Αὔριο, 13 τοῦ Δεκεμβρίου κάνομε τώρα τὸ Χειμερινὸ Συναξάρι, γιορτάζει ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Εὐστράτιος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τέσσερεις ἄλλοι μάρτυρες. Ὁ Αὐξέντιος, ὁ Εὐγένιος, ὁ Μαρδάριος καὶ ὁ Ὀρέστης.

Θὰ πεῖτε τί μᾶς τὰ λές; Κι ὁ καθένας ἔχει ξεχωριστὴ χάρη. Καὶ μόνο τ’ ὄνομά του, ποὺ λέμε, γεμίζει τὸ στόμα μας καὶ ἡ ψυχή μας χαίρεται. Κι ὁ ἅγιος χαίρεται, καὶ τί κάνει; Λέει τὸ δικό μας στὸν Θεό. Τὸ δικό μας ὄνομα.

Ὅλοι αὐτοὶ οἱ πέντε μάρτυρες ἔζησαν, ἔλαμψαν καὶ ἄθλησαν στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ. Τέλος 3ου αἰῶνος καὶ ἀρχὲς 4ου. Ἐκεῖ στὴν Ἀρμενία. Ποὺ ἦταν τότε ἑλληνορωμαϊκὴ καὶ ἀνθοῦσα. Ἤτανε ὁ ἅγιος Εὐστράτιος χριστιανὸς μυστικός. Κρυπτοχριστιανός. Μὲ μεγάλο κρατικὸ ἀξίωμα.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους ρήτορες καὶ φιλοσόφους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἤξερε πολλὰ γράμματα, ἀλλά, τὸ πιὸ σπουδαῖο, ἦταν ὅτι εἶχε ὑπέροχο ἦθος. Ἤθελε νὰ μαρτυρήσει, ἀλλὰ φοβότανε ὁ ἅγιος, μήπως δὲν ἀντέξει καὶ προδώσει τὸν Χριστὸ καὶ κάνει χειρότερα τὰ πράγματα. Τί ψυχές!

Κι ὁ Θεὸς τοῦ ἐφανέρωσε, μέσῳ τοῦ ἱερέως Αὐξεντίου, ἐκεῖ στὴ Σεβάστεια, τὴν πρωτεύουσα τῆς Ἀρμενίας, καὶ πῆρε τὸ θάρρος καὶ πῆγε στὸν ἔπαρχο Λυσία καὶ ὁμολόγησε τὴν πίστη του. Ὁ ἔπαρχος ξαφνιάστηκε. Δὲν περίμενε νά ’ναι ὁ Εὐστράτιος χριστιανός. Ὁ μεγάλος αὐτὸς σοφὸς καὶ ἱκανὸς καὶ ὑπέροχος. Προσπάθησε νὰ τὸν ἀλλάξει, νὰ τὸν μεταπείσει, ἐκεῖνος, ὄχι.

Καὶ τότε ἄρχισαν τὰ μεγάλα καὶ δεινὰ βασανιστήρια. Καὶ μόνο ποὺ τὰ διαβάζομε, ὑποφέρομε. Πόσο, μᾶλλον, νὰ τὰ ὑφιστάμεθα, κατὰ τὸν χειρότερο τρόπο. Ἐκεῖνος ἄντεξε, τὸν ἔκαμαν κομμάτια, σχεδόν, κι ὁ Χριστός μας τὸν ἔκαμε πάλι τελείως ὑγιῆ. Κι ἐκεῖ ἀνάμεσα ἦταν κι ἕνας νεαρός, ὀνόματι Εὐγένιος.

Καὶ βλέποντας τὰ μεγαλεῖα τοῦ ἁγίου καὶ τὴ θεραπεία ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Χριστός, λέει:

«Κι ἐγὼ χριστιανὸς εἶμαι.» Τὸν ἔδεσαν, λοιπόν, κι αὐτόν, καὶ πῆραν καὶ τὸν Εὐστράτιο, κι ἄρχισε νὰ τὸν φοβᾶται ὁ Λυσίας, καὶ τὸν πῆγαν στὴ Νικόπολη τῆς Ἀρμενίας. Τοῦ φόρεσαν παπούτσια, πέδιλα, μὲ πρόκες μέσα, καὶ τὸν ἔσερναν πρὸς τά ’κεῖ. Μαζὶ κι ὁ Εὐγένιος καὶ ὁ ἱερέας Αὐξέντιος, ποὺ τοῦ εἶπε νὰ πάει νὰ μαρτυρήσει.

Στὸ δρόμο, καθὼς πήγαιναν δεμένο καὶ ταλαιπωρούμενο τὸν ἅγιο Εὐστράτιο, ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ δὲν τὸν ἔπιανε τὸ μάτι σου, Μαρδάριος ὀνόματι, βλέποντας τὸν ἅγιο νὰ ὑποφέρει, συγκλονίστηκε.

Καὶ λέει: «Ἐγώ, τί κάνω; Κάθομαι ἐδῶ καὶ χαζεύω καὶ περνάω τὸν καιρό μου ἔτσι».

Λέει στὴ γυναίκα του: «Τί νὰ κάνω; Νὰ πάω κι ἐγώ, παιδί μου, νὰ μαρτυρήσω».

Κι ἐκείνη ἦταν εὐλογημένη. Καὶ λέει: «Νὰ πᾶς, Μαρδάριε.»

«Ποῦ ν’ ἀφήσω τὰ παιδιά μου,  ἐσένα;»

«Στὸν Χριστό, γιὰ τὸν Ὁποῖο θὰ μαρτυρήσεις. Καὶ μὴ φοβᾶσαι.»

Τί ἄνθρωποι ἦταν αὐτοί!

Καὶ πῆραν, λοιπόν, καὶ τὸν Μαρδάριο, δεμένον, καὶ ἔφθασαν στὴ Νικόπολη τῆς Ἀρμενίας. Ἐκεῖ ὁ Λυσίας, ὁ ἔπαρχος, κάλεσε, φοβερὸς ἤτανε καὶ ἀπάνθρωπος, κάλεσε τὸν Αὐξέντιο, τὸν ἱερέα, αὐτὸς ἦταν ἡ ἀρχὴ τῶν πραγμάτων, καὶ τὸν παρεκάλεσε ν’ ἀλλάξει.

«Ἐγώ», λέει, «δὲν ἀλλάζω. Κάνε ὅ,τι θέλεις. Ὁ Χριστός μου θὰ μὲ βοηθήσει μέχρι τὸ τέλος».

Τὸν ὑπέβαλε  σὲ δεινὰ βασανιστήρια, νὰ δοῦν τὰ μάτια σου, καὶ τοῦ ἔκοψε τὴν κεφαλὴ στὸ τέλος, ἀφοῦ ἐκεῖνος ἦτο ἀμετάπειστος. 

Καὶ στὴ συνέχεια κάλεσε τὸν Μαρδάριο, αὐτὸν τὸν χωρικό, ποὺ στὸ δρόμο τοὺς συνάντησε τοὺς μάρτυρες, καὶ πῆγε κι αὐτὸς καὶ συγκαταριθμήθηκε μ’ αὐτούς, ὑπέφερε κι ἐκεῖνος τὰ δεινὰ καὶ τὰ βάσανα, καὶ στὸ τέλος τὸν ἔκαμαν σχεδὸν κομμάτια καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν.

Ἦλθε ἡ σειρὰ τοῦ νεαροῦ Εὐγενίου κι ἐκεῖνος, τότε, μέσα στὰ ἀφόρητα δεινὰ καὶ βασανιστήρια, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Χριστό, ἀποκεφαλισθείς, στὸ τέλος. Θὰ μοῦ πεῖτε, τώρα, σᾶς τὰ λέω, νὰ τὰ ξεχάσετε; Ὄχι. Τὰ λέμε ἔτσι, νὰ τιμήσομε τοὺς ἁγίους. Οἱ ψυχοῦλες αὐτὲς ἔδωσαν τὰ πάντα γιὰ τὸν Χριστό.

Ὑπέφεραν. Βασανίστηκαν σκληρότατα. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νικοῦσαν, ἀλλὰ καὶ ἡ δική τους συμμετοχὴ στὸ μαρτύριο ἦταν μέγιστη. Πονοῦσαν, καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου, ἄντεχαν τοὺς φοβεροὺς πόνους. Γι’ αὐτὸ τὰ λέμε.

Γιατὶ εἶν’ αὐτὰ τὰ ἔπαθλα τῶν ἁγίων. Τὰ διάσημά τους. Καὶ μ’ αὐτὰ θὰ παρουσιασθοῦν στὴ Δευτέρα Παρουσία. Μὲ κομμένα κεφάλια στὰ χέρια, καὶ μὲ πληγὲς καὶ μὲ δεινὰ καὶ θὰ ποῦν: «Χριστέ μου, Ἐσὺ ἀπέθανες στὸν Γολγοθᾶ, γιὰ μᾶς, κι ἐμεῖς κάναμε ὅ,τι μπορούσαμε γιὰ Σένα».

Εἶναι πολὺ συγκινητικὸ αὐτό! Εἶναι ἀγάπη αὐτό. Εἶναι σχέση αὐτό. Εἶναι μαρτύριο, εἶναι θυσία. Εἶναι ὀμορφιὰ καὶ κατανόηση τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐθυσιάσθη γιὰ μᾶς. Κι ὅταν ἐμεῖς Τὸν ἀκολουθοῦμε καὶ θυσιαζόμεθα, πᾶμε μαζί Του στὸν Παράδεισο.

Ὁ Θεὸς ὅλους τοὺς μάρτυρες κι ὅλους τοὺς ἀδικημένους καὶ πονεμένους τοῦ κόσμου θὰ τοὺς βάλει μὲ τὸν Γυιό Του στὸν Παράδεισο. Μὴν τὸ ξεχνᾶμε αὐτό.

Πάει κι ὁ ἅγιος, λοιπόν, Εὐγένιος, καὶ μετὰ ὁ Λυσίας πῆγε νὰ γυμνάσει τὸν στρατό του. Καὶ καθὼς ἔκανε γυμνάσια, ἔκαναν ἀκόντιο, ἦταν ἀνάμεσα ἐκεῖ κι ἕνας στρατιώτης, ποὺ δὲν τὸν ἔπαιρνε τὸ μάτι σου. Ὁ Ὀρέστης.

Γιὰ σκεφθεῖτε. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἑλληνικὰ ὀνόματα. Χάριν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ ὄχι μόνον. Τῶν διαδόχων του καὶ τῆς χριστιανοσύνης. Τί σπουδαῖα! Ἡ γλώσσα, ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα τοῦ εὐαγγελίου.

Ἡ γλώσσα τοῦ Θεοῦ, ἡ γλώσσα τοῦ Παραδείσου, κατὰ κάποιο Ρῶσο ἅγιο τῆς ἐποχῆς μας. Κι ἐκεῖ, καθὼς ἔριχνε τὸ ἀκόντιο, σηκώθηκε λίγο ἡ  φανελίτσα κι ἐφάνη ὁ σταυρός, ποὺ φοροῦσε. Ἦταν μυστικοὶ χριστιανοί.

Κρυπτοχριστιανισμός. […] Λοιπόν. Κι ἐκεῖ εἶδε τὸν σταυρὸ τοῦ Ὀρέστη.

«Τί εἶσαι σύ;» λέει.

«Εἶμαι χριστιανός».

«Ὤ ρέ, τί ἔπαθα;» λέει. «Πέφτω σὲ χριστιανοὺς συνέχεια; Παντοῦ οἱ χριστιανοί; Πῶς μπαίνουν; Πῶς μπαίνει ὁ Χριστός σας; Ποῦ σᾶς βρίσκει; Καὶ ποῦ Τὸν βρίσκετε;» Ἀπορία εἶναι. […] Τί νὰ κάνει  τώρα; Πῶς νὰ τοὺς δικάσει αὐτός;

«Τί νὰ κάνω;» λέει. «Θὰ τοὺς πάω στὴ Σεβάστεια». Ἦταν ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἀρμενίας. Ξαναγύρισε. Μαζὶ μὲ τὸν  Εὐστράτιο. Τὸν φοβόταν τὸν Εὐστράτιο. Σοῦ λέει: «Κάτσε νὰ τοὺς δέσω νὰ τοὺς πάω στὸν Ἀγρικόλα.»

Ἦταν ὁ διοικητὴς ὅλης τῆς περοχῆς. Ὅλης τῆς Ἀρμενίας. Αὐτὸς ἦταν ἔπαρχος, μιᾶς περιοχῆς, ἐπαρχίας. Λοιπόν. Ἀγρικόλας. Γιατί φοβόταν τὸν ἅγιο Εὐστράτιο, ὅπως εἴπαμε; Γιατὶ μποροῦσε μὲ τὴ σοφία του, μὲ τὰ ἐπιχειρήματά του, νὰ τὸν καθηλώσει αὐτόν. Καὶ ἀφετέρου, μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, σοῦ λέει: «Νὰ μοῦ κάνει κανένα θαῦμα, νὰ  τοὺς κάνει ὅλους χριστιανούς. Καὶ τί κάνουμε μετά; Μπρίκια κολλᾶμε;»

Τοὺς δένει, λοιπόν, βέβαια, καὶ τοὺς πάει στὸν Ἀγρικόλα. Ἐκεῖνος τοὺς ἀνέκρινε, τοὺς κτύπησε, καὶ μάλιστα τὸν ἅγιο Εὐστράτιο, ἀφοῦ τοὺς χώρισε, τὸν ἅγιο Εὐστράτιο, ἀφοῦ τὸν κτύπησε ἀπηνέστατα, χωρὶς λύπηση, δηλαδή, τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή.

Καὶ τὸ βράδυ, πῆγε καὶ τὸν εἶδε τὸν ἅγιο Εὐστράτιο ὁ ἐπίσκοπος τῆς Σεβάστειας. Ὁ Βλάσιος. Ὁ ἅγιος Βλάσιος. Τὸν ξέρομε ὅλοι. Θαυματουργός. Ἅμα σᾶς πονᾶ ὁ λαιμός σας, ἅμα ἔχετε θέμα καταπόσεως, ἂν ἔχετε ὁ,τιδήποτε ἄλλο, παρακαλέστε, ἢ ἂν φᾶτε κανένα κοκκαλάκι καὶ αὐτό, παρακαλέστε τὸν ἅγιο Βλάσιο, εἶναι γιὰ τὰ λαιμά.

Κι ἤτανε γιατρός. Ἀπ’ τοὺς ἁγίους Ἀναργύρους κι αὐτός, ἔ. Εἰς τῶν ἁγίων Ἀναργύρων. Πῆγε, λοιπόν, ἐκεῖ, τὸν μετέλαβε, αὐτὴ εἶν’ ἡ ἀλληλεγγύη κι αὐτὴ εἶν’ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ κι ἡ θυσία. Τοῦ ’δωσε καὶ τὴ διαθήκη του ὁ ἅγιος Εὐστράτιος καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸν κάλεσε πάλι ὁ Ἀγρικόλας, κάλεσε πρῶτα τὸν Ὀρέστη, κι ὅταν εἶχε φτειάξει μιὰ σχάρα, τὴν εἶχε πυρώσει, καὶ πάνω σ’ αὐτὴ διέταξε νὰ ξαπλώσουν τὸν ἅγιο Ὀρέστη. Κι ἡ ψυχούλα τί ἔκανε; Δείλιασε.

Πάει κοντά του ὁ Εὐστράτιος, λέει:

«Ἔ, ἐδῶ. Θὰ φτάσομε μέχρι τὸ τέλος». 
«Ἀδελφὸς παρὰ ἀδελφοῦ βοηθούμενος ὡς πόλις ἰσχυρὰ καὶ ὀχυρά.»

Καὶ ἔτσι, ἐπάνω στὴ σχάρα, παρέδωσε τὸ  πνεῦμα του. Καὶ τὸν ἅγιο Εὐστράτιο, ἀφοῦ τὸν ταλαιπώρησε ἀκόμη πολύ,  τὸν ἔριξε μετὰ σὲ ἕνα καμίνι, ποὺ εἶχε  πυρακτωθεῖ τόσο πολύ, ποὺ ἤτανε φοβερό. Πόσους βαθμοὺς θά ’χε ἀνέβει αὐτό, ἡ θερμοκρασία του; Καὶ μέσα ’κεῖ ἡ ψυχούλα, ὁ ἅγιος Εὐστράτιος, ὁ μεγαλομάρτυς, παρέδωσε τὴν ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ.

Ἀφοῦ ὁδήγησε τόσους ἄλλους μάρτυρες στὸν οὐρανό.

Καὶ κατὰ τὰ χρόνια τὰ νεότερα, ἐκεῖ στὴ νῆσο Λέσβο, ὑπάρχει ἕνα ἐκκλησάκι ἀπόμερο τοῦ ἁγίου. Τῶν ἁγίων. Κι εἶχε πάει, ἀποβραδίς, σὰν ἀπόψε ὁ παπὰς νὰ λειτουργήσει. Κι ἔμεινε ἐκεῖ, νὰ κάνει καὶ τὴν ἄλλη μέρα Θεία Λειτουργία, ἔκανε μόνο τὸν ἑσπερινό, θὰ περίμενε κόσμο. Ἀλλὰ ἔριξε τόσο χιόνι, ποὺ δὲν μπόρεσε κανεὶς νὰ πάει.

Καὶ ἄρχισε, λοιπόν, τὸν ὄρθρο, μπῆκε στὴ Λειτουργία, καὶ τότε τί βλέπει; Πέντε νεαροὺς καὶ πιάνουν τὰ στασίδια. Τρεῖς ἀπ’ τό ’να μέρος καὶ δυὸ ἀπὸ τ’ ἄλλο καὶ ψέλνανε. Καὶ φτάσανε στὴν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ καὶ τότε, ἀντὶ κηρύγματος, παλιά, τί διάβαζαν; Τὸ Συναξάρι. Τοὺς Βίους τῶν ἁγίων. […]

Καὶ διάβαζε, λοιπόν, ὁ ἅγιος Ὀρέστης τὸν Βίο καὶ ἔφθασε στὸν ἑαυτό του καὶ λέει τὸ βιβλίο, ὅταν πῆγαν νὰ τὸν βάλουν ἐπάνω στὴ σχάρα, ἐδειλίασε. Κι ὁ ἅγιος, τί διάβασε; Τὸν πόνεσε αὐτό. «Ἐδειλίασε».

Κάνεις δὲν θέλει νά ’ναι κάτω. Νά ’ν’ ἀδύνατος. Τί διάβασε ὁ ἅγιος Ὀρέστης; «Ἐμειδίασε.»

Τοῦ λέει ὁ ἄλλος ἅγιος: «Ἐδειλίασε, λέει. Ἀφοῦ τό ’κανες.»

«Ὄχι», λέει, «Ἐμειδίασε.» Εἴδατε, δὲν ἀντέχει ὁ ἄνθρωπος τὴν προσβολή. Κι ὁ ἅγιος, ἀκόμη. Δυσκολεύεται. Γιατί ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη ἐν τιμῇ. Ἡ ἀτιμία ξέρετε πόσο τὸν φθείρει; Πόσο τὸν χαλάει;

Γι’ αὐτὸ κι ἡ μεγαλύτερη ἀτίμωση εἶναι ἡ ἁμαρτία. Τίποτε ἄλλο. Αὐτὴ εἶναι. Δὲν ἄντεξε ἡ ψυχούλα κι ἔλεγε «Ἐμειδίασε.» Καὶ πῆγαν νὰ μαλώσουν οἱ ἅγιοι κι ἐξαφανίστηκαν ὅλοι. Πήγανε στὸν οὐρανό. Γιὰ νὰ καταλάβει κι ὁ παπὰς ποιοί ἤτανε. Ἦταν οἱ ἅγιοι!

Πῆγαν οἱ ἅγιοι καὶ ἔβγαλαν τὸν παπά. Ἔβγαλαν τὴ Θεία Λειτουργία. Τί ὡραῖα ἦταν! Ὁ παπὰς τὸ θυμόταν αὐτὸ γιὰ πολλὲς μέρες. Γιὰ πολὺ καιρό.

Καὶ στὸ τέλος τῆς λειτουργίας ἦλθαν κι οἱ χριστιανοὶ μέσα ἀπ’ τὰ χιόνια καὶ τοὺς εἶπε τὸ διήγημα αὐτό, τοὺς μετέλαβε,  ἔκαναν χαρά, κλαίγανε ὅλοι. Ἦταν ἐκεῖ οἱ ἅγιοι! Ἔρχονται οἱ ἅγιοι!

Καὶ στὴ λειτουργία καὶ στὴν ἀκολουθία, μὲ πολλοὺς τρόπους. Ἔρχονται! Μᾶς βλέπουν. Μᾶς ἀγαπᾶνε. Πρεσβεύουν  γιὰ μᾶς. Μᾶς κάνουν συντροφιά. Ἀπ’ αὐτοὺς σωζόμεθα. Μὲ τόσα βάσανα πῶς στεκόμαστε, οἱ καημένοι;

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Χειμερινὸ Συναξάρι, τ. Α΄, ἐκδ. Ἀκτή.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 23ο – Τεῦχος 254 – Δεκέμβριος 2013 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley