Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος λειτουργῶν

Μιὰ συζήτηση μὲ τὴν μοναχὴ Χρυσαφένια

Τὸ 1984 στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Αἴγινα ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης κυρὸς Ἱερόθεος, μαζὶ μὲ τὸν τότε Πρωτοσύγκελλό του (νῦν Μητροπολίτη τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας κ. Ἐφραίμ) καὶ τὸν Ἀρχιερατικὸ Ἐπίτροπο τῆς νήσου π. Δαμασκηνὸ Χόντο συναντοῦσαν τὴν μακαριστὴ μοναχὴ Χρυσαφένια.

Σκοπὸς τῆς συνάντησης αὐτῆς ἦταν νὰ καταθέσει ἡ γερόντισα μοναχὴ τὶς ἀναμνήσεις της ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, τὸν ὁποῖο ὄχι ἁπλῶς γνώρισε ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία, ἀλλὰ εἶχε τὴν εὐλογία νὰ ζήσει κοντά του, κατὰ μεγάλα χρονικὰ διαστήματα, στὴν Μονή του καὶ νὰ δεχθεῖ στοργὴ ἰδιαίτερη ἀπὸ αὐτόν.

Ἡ μαρτυρία της εἶναι σημαντικὴ, γιατὶ ἀποκαλύπτει τὸν τρόπο ποὺ ἡ ἀγιότητα καθρεφτίζεται σὲ μιὰ παιδικὴ ματιά, σὲ μιὰ παιδικὴ ψυχή.


Ἡ Μοναχὴ Χρυσαφένια (Αἴγινα, 1984)

Μακαρ. Μητρ. Ὕδρας κ. Ἱερόθεος: Μὲ τὴ Γερόντισσα Μαγδαληνή, Χρυσαφένια, πόσα χρόνια γνωρίζεστε;

Μον. Χρυσαφένια: Ἀπὸ μικρὸ παιδάκι. Στὸ Μοναστήρι πῆγα πεντέμισι χρονῶν! Στὴν πρώτη τάξη. […] Πήγαινα-κατέβαινα γιατὶ πήγαινα σχολεῖο. Κάποτε ἀρρώστησα. Μὲ πόνεσε τὸ μάτι μου. Μὲ πῆγαν σ’ ὅλους τοὺς γιατροὺς καὶ θεραπεία δὲν εἶχα. Ἀντὶ καλύτερα, ἔγινα χειρότερα.

Μακαρ. Μητρ . Ὕδρας κ.Ἱερόθεος: Τί εἶχε τὸ μάτι σας; Ποιό ἦταν;

Μον. Χρυσαφένια: Ἄσπρο ἦταν, τὸ δεξιό. Δὲν ἔβλεπα ἀπ’ αὐτό. Μὲ παίρνει μία θεία μου καὶ λέει: «Τὴν πήγαμε στοὺς γιατρούς. Ἔχουμε ὅμως καὶ ἀνώτερους «γιατρούς» στὴν Αἴγινα! Θὰ τὴν πᾶμε στὸ Σεβασμιώτατο νὰ τὴ σταυρώσει μὲ τὴν Ἁγία Λόγχη».

Ὅταν λοιπὸν ἤρθαμε στὴν Αἴγινα, τῆς λέω «καλὲ θεία, πᾶμε στὸ Δεσπότη ποὺ εἶπες νὰ μὲ σταυρώσει μὲ τὴν Ἁγία Λόγχη». Νόμιζα – μικρὸ παιδάκι καθὼς ἤμουν – πὼς ἦταν φάρμακο ἡ Ἁγία Λόγχη! Δὲν ἤξερα. Αὐτοκίνητα τότε δὲν ὑπῆρχαν. Παίρνει ἡ θεία μου ἕνα γαϊδουράκι καὶ καθίζει. Ἐμένα μ’ ἔβαλε στὰ καπούλια. Ὅταν φτάσαμε στοὺς Ἁγίους Πάντες, μοῦ δείχνει τὸ Μοναστήρι.

– Ἐκεῖ θὰ πᾶμε, μοῦ λέει. Θὰ δοῦμε καὶ τὸν Παππούλη, νὰ σὲ σταυρώσει.

– Θεία, τῆς λέω, θὰ κατέβω. 

Κατεβαίνω ἀπὸ τὸ ζῶο καὶ κάνω τρεῖς μετάνοιες.

– Παναγίτσα μου, ἔλεγα κοιτάζοντας στὸν Οὐρανό, Χριστούλη μου κι ἐγὼ ἐδῶ νὰ κατοικήσω! Νὰ γίνω καλόγρια!

Στὸ Μοναστήρι ἐδῶ… Κατεβαίνει κι ἡ θεία μου κι ἔφαγα φάπες!

– Δὲν θὰ ξανακατέβεις ἀπὸ τὸ ζῶο μέχρι νὰ φτάσουμε στὸ Μοναστήρι, μοῦ λέει.

– Ὄχι, θεία μου. Δὲν θὰ ξανακατέβω.

Φτάσαμε στὸ Μοναστήρι. Στὴν Ἁγία Τριάδα. Ὁ Σεβασμιώτατος καθόταν πίσω, στὴ μουριά. Εἶχε μία πολυθρο-
νίτσα κι ἕνα σκαμνάκι ψαθωτὸ στὰ ποδαράκια του.

– Νὰ ὁ Παππούλης ποὺ θὰ σοῦ κάνει τὸ ματάκι σου καλά· μοῦ λέει ἡ θεία μου.

Πάω καὶ τὸν χαϊδεύω στὰ ποδαράκια του καὶ τοῦ λέω:

– Παππουλάκι μου σ’ ἀγαπάω, μὰ πόσο σ’ ἀγαπάω! Ἀπὸ τὴ γῆ ἴσαμε τὸν οὐρανό! Κι ἂν θὰ μοῦ κάνεις τὸ ματάκι μου καλά, θὰ σ’ ἀγαπάω ἀκόμα περισσότερο!

Κάθησα στὸ σκαμνάκι ποὺ ἦταν στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσα:

– Ἔλα, Παππούλη, νὰ μοῦ κάνεις τὸ ματάκι μου καλά.

Σηκώθηκε ὁ Σεβασμιώτατος, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, καὶ πήγαμε στὴν Ἐκκλησία. Παίρνει τὴν Ἁγία Λόγχη καὶ μὲ σταυρώνει. Ἐγὼ περίμενα καὶ φάρμακο νὰ μοῦ δώσει! Λέει τότε ὁ Σεβασμιώτατος στὴ Γερόντισσα Χριστοδούλη:

– Δῶσε στὴ θεία της μερικὰ τριαντάφυλλα τοῦ ἐπιταφίου νὰ τὰ βράσει, νὰ τῆς πλύνει τὸ ματάκι της.

Τὰ πῆρε ἡ θεία μου. Βγαίνοντας ὅμως ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ μάτι μου ἦταν ἐντελῶς καλά! Εἶδα τὸ
φῶς μου! Καθάρισε τὸ μάτι μου. Ποῦ νὰ φύγω ἀπὸ τὸν παππού…

– Παππουλάκι μου, δὲν φεύγω ὅ,τι καὶ νὰ μοῦ πεῖτε!

– Ἄμε παιδί μου στὸ σχολεῖο, νὰ μάθεις καὶ γράμματα, νά ‘σαι καὶ χρήσιμη στὸ Μοναστήρι.

– Ὄχι, Παππούλη μου, δὲν φεύγω! Θὰ κάτσω στὸ Μοναστήρι. Ἐδῶ κοντά σου.

Πάω καὶ κρύβομαι σὲ κάτι καναπέδες πού ‘χουνε στὸ «Γεροντικό». Φαινόντουσαν μόνο τὰ ποδαράκια μου. Οἱ
καλόγριες λέγαν μεταξύ τους: «ἡ μικρὴ φοβήθηκε καὶ θὰ πῆρε τὸ δρόμο κι ἔφυγε». Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος τοὺς εἶπε: «Δὲν ἔχει φύγει. Θὰ τὴν εὕρω ἐγώ».

Ἔρχεται καὶ μὲ βρίσκει στὸ «Γεροντικό».

– Ἔλα, παιδί μου, μοῦ λέει, βγὲς ἔξω.

Βγῆκα. Ἡ θεία μου ἔκλαιγε:

– Θὰ τὸ μάθει ὁ πατέρας σου στὴν Ἀμερικὴ καὶ θὰ χάσετε καὶ τὸ ψωμί. Δὲν θά ‘χετε ψωμάκι νὰ φᾶτε…

– Ἐμεῖς θά ‘χουμε πιὸ πολλά, ἂν ἔρθω ἐγὼ στὸ Μοναστήρι, τῆς ἔλεγα. Δὲν ἔρχομαι κάτω.

– Ἄμε, παιδί μου, λέει ὁ Ἅγιος. Ἄμε καὶ θὰ στέλνω ἐγὼ τὴ Γερόντισσα Ἀθανασία, τὴ Γερόντισσα Δαμιανὴ – ποὺ κα-
τεβαίνουνε καὶ ψωνίζουν – καὶ θὰ σὲ φέρνουν μὲ τὸ ζῶο.

Θυμᾶμαι καὶ τὸ ζῶο πῶς τὸ λέγανε. Εἶχαν ἕνα μικρὸ ζῶο καὶ τὸ λέγανε «Λίζα». Τὸ θυμᾶμαι γιατὶ ἀνέβαινα στὰ καπούλια καὶ ἀκολουθοῦσα στὰ ψώνια τὴ Γερόντισσα Δαμιανή, τὴ Γερόντισσα Ἀθανασία, τὴ Γερόντισσα Χριστο-
φόρα. Στὸ σπίτι μας μένανε.

Μοναχὴ κρατώντας τὴν Κάρα τοῦ Ἁγίου

Μακαρ. Μητρ. Ὕδρας κ. Ἱερόθεος:Τότε γιὰ πρώτη φορὰ γνώρισες τὸ Σεβασμιώτατο;

Μον. Χρυσαφένια: Ναί. Πεντέμισι χρονῶν. Τότε ποὺ μοῦ ἔκανε τὸ μάτι μου καλά. Συνέχισα νὰ πηγαίνω σχολεῖο. Ἐρχόντουσαν καὶ μὲ παίρναν ἡ Γερόντισσα Δαμιανή, ἡ Γερόντισσα Ἀθανασία…

Εἶχε νὰ μὲ δεῖ κάποτε ὁ Σεβασμιώτατος καμιὰ βδομάδα. Μὲ βλέπει στὸ ὄνειρό του. Ὅταν εἶχαν συμβούλιο μὲ τὶς καλόγριες, τὴ Γερόντισσα Ξένη, τὴ Γερόντισσα Χριστοφόρα, τὴ Γερόντισσα Χαριτίνη – παλαιὲς καλόγριες – τὶς ρώτησε γιὰ μένα.

– Εἶναι ἄρρωστη, Σεβασμιώτατε, καὶ δὲν σᾶς τὸ εἴπαμε.

– Ἀπόψε τὴν εἶδα στ’ ὄνειρό μου. Φόραγε μιὰ χρυσὴ φορεσιὰ καὶ τῆς πέρασα κι ἕνα χρυσὸ σταυρό! Ἔπρεπε νὰ μοῦ τό ‘χατε πεῖ…

Μόλις βγῆκαν οἱ καλογριὲς ἔξω, ἔρχεται ἡ Γερόντισσα Ἀκακία στὸ κελλί. Στὸ δικό της κελλὶ ἔμενα. Μοῦ εἶχαν ἕνα ντιβανάκι κι ἔμενα. Δίπλα στὸ «σχολεῖο». Πῆγα στὸ Σεβασμιώτατο.

– Καλῶς τὴν ὁσία Χρυσαφένια! Καλῶς τὸ καλό μου παιδί!

Τοῦ φίλησα τὸ χεράκι, τὰ ποδαράκια του.

– Παππουλάκι μου, Παππουλάκι μου, εἶχ’ ἀρρωστήσει ἀλλὰ τὸ μυαλό μου κι ὁ λογισμός μου ἦταν ἐδῶ!

– Κάθησε, παιδί μου.

Παίρνει τὸ ὠμοφόριο καὶ τὸ πετραχήλι καὶ μὲ «διαβάζει».

– Ἀπὸ σήμερα νὰ μὴν ἀκούσω νὰ σὲ φωνάζουνε Δημητρούλα! Ὅταν ἀκοῦς τό ‘νομα «Χρυσαφένια» θ’ ἁπαντᾶς! Γιὰ νὰ τὸ μάθουν οἱ καλογριές[…]

Μακαρ. Μητρ. Ὕδρας κ. Ἱερόθεος: Πήγαινες ἐν τῷ μεταξὺ στὸ σχολεῖο;

Ἡ πρώτη Ἡγουμένη τοῦ Μοναστηριοῦ, Ξένη μοναχή (ἡ τυφλή)

Μον. Χρυσαφένια: Μάλιστα. Ἔβγαλα μέχρι καὶ τὴν Τετάρτη. Μοῦ ‘λεγαν νὰ πάω καὶ παραπέρα, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἤθελα, γιατὶ φοβόμουν νὰ μὴ χάσω τὸ Μοναστήρι! Δώδεκα χρονῶν ἤμουνα ὅταν κοιμήθηκε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος· τὸ 1920. Καμιὰ φορὰ μὲ ρώταγε ὁ Ἅγιος:

– Πόσων χρονῶν εἶσαι, παιδί μου;

– Ξέρω ‘γώ, Παππούλη; Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἔχω γεννηθεῖ!..

– Χρυσὸ στόμα, παιδί μου, νά ‘χεις! μοῦ ‘λεγε καὶ χαμογελοῦσε.

Μ’ ἔπαιρνε καὶ πηγαίναμε πάνω στὴν Ἐπισκοπή. Στὸ δρόμο μὲ ρωτοῦσε:

– Σήμερα, παιδί μου, εἶναι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Γιατί τὸν λένε Πρόδρομο;

– Τὸ ἐπώνυμό του ἦταν, Παππούλη! τοῦ λέω ἐγώ.

– Ὄχι, παιδί μου. Προπορεύτηκε τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό. Ἕξι μῆνες εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸ Χριστό μας, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης.

Ἄλλη μιὰ μέρα, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, βγήκαμε περίπατο. Κρατοῦσε ἕνα καλαμάκι γιὰ νὰ στηρίζεται. Τὸ εἶχα αὐτὸ τὸ καλαμάκι καὶ μοῦ τὸ πῆρε μιὰ καλογριὰ στὴν Πάτμο.

– Σήμερα, παιδί μου, εἶναι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, μοῦ λέει. Γιατί τοὺς λέγαν Ἀναργύρους, τὸν Κοσμᾶ καὶ τὸν Δαμιανό;

– Τὸ ἐπώνυμό τους ἦταν, Παππούλη! τοῦ ἀπαντῶ.

– Ὄχι, παιδί μου. Ἦταν γιατροὶ καὶ δὲν παίρνανε ἀργύρια. Γι’ αὐτὸ τοὺς λένε Ἁγίους Ἀναργύρους.

– Καὶ τί εἶναι, Παππούλη, τ’ ἀργύρια;

– Χρήματα, Χρυσαφένια παιδί μου. Δὲν τά ‘παιρναν. Γιάτρευαν δωρεάν.

Κάποια μέρα ἦρθε ἡ Ζηνοβία ἡ Λαλαούνη, ποὺ σήμερα λέγεται Νεκταρία κι εἶναι καλόγρια στὸ Μοναστήρι τῆς
Φανερωμένης στὸ Χιλιομόδι, νὰ μὲ πάρει νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ Μεσαγρό. Πήγαμε στὴ Γερόντισσα Ξένη νὰ πάρουμε τὴν ἄδεια.

– Νὰ πᾶς στὸν Παππού σου νὰ τὸ πεῖς, μοῦ λέει ἡ Ἡγουμένη.

Πήγαμε στὸ Σεβασμιώτατο. Τοῦ λέω:

– Παππουλάκι μου, νὰ πάω κι ἐγὼ στὸ Μεσαγρό, ποὺφοβᾶται ἡ Ζηνοβία νὰ πάει μόνη της;

– Ὄχι, παιδί μου. Ἡ μανούλα σου ξέρει πὼς εἶσαι στὸ Μοναστήρι. Ἄν σοῦ συμβεῖ τίποτα; Νὰ πᾶς ἀπὸ πίσω ἀπὸ
τὸ Μοναστήρι, πού ‘ναι γύρω-γύρω οἱ πεζουλίτσες νὰ τὴ βλέπεις ὥσπου νὰ χαθεῖ στὸ μονοπάτι ἡ Ζηνοβία.

Ἐγὼ τότε στενοχωρημένη, λέω ἀπὸ μέσα μου οὔτε κἂν τὸ ψιθύρισα:

– Μὲ ὑποχρέωσες, Παππούλη!

Γυρίζει ὁ Ἅγιος καὶ μοῦ λέει:

– Μὲ ὑποχρέωσες, παππούλη!

– Παππούλη μου, δὲν τὸ φώναξα! Ἀπὸ μέσα μου τὸ εἶπα! […]

Ἡ Μοναχὴ Ἀγαπία-Νεκταρία

Μακαρ. Μητρ. Ὕδρας κ. Ἱερόθεος: Τί ἄλλο θυμᾶσαι, Χρυσαφένια;

Μον. Χρυσαφένια: Θὰ σᾶς πῶ τότε ποὺ ἦρθε ὁ Δεσπότης ὁ Μελέτιος (σ.σ. πρόκειται γιὰ τὸ Μητροπολίτη Ἀθηνῶν Μελέτιο Μεταξάκι, κατοπινὸ Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη). Εἶχαν ἀνάψει λαμπάδες οἱ καλογριές. Ἐμένα μοῦ ‘χαν δώσει τὸ καλαθάκι μὲ τὰ τριαντάφυλλα. Τὸ κρατοῦσα καὶ παίρναν ἀπὸ ‘κεῖ καὶ τὸν ραίνανε! Ὅταν ἔφυγε ὁ Μελέτιος, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἦταν στενοχωρημένος. Πλησίασα:

– Γιατί, Παππουλάκι μου, εἶσαι στενοχωρημένος; Τί ἔχεις;

– Παιδί μου, θὰ μᾶς πάρεις στὸ σπίτι σας;

– Μὰ τί νὰ κάνετε στὸ σπίτι μας! Εὐχαρίστως, Παππούλη…

– Νὰ μείνουμε ἐκεῖ…

– Στάσου, Παππουλάκι, νὰ μετρήσω τὰ κρεβάτια.

Τὰ μέτραγα, τὰ μέτραγα. Μοῦ φαίνονταν λίγα.

– Δὲν μᾶς παίρνει, Παππούλη.

Ἀλλὰ γιατί νὰ φύγουμε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι; Ἐγὼ θέλω στὸ Μοναστήρι νὰ μείνω. Θέλω μὲ τὶς καλόγριες.

– Πήγαινε λοιπόν, παιδί μου, στὴν Παναγία τοῦ πρόναου καὶ κάνε μιὰ προσευχή.

Δὲν μοῦ ‘πε τί προσευχὴ νὰ κάνω. Πῆγα καὶ γονάτισα στὴν Παναγία κι ἔλεγα:

– Παναγία μου, ἐξολόθρευτον! Παναγία μου, ἐξολόθρευτον!

Ἄργησα στὴν προσευχή. Πάει ἡ Γερόντισσα Χαριτίνη καὶ λέει στὸ Δεσπότη:

– Θὰ φοβήθηκε ἡ μικρή, Σεβασμιώτατε, κι ἔφυγε…

– Ὄχι, Γερόντισσα Χαριτίνη. Δὲν ἔφυγε. Στὴν Ἐκκλησία εἶναι. Ἄμε φέρτηνε.

Ἔρχεται καὶ μὲ παίρνει ἡ Γερόντισσα Χαριτίνη. Μὲ πάει στὸ Σεβασμιώτατο:

– Παιδί μου, τί ἔλεγες τόσες ὧρες;

– Παππουλάκι μου, ἔλεγα νὰ τὸν ἐξολοθρεύσει ὁ Θεός, νὰ πεθάνει γιὰ νὰ σώσουμε τὸ Μοναστήρι!

– Παιδί μου! Ἔλεγες ἐσὺ τέτοια πράγματα; Τὸ στόμα σου πρέπει νὰ εἶναι μέλι καὶ ζάχαρη!

Μὲ γονατίζει πάλι στὴν Παναγία καὶ μοῦ διαβάζει συγχωρητικὴ εὐχή.

– Ἄλλη φορά, παιδί μου, μὴν τὸν ξαναπεῖς αὐτὸ τὸ λόγο.[…]

Ἄλλη μιὰ φορὰ εἴχανε ζυμώσει. Μοῦ κάνανε κουλούρα κάθε φορὰ ποὺ ζυμώνανε. Μοῦ λέγαν νὰ μὴν τὸ πῶ στὶς
ἄλλες καλογριές. Μιὰ μέρα μοῦ λέει ὁ Σεβασμιώτατος:

– Ἔλα ‘δῶ, παιδί μου. Σοῦ κάναν καμιὰ κουλούρα, ποὺ πᾶς καὶ τὶς βοηθᾶς ἐκεῖ ποῦ κάνουνε τὰ ψωμιά;

– Μοῦ κάνανε, Παππουλάκι, ἀλλὰ μοῦ ‘πανε νὰ μὴν τὸ πῶ!

Γέλασε καὶ μὲ σταύρωσε.

– Φέρτηνε, νὰ μὴν τὴ φᾶς ὅλη μαζεμένη. Θ’ ἀρρωστήσεις.

Μόλις μπαίνουνε στὸ Γεροντικό, ἔχει ἕνα μπουφέ. Ἐκεῖ μοῦ τὰ φυλάγανε τὰ γλυκὰ γιὰ νὰ μὴν τὰ τρώω μαζεμένα καὶ πάθω τίποτα. Εἶχα ἕνα τραπεζάκι στρογγυλὸ στὸ κελλὶ τοῦ Σεβασμιώτατου μπροστὰ κι ἔτρωγα. Τὶς καλὲς μέρες ἔτρωγα μαζὶ μὲ τὶς ἀδελφὲς στὸ τραπέζι. Ἀλλὰ στὸ μικρὸ ἔτρωγα μὲ τὸ Σεβασμιώτατο. […]

Ἡ Μοναχὴ Εὐφημία

Μακαρ. Μητρ. Ὕδρας κ. Ἱερόθεος: Ἔψελνες ποτὲ ἅμα ζοῦσε ὁ Ἅγιος;

Μον. Χρυσαφένια: Μὲ παίρνανε κοντά. Τότε ἔψελνε ἡ Γερόντισσα Θεοδοσία, ἡ Γερόντισσα Ἀκακία, ἡ Γερόντισσα Χριστοφόρα.

Μακαρ. Μητρ. Ὕδρας κ. Ἱερόθεος: Ποιά ἔψελνε καλύτερα ἀπ’ τὶς τρεῖς;

Μον. Χρυσαφένια: Ἡ Γερόντισσα Χριστοφόρα. Ἡ Γερόντισσα Θεοδοσία εἶχε πιὸ δυνατὴ φωνή.

Μακαρ. Μητρ. Ὕδρας κ. Ἱερόθεος: Ὅταν ἦρθε ἦταν πολὺ ἄρρωστη ἡ Θεοδοσία;

Μον. Χρυσαφένια: Εὐμορφία τὴ λέγανε. Τὰ θυμᾶμαι καὶ τὰ κοσμικὰ ὀνόματα. Ἔβγαζε ἀφρούς. Γύριζε τὰ μάτια της. Ὁ Ἅγιος τὴν ἔκανε καλά. Καὶ τὴ Μητροδώρα. Ἦρθε ὕστερ’ ἀπὸ τὸν Ἅγιο. Τὴν ἔφερε στὸν τάφο του ὁ πατέρας της. Πήγανε καὶ τὰ προβατάκια ποὺ κουβάλησαν μαζί τους, γύρω! Ἐκεῖ ἔγινε καλά. Κι ἡ Παρθενία ἡ Κράκαρη ἦταν πολὺ ἄρρωστη. Ἡ Γερόντισσα Ἀκακία, ψάλτρια καλὴ θυμᾶμαι καὶ καλὴ καλογριά. Ὅλες καλές! Ἡ Γερόντισσα Χαριτίνη εἶχε τὸν ξενώνα, ἐδῶ ἔξω.

Μακαρ. Μητρ. Ὕδρας κ. Ἱερόθεος: Ἡ Μαγδαληνή, εἶχε τὴν ἀκοίμητη προσευχή;

Μον. Χρυσαφένια: Ὅλη νύχτα. Κάθε βράδυ. Τῆς εἶχε πεῖ ὁ Ἅγιος καὶ προσευχόταν. Τὴν εἶχε κάνει διακόνισσα.
Καθόταν τὴ νύχτα σὲ μιὰ καρέκλα ἔξω στὴν ταράτσα κι ἔκανε κομποσχοίνι. Ἔβγαινα καὶ τὴν ἔβλεπα. Τῆς ἔλεγα:

«Θὰ κρυώσετε, δὲν πᾶτε μέσα;».

Γύριζε γύρω-γύρω τὸ Μοναστήρι καὶ προσευχόταν μέχρι τὶς 3 ποὺ χτύπαγε τὸ καμπανάκι! Ἔκανε ἐπίσης μὲ τὴν Ἀγαθονίκη κι ἄλλη μιά, ὀκτάωρες προσευχές. Τὴν εἶχε μάθει ὁ Ἅγιος νὰ λέει τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με» καὶ τὸ «Θεοτόκε Παρθένε…». Μὲ ρώτησε μιὰ φορὰ ὁ Σεβασμιώτατος:

– Καλό μου παιδί, ὅταν λὲς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», τί αἰσθάνεσαι;

– Χορεύει ὁ Χριστούλης μέσα μου, Παππουλάκι! Ὅ,τι μοῦ ‘ρχόταν τοῦ ‘λεγα…

– Ὅταν κοινωνᾶς, παιδί μου, τί αἰσθάνεσαι στὴν ψυχούλα σου;

– Ἀπὸ τὸ στόμα μου ἴσαμε τὴν κοιλιά μου χορεύει, τοῦ ‘λεγα!

Μικρὸ παιδάκι ἤμουν. Ὅ,τι μοῦ ‘ρχόταν στὸ νοῦ τό ‘λεγα!..

Νὰ σᾶς πῶ καὶ γιὰ τὴ Γερόντισσα Εὐνίκη. Ἦταν παράλυτη στὸ κρεβάτι. Μοῦ λέει ὁ Ἅγιος νὰ πάω νὰ τῆς «μάθω» τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με». Γιὰ νὰ τῆς κάνω παρέα. Ἐκείνης τῆς ἄρεσε ἡ παρέα μου. Καὶ μοῦ ‘λεγε ὅτι δὲν τό ‘μαθε, γιὰ νὰ κάθομαι συνέχεια κοντά της!

– Ἐμένα μοῦ τό ‘πε τρεῖς φορὲς ὁ Σεβασμιώτατος καὶ τό ‘μαθα. Τῆς ἔλεγα.

– Ἐγὼ δὲν τό ‘μαθα, μοῦ ἀπαντοῦσε χαμογελώντας. Εἶμαι γριούλα καὶ δὲν τό ‘ μαθα…

Ἡ Γερόντισσα Χριστοφόρα

Μακαρ. Μητρ. Ὕδρας κ. Ἱερόθεος: Τί ἄλλο θυμᾶσαι, Χρυσαφένια;

Μον. Χρυσαφένια: Κάποτε ἦταν ἀνομβρία. Εἶχαν κατεβάσει τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴ Χρυσολεόντισσα ἐδῶ στὸ Μοναστήρι μας. Τὴν εἶχαν ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ προσκυνοῦσε ὁ κόσμος. Ἔλεγα στὴ Γερόντισσα Εὐνίκη ποὺ ἦταν παράλυτη:

– Καλὲ Γερόντισσα, σήκω νὰ προσκυνήσεις κι ἐσύ!
Τόσο μυαλὸ εἶχα…

– Ἀφοῦ, παιδί μου, ξέρεις ὅτι δὲν περπατάω…

– Θὰ σὲ πάρω ἀπὸ τὸ χεράκι. Νὰ προσκυνήσω κι ἐγώ. Ἐγὼ θὰ σὲ πάω. Ξαφνικὰ σηκώθηκε καὶ πῆγε καὶ προσκύ-
νησε μόνη της! Ἡ Παναγία τὴν ἔκανε καλά! […]

Μακαρ. Μητρ. Ὕδρας κ. Ἱερόθεος: Ὅταν κοιμήθηκε ὁ Ἅγιος, ἤσουν ἐδῶ;

Μον. Χρυσαφένια: Βέβαια. Πῆγα καὶ κάθησα κάτω ἀπὸ τὸ φέρετρο καὶ δὲν ἔφευγα! «Θὰ πάω κι ἐγὼ μὲ τὸν
Παππούλη μου», τοὺς ἔλεγα. Μὲ τραβάγαν, ἡ Γερόντισσα Ἀκακία, οἱ ἄλλες, τίποτα ἐγώ. «Θὰ πεθάνει καὶ τοῦτο» λέγανε. Ὅλο ἔκλαιγα. Ἀρρώστησα ἀπὸ τὴ θλίψη μου.{…}

Μακαριστὸς Μητροπολίτης Ὕδρας κ. Ἱερόθεος: Ποιές Μοναχὲς θυμᾶσαι;

Μ. Χρυσαφένια: Τὴ Γερόντισσα Ξένη, τὴ Γερόντισσα Χαριτίνη, τὴ Γερόντισσα Θεοδοσία, τὴ Γερόντισσα Μαγδαληνή, τὴ Γερόντισσα Χριστοφόρα, τὴ Γερόντισσα Κασσιανή, τὴ Γερόντισσα Εὐνίκη, τὴ Γερόντισσα Ἀκακία κι ἄλλες.

Στὴ Χρυσολεόντισσα πῆγα μετὰ τὸ 1935. Μὲ πῆρε ἡ Ἡγουμένη Μαγδαληνή. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος τὴν ἔκανε Ἡγουμένη τῆς Χρυσολεόντισσας. Μάλιστα, ὁ ἴδιος ἤθελε νὰ μὲ πάρει νὰ μάθω γράμματα. Δὲν πῆγα, γιατὶ  ἤθελα νὰ μείνω γιὰ πάντα στὸ Μοναστήρι…

Ἡ Γερόντισσα Μαγδαληνὴ μὲ λάτρευε.

Ὅ,τι κι ἂν ἔκανα μοῦ τὰ συγχώραγε! Γι’ αὐτὸ πῆγα πάνω. Στενοχωριόμουνα ὅμως, γιατὶ ἤμουνα μακριὰ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου. Εἶδα ἕνα βράδυ τὸ Σεβασμιώτατο στὸν ὕπνο μου καὶ μοῦ λέει:

– Κι ἐδῶ στὴν Παναγία, κοντά σου εἶμαι, παιδί μου!

Ἔτσι ἡσύχασα.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μίλησα μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο»,Α΄ τόμος, Μανώλη Μελινοῦ.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 19ο -Τεῦχος 209 – Noέμβριος 2009 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements