὺ βρίσκονται κάτω ἀπὸ διάφορες πιεστικὲς συνθῆκες· αὐτοὶ δὲν περιφρονοῦν τὸ νόμο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας.

–Εἶμαι ἄρρωστος, λέει ὁ ἕνας, βγῆκα ἀπ᾽ τὸ νοσοκομεῖο, μοῦ ἐπέβαλαν ὡρισμένη διατροφή.

–Εἶμαι γέρος, λέει ὁ ἄλλος, τρέμουν τὰ πόδια μου· ἂν δὲν πιῶ λίγο γάλα – λίγο ζουμί, πῶς νὰ σταθῶ;

–Εἶμαι μάνα, λέει μιὰ γυναίκα, θηλάζω βρέφος, νιώθω ἐξάντλησι.

–Ἐγώ, λέει ὁ ἄλλος, εἶμαι σὲ βαρειὰ δουλειά, ἔχουμε ἀνθυγιεινὲς ἀναθυμιάσεις στὸ ἐργοστάσιο.

–Ἐγώ, λέει ἄλλος, μένω σὲ ἀνήλιο ὑπόγειο, ἀναπνέω καυσαέρια, δυσκολεύομαι…

Τί νὰ ποῦμε σ᾽ αὐτούς; Στοὺς ἄλλους μιλήσαμε ἀλλιῶς, σ᾽ αὐτοὺς δὲν θὰ μιλήσουμε ἔτσι.
Ἡ Ἐκκλησία εἶνε μάνα, ἀγαπᾷ τὰ παιδιά της, διακρίνει περιπτώσεις. Γι᾽ αὐτὸ ὄχι ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλός, ἀλλὰ τὸ Πηδάλιο, οἱ ἅγιοι πατέρες ποὺ θέσπισαν τοὺς ἱεροὺς κανόνες, λένε, ὅτι στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἁρμόζει ἐπιείκεια. Ὅλοι αὐτοὶ ἐξαιροῦνται ἀπὸ τὸν κανόνα. Δὲν τοὺς ἐξαιρῶ ἐγὼ – δὲν ἔχω δικαίωμα· τοὺς ἐξαιρεῖ ἡ σοφὴ οἰκονομία τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας.

* * *

Ἀλλὰ προτοῦ νὰ τελειώσω, σᾶς λέω καὶ κάτι ἄλλο – καὶ ἔρχομαι στὸ σπουδαιότερο σημεῖο τοῦ θέματος. Δὲν ἐξαιρεῖται, τὸ τονίζω, δὲν ἐξαιρεῖται κανένας ἀπὸ τὴ νηστεία.

–Μὰ τώρα μόλις δὲν εἶπες ὅτι κάποιοι ἐξαιροῦνται; τί κάνεις λοιπὸν ἐδῶ; φάσκεις καὶ ἀντιφάσκεις; πῶς συμβιβάζονται αὐτά;

Ἀκοῦστε, ἀγαπητοί μου. Δὲν ὑπάρχει μόνο ἡ σωματικὴ νηστεία. Ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη πιὸ σπουδαία, ἡ πνευματικὴ νηστεία, καὶ σ᾽ αὐτὴν σᾶς καλῶ ὅλους. Τί θὰ πῇ νηστεία πνευματική;

Ἔχεις μάτια; Τὰ μάτια δὲν σοῦ τά ᾽δωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ἁμαρτάνῃς· λοιπὸν τὰ μάτια σου νὰ νηστέψουν τὴ Μεγάλη Σαρακοστή, νὰ μὴ χαζέψουν δηλαδὴ σὲ θεάματα ἁμαρτωλά, εἴτε σὲ ὀθόνες καὶ ἔντυπα εἴτε στὴν καθημερινὴ ζωή.

Μία Ἐκκλησία μὲ πνευματικὰ κριτήρια εἶνε ἐπιεικέστερη στὴ σωματικὴ νηστεία, ἀλλὰ εἶνε αὐστηρὴ στὴν πνευματικὴ νηστεία.

Ἔχεις αὐτιά; Δὲν μπορεῖς νὰ τὰ τεντώνῃς ν᾽ ἀκούσῃς τὰ αἰσχρὰ καὶ βλάσφημα. Θὰ κλείσῃς τὸ ῥαδιόφωνο καὶ τὴν τηλεόρασι, ποὺ ῥυπαίνουν τὸ σπίτι, μολύνουν καὶ τὰ μικρὰ παιδιά. Σοῦ ῥίχνουν κοπριὰ μὲ τὸ φτυάρι, κ᾽ ἐσὺ κάθεσαι καὶ τ᾽ ἀκοῦς; Τί νὰ σὲ κάνω;

Νὰ νηστέψουν τὰ μάτια, νὰ νηστέψουν τὰ αὐτιά· νὰ σᾶς πῶ κάτι πιὸ δύσκολο; νὰ νηστέψῃ ἡ γλῶσσα, ποὺ «κόκκαλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει». Νήστεψέ την ἀπὸ ψέμα, φλυαρία, πολιτικολογία, κουτσομπολιό, κατάκρισι, ψευδορκία, καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ βλασφημία!

Τέλος τὸ ἀγώνισμα τῶν ἁγίων καὶ τῶν ὁσίων.

Ποιό; Νήστεψε τὸ μυαλό σου ἀπὸ λογισμοὺς μίσους, ὑπερηφανείας, αἰσχρότητος!… Ἀπὸ τοὺς  λογισμοὺς ξεκινοῦν ὅλα, καλὰ καὶ κακά. Πές μου τί σκέπτεσαι τὴ νύχτα, νὰ σοῦ πῶ τί εἶσαι.

Πάρε λοιπὸν τὸ κόσκινο τῆς νηστείας καὶ κοσκίνισε θεάματα, ἀκροάματα, λόγια καὶ λογισμούς. Κι ἅμα φθάσῃς νὰ περνᾷς τὴ νύχτα μὲ τὸ νοῦ στὸ Θεό, μὲ μεγάλες – οὐρανογείτονες σκέψεις, τότε θὰ σοῦ πῶ ὅτι νήστεψες.

Ἂν δὲν μπορῇς νὰ νηστέψῃς τὴ σωματικὴ νηστεία γιὰ λόγους ὑγείας, μπορεῖς ὅμως νὰ νηστέψῃς τὴν ἁγία πνευματικὴ νηστεία.

Θὰ ὑπάρξουν αὐτιὰ νὰ μ᾽ ἀκούσουν; Ἀμφιβάλλω. Οὔτε τὴ μία νηστεία κάνουμε, οὔτε τὴν ἄλλη. Τί θὰ γίνῃ; Ἐμένα ρωτᾶτε; Νὰ σᾶς πῶ;

Δὲν πᾶμε καλά. Μαῦρα σύννεφα μαζεύονται. Ἄντε στὰ σπιτάκια σας καὶ γονατίστε. Ἐγὼ θὰ πεθάνω, μὰ νὰ τὸ θυμᾶστε, κάτι φοβερὸ θὰ γίνῃ στὸν κόσμο. Θὰ πληρώσῃ ὁ ἁμαρτωλὸς κόσμος αὐτὰ ποὺ διαπράττει τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες. Τί θὰ συμβῇ;

Ἀρνεῖσαι λοιπὸν τώρα νὰ νηστέψῃς; Ἔ, θά ᾽ρθουν μέρες, ποὺ τὰ τρόφιμα θά ᾽νε ἄφθονα, μὰ δὲν θὰ τολμᾷς νὰ τ᾽ ἀγγίξῃς. Γιατί; Γιατὶ ὁ Θεὸς θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ πέσῃ πάνω τους σκόνη – ῥαδιενέργεια, ποὺ θὰ γίνῃ σάβανο τῆς ἁμαρτωλῆς ἀνθρωπότητος.

Λοιπὸν σᾶς εἰδοποιῶ νὰ μετανοήσουμε ὅλοι, κλῆρος καὶ λαός· ν᾽ ἀγαπήσουμε τὴ συνδιαλλαγή, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ νηστεία. Ἔτσι, ἀδέρφια μου, νηστεύοντας σωματικὰ καὶ πνευματικά, νὰ διανύσουμε τὴν ἁγία Τεσαρακοστή.

Καὶ ἄμποτε ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἀξιώσῃ νὰ ἑορτάσουμε τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, τὰ σεπτὰ πάθη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἔνδοξον αὐτοῦ ἀνάστασιν· ἀμήν. 

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Κωνσταντίνου Ἡλιουπόλεως – Ἀθηνῶν τὴν 20-2-1966. 

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΚΥΡΙΑΚΗ
ΣΥΝΤΟΜΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΕ΄ – ἀριθμ. φύλλου 2069
Ἐκδίδεται ἀπὸ τὴν Κοινοβιακὴ Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης

Εἰκόνα ἀπὸ: Ὀρθόδοξος Συναξαριστής 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley