Από το βιβλίο του Εμμανουήλ ΚρητικίδηΣΑΜΙΑΚΑ ΕΘΙΜΑ

Εδώ σε τούτες τις αυλές, τις μαρμαροστρωμένες,
Εδώ κοιμάτ’ αφέντης μας και ποιος θα τον ξυπνήσει;
Εγώ ‘μαι άξιος κι ικανός να μπω να τον ξυπνήσω
Φέρτε μου μήλα δώδεκα, κυδώνια δεκαπέντε
Και δυο σταμνιά ροδόσταμο μα μπω να τον ξυπνήσω
Για ξύπνα ξύπν’ αφέντη μου και μη πολυκοιμάσαι
Γιατί ο ύπνος ο πολύς, μαραίνει και χαλνά σε
Ας τον καλημερίσωμεν τούτον μας τον αφέντη
Όπ’ έχει όλα τα καλά, τίποτε δεν του λείπει.

Αφέντ’, αφέντ’, ολάφεντε πέντε βολές αφέντη
Σένα σου πρέπει αφέντη μου, στα πεύκ(ι)α να καθίζεις
Με το ‘να χέρι να μετράς, με τ’ άλλο να δανείζεις
Και πάλι ξαναπρέπει σου στ’ άλογο καβαλάρης
Να στέκεις να λυγίζεσαι να πέφτει το λογάρι
Να το μαζεύουν άρχοντες να κάμνουν δακτυλίδια
Και τα μικρ’ αρχοντόπουλα να κάμνουν βουλοτήρια
Και πάλι ξαναπρέπει σου καρέκλα ασημένια,
Για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια
Και πάλι ξαναπρέπει σου δαμασκηνό τραπέζι,
Όταν ανθ’ η δαμασκηνιά ν’ ανθεί και το τραπέζι
Και πάλι ξαναπρέπει σου κρεβάτι να κοιμάσαι,
Βελούδο να σκεπάζεσαι κι αφέντης να λογάσαι
Και πάλι ξαναπρέπει σου καράβι ν’ αρματώσεις
Και τα σχοινιά του καραβιού να τα μαλαματώσεις
Την πρύμνη όλη μάλαμα την πλώρα όλ’ ασήμι
Και μέσα η σαβούρα του όλη μαργαριτάρι
Και πάλι ξαναπρέπει σου κορώνα στο κεφάλι
Όλοι εσέ να προσκυνούν μικροί και οι μεγάλοι
Πολλά είπαμε τ’ αφέντη μας, ας πούμε της κυράς μας
Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά καμαροφρύδα
Π΄ έχεις τα σπίτια τα ψηλά και τον αέρα μέσα
Τις πατωσιές ολόχρυσες και μαργαριταρένιες
Η πάπια φέρνει το νερό κι η χήνα το σαπούνι
Κι η πέρδικα τα ρούχα σου, σήκου κυρά ν’ αλλάξεις,
Σήκου κυρά να στολισθείς να πας ταχιά στα Φώτα
Βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
Και του κοράκου το φτερό, βάλε καμαροφρύδι.

Παπάς σε είδε κι έσφαλε, Διάκος και παρεστράτει,
Και τα μικρά Διακόπουλα, έχασαν τα χαρτιά τους
Ψάλε Παπά σαν πού ‘ψαλες, Διάκε σαν κανονάρχας
Κι εσείς μικρά Διακόπουλα, ευρείτε τα χαρτιά σας.
Πολλά είπαμεν και της κυράς, ας πούμε και του υιού σου.
Κυρά μου, τον υιόκα σου, κυρά μ’ τον ακριβό σου
Λούζεις τον και χτενίζεις τον και στο σχολειό τον στέλλεις,
Τον έβαλεν ο δάσκαλος, για να κανοναρχίσει
Και του ξεφεύγει το κερί και καίει το χαρτί του
Τον έδειρεν ο δάσκαλος μ’ ένα χρυσό βεργάκι
Τον έδειρ’ η δασκάλισσα με δυο κλωνιά του μόσχου
Καλέ και πού ν’ τα γράμματα, καλέ και πού ν’ ο νους σου; 

Τα γράμματα είναι στο χαρτί κι νους μου στην αγάπη
Πολλά είπαμε του γιούκα σου, ας πούμε και της κόρης,
Κυρά μ’ τη θυγατέρα σου, κυρά μ’ την ακριβή σου
Γραμματικός την εζητά, γραμματικός τη θέλει
Μ’ αν είναι και γραμματικός, πολλά προικιά γυρεύει
Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχια
Γυρεύει και τη Βενετιά, μ’ όλα της τα παλάτια
Γυρεύει μύλους δώδεκα και με τους μυλωνάδες
Γυρεύει και τη θάλασσα, μ’ όλα της τα καράβια
Γυρεύει και τον κυρ Βοριά να τα καλαρμενίζει.

Εδώ που τραγουδήσαμε, πέτρα να μη ραγίσει
Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χρόνια πολλά να ζήσει
Να ζήσει χρόνους εκατό, καλούς να τους περάσει,
Κι από τους εκατό κι εμπρός ν’ ασπρίσει να γεράσει.
Και εις έτη πολλά!

Τα κάλαντα αυτά όπως σημειώνει ο Κρητικίδης, προσομοιάζουν εν μέρει με το ΙΕ΄ (15ο) έπος του Ομήρου, με τον τίτλο «Ειρεσιώνη», του οποίου η αρχή είναι:

Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,
ος μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί.
Αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεισι πολλός,
συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’αγαθή…
Όσα δ’ άγγεα, μεστά μεν είει κυρβαίη δ’ αεί
κατά καρδόπου έρποι μάζα…

Που σημαίνει:

Ήρθαμε στο αρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,
γενναίου με τρανή φωνή και πάντα ευτυχισμένου.
Ανοίξτε πόρτες μόνες σας, ο πλούτος να ‘μπει μέσα,
και με τον πλούτο συντροφιά χαρά και ευτυχία
και η ειρήνη η γλυκιά στο σπίτι να ριζώσει.
Όσα δοχεία έχετε, όλα γεμάτα να ‘ναι
στη σκάφη το ζυμάρι σας πάντοτε να φουσκώνει.

Λέγεται ότι ο Όμηρος όταν κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του προσορμίστηκε στη Σάμο εξ αιτίας ισχυρών ανέμων, φιλοξενήθηκε από τον φίλο ή γαμπρό (από θυγατέρα) ή και (κατά άλλους) δάσκαλό του ποιητή Κρεώφυλο, ο οποίος και διέσωσε όλα του τα έπη.

Ο Όμηρος κάθε πρώτη του μηνός, πήγαινε στις οικίες πλουσίων Σαμίων, «άδοντας» την «Ειρεσιώνη» και ελάμβανε φιλοδώρημα!!!

——————————————————–
βολές = φορές 
λογάρι = ευπορία, πλούτος
βουλοτήρια = σφραγίδες. Ήταν ολόχρυσα με επίπεδη οβάλ επιφάνεια, όπου οι αριστοκράτες, χάρασσαν το οικόσημο τους και σφραγίζανε με βουλοκέρι.
σαβούρα ή έρμα = (ναυτικός όρος), (ναυπηγικός όρος): το βάρος που προστίθεται στον πυθμένα ενός πλοίου ή σκάφους, μόνιμο ή προσωρινό, για να ρυθμίζει την ευστάθεια ή ισορροπία του.

Πηγή: ΜΠΑΛΟΣ

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley