τοῦ Κωνσταντίνου Κούρκουλα

Ἕνας ἀγράμματος καλόγηρος ἦταν ὁ πατὴρ Γαβριήλ. Ἀλλὰ χρόνια καὶ χρόνια ἕνα πλῆθος ἀπὸ γραμματισμένους καὶ ἀπαίδευτους ἀνηφόριζαν τὸν λόφο τοῦ μοναστηριοῦ, γιὰ νὰ δεχθοῦν τὶς συμβουλές του καὶ ν’ ἀναπαύσουν τὴν ψυχή τους στὸ ἁγιασμένο ξομολογητήρι του.

Προτοῦ γίνη μοναχός, τὸν ἔλεγαν Φίλιππο. Νέο παιδὶ μπάρκαρε ἀπὸ τὴ Λευκάδα, τὴν πατρίδα του, ζητώντας δουλειά. Ἔπιασε στὴν Πάτρα, σ’ ἕνα ἀγρόχτημα ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι.

Γρήγορα ἡ ἀρετή του ἔγινε γνωστὴ γύρω. Ἦλθε σὲ γνῶσι καὶ τοῦ ἐναρέτου ἐπισκόπου τῶν Πατρῶν Ἱεροθέου Μητροπούλου, ποὺ ἔβαλε σὲ παρακολούθησι τὸ παλληκάρι. Κι ἔπειτα ἀπὸ καιρὸ τοὔστειλε προσταγὴ νὰ πάη στὴν Ἐπισκοπή.

Ἀπίστευτη φάνηκε στὸν Φίλιππο ἡ πρόσκλησι αὐτή. Μπερδευόντουσαν τὰ πόδια του ἀπὸ ντροπή, καθὼς ἀνέβαινε τὰ σκαλοπάτια τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐξέπληξε ἦταν ὁ λόγος ποὺ τὸν ἤθελε ὁ Δεσπότης.

Εἶχε ἀποφασίσει νὰ τὸν χειροτονήση! Ὁ Φίλιππος ἀντιστάθηκε.

– Δὲν ξέρω οὔτε τὴν ἄλφα, Δεσπότη μου, τοῦ εἶπε. Θὰ φρίξη ὁ κόσμος μὲ μένα καὶ θὰ ντροπιασθῆ ἡ ἁγιωσύνη σου.

Ἀλλὰ ὁ Δεσπότης ἦταν ἀνένδοτος καὶ ὁ Φίλιππος ὑπέκυψε. Ἀνέλαβε νὰ τὸν προετοιμάση γιὰ τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς ἱερωσύνης ὁ πνευματικὸς τῆς Ἐπισκοπῆς πατὴρ Εὐσέβιος Ματθόπουλος κι ὅταν ἦρθε ἡ πρέπουσα ὥρα φόρεσε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα καὶ πῆρε τὸ καλογερικὸ ὄνομα Γαβριήλ.

Ἕνας βίος ἰσάγγελος ἄρχισε ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη.Μιὰ ζωὴ ἀφιερωμένη ὁλοκληρωτικὰ στὸν Χριστό, ποὺ θἄθελα βιβλίο πολυσέλιδο γιὰ νὰ τὴν ἐξιστορήσω. Ἀλλὰ ἡ ζωή του μένει νωπὴ στὴ μνήμη τῶν εὐλαβῶν Πατρινῶν. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1939 τὸν πέρασα στὸ μοναστήρι τοῦ Γεροκομειοῦ.

Βρισκόμαστε στὶς παραμονὲς τοῦ πολέμου.

Οἱ λόγοι τοῦ Χίτλερ καὶ τ’ ὄνομά του εἶχαν κατακλύσει τὸ στερέωμα. Εἴχαμε ἀποσπερίσει ἐκεῖνο τὸ δειλινὸ ὅταν μὲ κάλεσε ὁ πατὴρ Γαβριὴλ στὸ κελλί του. Ἤθελε νὰ μὲ φιλέψη φροῦτα.

Δίνοντάς μου τὰ σταφύλια, μὲ ρώτησε περίεργα:

– Αὐτὸς ὁ Χίντλερ μὲ ποιούς εἶναι, παιδάκι μου; Μὲ τοὺς Ἐγγλέζους;

– Ὄχι, Γέροντα. Μὲ τοὺς Γερμανούς, τοῦ ἀπήντησα.

– Ὁ Θεὸς νὰ τὸν φωτίση κι αὐτόν.

– Γιατί, παπούλη –ρώτησα– δὲν τὰ ξέρετε αὐτά; Δὲν διαβάζετε ἐφημερίδα;

– Χμ!.. Εἶμαι τιμωρημένος, μοῦ ἀπήντησε γελαστά. Πῆρε ἕνα βαθὺ ἀναστεναγμὸ καὶ μοῦ διηγήθηκε τὴν αἰτία τῆς τιμωρίας του.

Στὰ ’13 ἤμουνα ἐφημέριος σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Ἠλείας. Ἦταν καὶ τότε πόλεμος. Δὲν προλάβαινα νὰ τελειώσω τὸν ἑσπερινὸ κι ἔτρεχα διψασμένος γιὰ νὰ πάρω ἐφημερίδα φρέσκια ποὺ τὴν ἔφερνε τὸ τραῖνο.

Θυμᾶμαι σὰ νἆναι τώρα τὸ ἀπογευματινὸ ἐκεῖνο ποὺ ἔφτασε ἡ εἴδησι πὼς οἱ Βούλγαροι μπῆκαν στὴ Θεσσαλονίκη. Μόλις διάβασα τὴν εἴδησι αὐτὴ ἄναψε τὸ αἷμα μου.

– Ἄχ! νἄμουν ἐκεῖ νὰ σφάξω δέκα! μουρμούρισα μὲ λύσσα. Ἀλλὰ δὲν ἄργησα νὰ αἰσθανθῶ τὴν πτῶσι μου.

«Βρέ, Γαβριήλ, εἶπα. Ντροπή σου! Παπὰς εἶσαι σύ; Ἔ; Παπὰς εἶσαι ἢ λήσταρχος; Φτοῦ σου, Γαβριήλ»…

Ἕνας κόμπος ἔπνιξε τὴ φωνὴ στὸ λαιμό του. «Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διὰ παντός». Τὰ μάτια του βούρκωσαν καὶ βιάσθηκε νὰ τελειώση.

– Ἀπὸ τότε ἔβαλα κανόνα στὸν ἑαυτό μου νὰ μὴ ξαναδιαβάσω ἐφημερίδα. Κι οὔτε τὴν ξανάπιασα στὰ χέρια μου…

Ἦταν γνωστὴ ὄχι ἁπλῶς ἡ ἀφιλοχρηματία, ἀλλ’ ἡ τέλεια περιφρόνησι τοῦ πατρὸς Γαβριὴλ πρὸς κάθε τι τὸ ὑλικό.
Παρ’ ὅλη τὴ φροντίδα τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν, ἔφτανε 
πολλὲς φορὲς σὲ πλήρη ἔλλειψι καὶ τῶν στοιχειωδεστάτων πραγμάτων, γιατὶ δὲν πρόφτανε νά… μοιράζη.

Θυμᾶμαι πὼς ὅταν ἔπεσε στὸ κρεββάτι ἄρρωστος, τοῦ θανάτου πιά, τὸν ἐπισκέφθηκε ἕνας φτωχόπαπας ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Ρούμελης. Τοῦ μίλησε γιὰ τὴ συμφορά του. Ἀλλὰ ὁ πατὴρ Γαβριὴλ δὲν εἶχε τίποτα, μὰ τίποτα ἀπολύτως νὰ τοῦ δώση. Νἄφευγε πάλι ἔτσι ὁ παπὰς τοὐρχόταν ἄσχημο.

Ἄνοιξε τὸ μπαοῦλο ποὖχε δίπλα στὸ κρεββάτι του, ἔβγαλε τὰ φτωχὰ λευκὰ ἄμφιά του, τὰ μόνα ποὺ εἶχε, καὶ τἄδωσε στὸν παπά.

– Γέροντα, τί ἔκαμες; –ρώτησε ὁ ἡγούμενος σὰν τὄμαθε. Μὲ τί θὰ λειτουργῆς τώρα;

– Ἄ! Δὲν θὰ ξανασηκωθῶ τώρα πιά, ἀπάντησε ἤρεμα ὁ Γέροντας.

– Μὰ καλά. Κι ἂν πεθάνης, μὲ τί ἄμφια θὰ σὲ σαβανώσουμε;

Κάρφωσε τὰ μάτια συγχισμένος στὸν ἡγούμενο ὁ Γέροντας. Δὲν τὄχε σκεφθῆ αὐτό. Εἶχε ξεχάσει πὼς τὰ ἄμφια αὐτὰ θὰ ἦταν ἡ μοναδικὴ περιουσία ποὺ θἄπερνε στὸ τελευταῖο ταξείδι. Μὰ νά, τώρα εἶχε κι ἀπ’ αὐτὴν ἀποχωρισθῆ.

– Λὲς νὰ μὴ μὲ γνωρίση ὁ Θεός, ἡγούμενε –ρώτησε– πὼς εἶμαι παπάς, ἂν δὲν φορῶ τὰ ἱερά μου; Ἐγὼ σοῦ λέω θὰ μὲ γνωρίση. Ἂς πάω ἔτσι μὲ τὸ μαυρόρασο.

Μ’ ὅλο ὅμως τοῦτο, ὁ πατὴρ Γαβριὴλ εἶχε ἀδυναμία σ’ ἕνα πράγμα. Ἀδυναμία ποὔφθανε στὴν προσκόλλησι σ’ ἕνα ζευγάρι μπότες. Τὶς φύλαγε στὸ ντουλάπι κάτω ἀπ’ τὸ εἰκονοστάσι, καὶ τὶς φοροῦσε σπανιώτατα.

Τῆς Παναγίας ποὺ πανηγύριζε τὸ μοναστήρι. Τὸ Πάσχα. Καὶ καμμιὰ φορὰ τὰ Χριστούγεννα, ὅταν τύχαινε νἆναι στεγνὸς ὁ καιρὸς γιὰ νὰ μὴ βραχοῦν καὶ χαλάσουν. Τὶς φοροῦσε ὅμως πάντοτε ὅταν ἐρχόταν στὴν Ἀθήνα.

Κι εἶχε ἀφήσει ἐντολὴ νὰ τοῦ τὶς βάλουν κοντὰ σὰν πεθάνη. Κι ἔτσι ἔγινε. Τὶς πῆρε μαζύ του γιὰ νὰ τὶς παραδώση σ’ ἐκεῖνον ποὺ τοῦ τὶς χάρισε. Στὸν πατέρα Εὐσέβιο Ματθόπουλο.

– Τὶς φοροῦσε ὁ Δάσκαλος, ἔλεγε μὲ παιδικὴ καύχησι, καὶ τὶς ἔδειχνε μὲ καμάρι.

Μοῦ μένει ἀλησμόνητη ἡ σκηνή.Μὲ πόση εὐλάβεια καὶ συγκίνησι τὶς βερνίκωνε καὶ τὶς γυάλιζε, ὅταν ἑτοιμαζόταν νὰ φύγη ταξίδι γιὰ τὴν Ἀθήνα προσκυνητὴς τοῦ τάφου τοῦ Διδασκάλου…

Πιστεύω πὼς μὲ τὴν ἴδια παιδικὴ καύχησι θὰ τὶς ἔδειξε καὶ στὸν Κριτή του λέγοντας: «τὸν δρόμον τετέλεκα…». Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸ 1942.

Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Κιβωτός, Νοέμβριος 1952.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 25ο – Τεῦχος 274 – Ὀκτώμβριος 2015

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements