Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Γεωργιοπούλου

Μετά τον θάνατον του αγίου θέλων ο Θεός να τον δοξάσει έτι περισσότερον οικονόμησε έτσι τα πράγματα ούτως ώστε όλος ο κόσμος να γίνει γνώστης των θαυμάτων του αγίου.

Πλήθος θαυμάτων αναφέρονται εις τον άγιον Δημήτριον και σε πολλά εξ αυτών διαφαίνεται η δυναμική του παρουσία εις την πόλιν του εις την οποίαν έχει τεθεί ως προστάτης, την ποίαν εις το παρελθόν πολλάκις έσωσεν από βαρβαρικάς επιδρομάς.

Το πρώτο σημείον και το πρώτον θαύμα το οποίον εφανέρωσε ότι ο άγιος Δημήτριος κατετάγη εις την χορείαν των αγίων και μακαρίων και των εις το Δείπνον του Γάμου του Αρνίου κεκλημένων (Αποκάλυψις Ιωάννου 19,9) υπήρξεν η έκχυσις Μύρου εκ του σώματος του αγίου και εκ των σημείων όπου επλήγη υπό των λογχών των ειδωλολατρών και το οποίον ήτο ανεξάντλητον.

Τούτο το μύρον είχε τοιαύτην δύναμιν ώστε να προξενεί πολλάς ιάσεις εις πάσχοντας δι` αυτό και οι πιστοί προσέτρεχαν εις τον άγιον και ζητούσαν την βοήθειάν του.

Όταν απέθανε ο Μαξιμιανός, ο ειδωλολάτρης εκείνος αυτοκράτωρ, εις τον θρόνον ανήλθε ο γνωστός εις όλους ημάς, ο οποίος εθεμελίωσε και βοήθησε τον Χριστιανισμόν, όσον κανένας άλλος, Κωνσταντίνος ο επονομασθείς και Μέγας. Εις την υπηρεσίαν του υπήρχε κάποιος στρατηγός ονόματι Λεόντιος και ο οποίος ησθένει βαρέως, ώστε ουδείς ιατρός ηδύνατο θεραπεύσαι αυτόν.

Πληροφορηθέντος αυτού ότι ο άγιος Δημήτριος ποιεί πολλά θαύματα και ιάσεις, ζήτησε παρά των υπηρετών του και τον έφεραν εις το μέρος όπου έκειτο το λείψανον του αγίου και ευθύς προσέπεσε και ζήτησε την βοήθειαν του αγίου και ω του θαύματος, ιάθη πλήρως υπό του αγίου και ως πλήρης υποχρεωμένος εις τον άγιον με χρήματά του ανήγειρε Ναόν εις την Θεσσαλονίκην προς τιμήν του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου.

(Ο Ναός ούτος επί Τουρκοκρατίας μετετράπη εις Μουσουλμανικόν Τέμενος. Μετά την απελευθέρωσιν της Θεσσαλονίκης το 1912 επανήλθε εις τους Χριστιανούς και κατεστράφη εκ πυρκα`ι`άς το έτος 1917. Αργότερα ανοικοδομήθη μεγαλοπρεπέστατος και αποτελεί κόσμημα της Θεσσαλονίκης «Βίκτωρος Ματθαίου Μέγας Συναξαριστής σελ. 601»).

Εις την συνέχειαν θέλων να επιστρέψει εις την επαρχίαν του επεθύμησε να λάβει ένα τεμάχιον εκ του λειψάνου του αγίου δια να κτίσει Ναόν και εις την επαρχίαν του.

Όμως ο άγιος εμφανισθείς κατ` όναρ εις αυτόν τον προτρέπει να μην πειράξει το λείψανόν του. Ο Λεόντιος συνεμορφώθη με την προσταγήν του αγίου και αντί τεμαχίου λειψάνου έλαβε χώμα εκ του τάφου του αγίου, το δακτυλίδιον και το μανδήλιον, τα οποία προηγουμένως είχεν ο Λούπος και τα έθεσε όλα εις ένα κιβώτιον.

Μόλις δε έφθασε εις τον Δούναβιν ποταμόν, εύρε αυτόν πλημυρισμένον και δεν ηδύνατο να τον διαβεί και ετέλει εν  απορία.

Την νύκτα εμφανισθείς ο Άγιος εις τον ύπνον του τον προτρέπει να λάβει το κιβώτιον ανά χείρας και να διαβεί αφόβως αυτός και οι μετ` αυτού τον ποταμόν, όπερ και εγένετο και έφθασε εις την επαρχίαν του όπου και ανοικοδόμησε και άλλον Ναόν προς τιμήν του αγίου.

Όταν αυτοκράτωρ εις το Βυζάντιον ήτο ο Ιουστινιανός θέλησε να λάβει κάποιο τεμάχιον εκ του λειψάνου του αγίου ούτως ώστε να έχει αυτό αφ` ενός μεν ως βοήθειαν και σωτηρίαν του και αφ` ετέρου επειδή είχε ανεγείρει τον γνωστόν Ναόν της του Θεού Σοφίας επιθυμούσε να μην ελλείπει από εκεί και τμήμα του λειψάνου του αγίου.

Απέστειλε λοιπόν εμπίστους ανθρώπους εις την Θεσσαλονίκην να πραγματοποιήσουν τούτο. Ελθόντων δε τούτων εις την πόλιν έκαναν γνωστόν εις τους Θεσσαλονικείς το θέλημα του βασιλέως.

Οι Θεσσαλονικείς απήντησαν εις αυτούς ότι οι ίδιοι ουδέποτε θα ετόλμων να πράξουν τέτοιο πράγμα και  συνέστησαν εις αυτούς να το πράξουν οι ίδιοι εάν επιθυμούν.

Οι άνθρωποι του βασιλέως ήρχισαν να σκάπτουν τον τάφον του αγίου και φθάσαντες έμπροσθεν της λάρνακος, ήτις περιείχε το τίμιον λείψανον, ητοιμάζοντο να λάβουν τμήμα του λειψάνου.

Αίφνης όμως ενεφανίσθη μία μεγάλη φλόγα και απειλούσε να τους κατακαύσει, συγχρόνως δε φωνή ηκούσθη λέγουσα: «Περισσότερον μη σκάψητε». ( Βίκτωρος Ματθαίου «Μέγας Συναξαριστής Ορθ. Εκκλησίας» σελ. 605 ).

Βλέποντες ταύτα οι άνθρωποι του βασιλέως έπεσαν χαμαί και εδέοντο εις τον άγιον να μην τους προξενήσει κακό. Ύστερον δε από αρκετήν ώραν ηγέρθησαν, έλαβαν χώμα από τον τάφον του αγίου και ανεχώρησαν δια τον βασιλέα εις τον οποίον και εξέθεσαν τα όσα είδον.

Κατά τον έβδομον αιώνα όπως μας πληροφορεί ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ιωάννης ( Αντ. Παπαδοπούλου «Ο Άγιος Δημήτριος εις την Ελληνικήν και Βουλγ. Παράδοσιν» σελ. 43 ) ενέσκηψε λιμός μέγας εις την Θεσσαλονίκην.

Ούτος συνέβη μετά την μεγάλη Αβαροσλαβική πολιορκία και είχε διαδοθεί ότι η πόλις είχε πέσει εις τας χείρας των βαρβάρων. Ως εκ τούτου κανένα πλοίον δεν προσέγγιζε προς την Θεσσαλονίκην δια την μεταφοράν σίτου.

Κάποιο πλοίο μεταφέρον σίτον έβαινε προς την Κωνσταντινούπολιν. Εις τον πλοίαρχον τούτου του πλοίου ενεφανίσθη ο άγιος Δημήτριος και προέτρεψεν αυτόν να αλλάξει πορείαν και να καταπλεύσει εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, δια να μεταφέρει τον σίτον εις τους διατρέχοντας τον κίνδυνον Θεσσαλονικείς.

Πράγματι ο πλοίαρχος ήλλαξε κατεύθυνσιν και ελθών εις την Θεσσαλονίκην άφησε το φορτίον του και ούτως έσωσε την πόλιν εκ βεβαίας καταστροφής.

Εις τα μέρη της Καππαδοκίας ήτο κάποιος γεωργός όστις εκαθάριζε τον αγρόν του. Εκεί όπου εκαθάριζε αυτόν εύρε πολλάς πέτρας, σημείον ότι εκεί ευρίσκοντο θεμέλια παλαιού κτίσματος και ήρχισε να καταστρέφει αυτά.

Ευθύς όμως ενεφανίσθη κάποιος ωραιότατος νέος, έφιππος, έχων Στρατιωτικήν περιβολήν και επετίμησε τον γεωργόν λέγων προς αυτόν ότι κατέστρεφε τον οίκον του και του απεκάλυψε ότι ήτο ο Μεγαλομάρτυς Δημήτριος.

Ακούσας ταύτα ο γεωργός εφοβήθη και απεχώρησε εκ του τόπου εκείνου ακολουθών την οδόν δια την οικίαν του. Ειδόντες αυτόν εις τέτοιαν σύγχυσιν και αναστάτωσιν οι συγγενείς αυτού ζήτησαν από αυτόν να πληροφορηθούν δια την αιτίαν της συγχύσεως.

Αυτός απεκάλυψεν εις αυτούς άπαντα τα διαδραματισθέντα. Αμέσως κίνησαν να εύρουν το μέρος όπου ευρίσκοντο τα θεμέλια. Αφού έφθασαν εκεί εκαθάρισαν το μέρος και αντελήφθησαν ότι παλαιότερον εκεί υπήρχε εκκλησία, ήτις είχε καταστραφεί.

Μετά δε ταύτα ανήγειραν εκκλησία προς τιμήν του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου και εντός αυτής έθεσαν Μέγαν Σταυρόν δια να συμβολίζει τον Μάρτυρα, διότι και ο άγιος με την δύναμιν του Σταυρού ενίκησε την πλάνην των ειδώλων.

Εζωγράφησαν δε εις μίαν εικόνα τον Σταυρόν και τον άγιον και εξ` αυτού του πράγματος ονομάσθη η εκκλησία εκείνη του αγίου Δημητρίου του Σταυρικού και ετελούντο πλείστα θαύματα υπό του αγίου.

Κάποιος ασκητής ακούσας ότι ο τάφος του αγίου αναβλύζει άφθονον μύρον δεν επείσθη διότι εσυλλογίζετο ότι και εις το παρελθόν και άλλοι είχαν μαρτυρίσει δια τον Χριστόν και όμως εκ των τάφων των ουδέποτε ανέβλυσε μύρον.

Κάποια νύκτα αφού ο ασκητής αποτελείωσε την ακολουθίαν του και έπεσε να κοιμηθεί είδε εις τον ύπνον του ότι ευρέθη εις την Θεσσαλονίκην, εις την εκκλησίαν του αγίου και εντός αυτής υπήρχε κάποιος όστις εκράτει τας κλείς του τάφου του αγίου και τον οποίον παρεκάλεσε να του ανοίξει δια να προσκυνήσει.

Πράγματι ούτος επραγματοποίησε την επιθυμίαν του ασκητού και ήνοιξε τον τάφον. Ενώ δε προσεκύνει είδεν ότι ο τάφος ήτο πλήρης Μύρου. Παρεκάλεσε τότε τον φύλακα να τον βοηθήσει να σκάψουν δια να ιδεί από πού ήρχετο το μύρον.

Ενώ δε έσκαπτον αντίκρυσαν μέγα μάρμαρον, το οποίον και ήγειραν και εφάνη το σώμα του αγίου λαμπρόν και ωραίον και εκ του οποίου ανέβλυζε μύρον. Ο ασκητής φοβηθείς μην πνιγεί εκ της μεγίστης ποσότητος του μύρου έκραξε φωνή μεγάλη και είπε: «Άγιε Δημήτριε βοήθει».

Μετά την φωνήν ηγέρθη εκ του ύπνου και αντελήφθη ότι ήτο πλήρης αυτός και τα ενδύματά του εκ του μύρου. Μετά δε τούτο άφησε το ασκητήριόν του και ήλθεν εις την Θεσσαλονίκην κηρύττων το θαύμα και δοξάζων τον Θεόν.

Επ` ευκαιρία των τοιούτων θαυμάτων άνθρωποι κάθε ηλικίας συνέρρεον εις την Θεσσαλονίκην και τελούσαν πανήγυριν κατά την ημέραν της μνήμης του αγίου.Τούτου του πράγματος ήσαν γνώσται οι Σαρακηνοί, λαός άγριος και βάρβαρος και θέλοντες να κυριεύσουν την Θεσσαλονίκην αποφάσισαν να πράξουν τούτο κατά την ημέραν της μνήμης του αγίου όπου οι πιστοί θα ήσαν αμέριμνοι και αφοσιωμένοι εις την λατρείαν του αγίου.

Έθεσαν λοιπόν εις εφαρμογήν το σχέδιόν των και κατά την νύκταν της παραμονής της εορτής του αγίου αγκυροβόλησαν εις τον λιμένα της πόλεως με σκοπόν να καταλάβουν την πόλιν.

Mόλις ετελείωσε ο Εσπερινός του αγίου, λίγο αργά, και απεχώρησαν οι πιστοί ξέσπασε φωτιά εις το κουβούκλιον, το οποίον ήτο εις τον τάφον του αγίου. Ειδόντες την φωτιάν ταύτην οι άνθρωποι και την εκκλησίαν παραδοθείσαν εις τας φλόγας έτρεξαν να την σβήσουν.

Τινές όμως προσεπάθησαν εκ της γενομένης συγχύσεως να εκμεταλευτούν ταύτην και ήρχισαν να αρπάζουν τον χρυσόν και τον άργυρον που ευρίσκετο εκεί. Μόλις το αντελήφθη ο φύλαξ της εκκλησίας θέλησε να τους διασκορπίσει και αποτρέψει από τέτοιαν βεβήλωσιν και ιεροσυλίαν και με έμπνευσιν του αγίου χωρίς βεβαίως να γνωρίζει ότι οι εχθροί ήσαν προ των πυλών τους φώναξε ότι εις τα τείχη ευρίσκοντο οι εχθροί.

Αμέσως έτρεξαν οι Θεσσαλονικείς εις τα τείχη και αντίκρυσαν τους εχθρούς να αναρριχώνται επάνω. Ζήτησαν την βοήθειαν και συμπαράστασιν του Αγίου και ήρχισαν να πολεμούν. Ο άγιος ήκουσε την παράκλησιν και ήλθεν βοηθός και μάλιστα ενεφανίσθη εις τα τείχη και ανέκοψε τους εισβολείς και ούτως εσώθη η πόλις εκ της αιχμαλωσίας και της λεηλασίας.

Όταν αυτοκράτωρ εις το Βυζάντιον ήτο ο Μαυρίκιος, μία άλλη βαρβαρική φυλή οι Άβαροι  είχαν εκστρατεύσει με σκοπόν να καταλάβουν την Θεσσαλονίκην. Ήρχισαν λοιπόν να περικυκλώνουν την πόλιν και προσεπάθησαν να αναβούν επί των τειχών μέσω κλιμάκων. Ο άγιος όμως ενεφανίσθη επί του τείχους και τους εξηνάγκασε να υποχωρήσουν.

Εστρατοπέδευσαν πέραν του τείχους και εσκέπτοντο δια νέαν έφοδον. Ήρχισαν λοιπόν να εκσφενδονίζουν λίθους με την βοήθειαν μηχανών εντός της πόλεως. Οι Θεσσαλονικείς ευρέθησαν εις απόγνωσιν και μη δυνάμενοι να αντισταθούν ζήτησαν την βοήθειαν του αγίου.

Πράγματι ο άγιος ανταποκρίθηκε εις το αίτημά των και ενεφανίσθη εις τα τείχη προτρέπων τους Θεσσαλονικείς να αναβούν εις τα υψηλότερα μέρη του φρουρίου δια να αντιπαραταχθούν εις τους πολεμίους. Ο άγιος έλαβε έναν μικρόν λίθον και γράψας επάνω εις αυτόν «Εν τω ονόματι Ιησού του Θεού ημών, Άγιε Δημήτριε βοήθει» τον εκσφενδόνισε προς το μέρος των εχθρών.

Αυτός έπεσε εκεί όπου ήσαν οι σωροί των λίθων των εχθρών και τους συνέτριψε καθώς επισης και τας μηχανάς συνέτριψε. Οι Θεσσαλονικείς λαβόντες θάρρος ήρχισαν να αντεπιτίθενται και εξηνάγκασαν τους εχθρούς εις άτακτον φυγήν με αποτέλεσμα να λυθεί η πολιορκία.

Μετά παρέλευσιν ολίγου καιρού οι Άβαροι ανασυντάχθηκαν και βάδισαν εκ νέου εναντίον της πόλεως. Αίφνης όμως ενεφανίσθη ο άγιος Δημήτριος να εξέρχεται εκ του τείχους με πληθύν στρατευμάτων και εις την θέαν ταύτην ετράπησαν εις φυγήν χωρίς να τους καταδιώκει κανείς.

Άφησαν δε εις τον τόπον εις ον είχαν στρατοπεδεύσει όχι μόνον τα όπλα των αλλά και τροφάς, ως επίσης και τας σκηνάς των και ούτως ελύθη η πολιορκία της πόλεως. Άπαντες εδόξασαν τον άγιον Δημήτριον δια το θαύμα το οποίον επετέλεσε και ελύτρωσε την πόλιν εκ των εχθρών.

Πράγματι πολλάκις ο άγιος ελύτρωσε την των Θεσσαλονικέων πόλιν από λιμούς και βαρβαρικάς επιδρομάς αλλ’  όμως ως πληροφορούμεθα εκ των πηγών (P.G. 116, 1388-1389) ένεκα των αμαρτιών των Θεσσαλονικέων ο Θεός απέσυρε την προστασίαν του από αυτήν και η πόλις παρεδόθη εις τους βαρβάρους. Τούτο εγένετο επί βασιλείας του Λέοντος του Σοφού.

Οι Θεσσαλονικείς ευρεθέντες προ του κινδύνου προσέτρεξαν εις τον Ναόν του αγίου και ζητούσαν την μεσιτείαν του δια μίαν εισέτι φοράν. Η Θεσσαλονίκη όμως έπεσε εις τας χείρας των Αγαρηνών.

Οι Θεσσαλονικείς όμως ουδέποτε αμφέβαλλαν περί της αγάπης του αγίου και παρουσίασαν αυτόν θρηνούντα και  απακαλούντα την Θεσσαλονίκην ως πόλιν του.

Εμφανισθείς έμπροσθεν του Αγίου Αχιλλείου φαίνεται να λέγει προς αυτόν ότι  παρεκάλεσε τον Θεόν να συγχωρήσει τα αμαρτήματα των συμπατριωτών του και να σώσει την πόλιν των, αλλ` ο Θεός επέτρεψε να συμβούν ταύτα ένεκα των αμαρτιών των. Ο άγιος όμως δεν εγκατέλειψε την πόλιν του και μετά την άλωσίν της.

Οι Θεσσαλονικείς ευεργετηθέντες κατά το παρελθόν υπό του Θεού δια πρεσβειών του αγίου ενεθυμούντο τας ευεργεσίας του μάρτυρος και επίστευαν ότι η πόλις των οσάκις εκινδύνευε εσώζετο υπό του αγίου. (P.G. 116,1336 C ).

Εις όλην την περί του αγίου Δημητρίου Βυζαντινήν φιλολογίαν και εκκλησιαστικήν ποίησιν τονίζεται η αγάπη του αγίου υπέρ της πόλεώς του. Ο Συμεών Θεσσαλονίκης θέτει εις το στόμα του αγίου τα εξής δια των οποίων καθίσταται δήλον η αγάπη του αγίου δια την πατρίδαν του: ( Αντ.Παπαδοπούλου «Ο Άγιος Δημήτριος εις την Ελλην. Και Βουλγ.Παράδοσιν σελ. 52-53»

Άγιος Δημήτριος.

Μη δειλιάς, ω πατρίς μου,
Θεσσαλονίκη πόλις,
ην εκ δεινών ελευθερώ αεί ταις προσευχαίς
εκλυτρώσομαι γαρ και νυν εκ θλίψεων
και πληρώσω ενθέων
αμέτρων αγαθών
και φυλάξω και σώσω.

Θεσσαλονίκη.

Επί ταις σαις μεσιτείες
των δεινών λυτρωθείσα,
υπό τας σας διεφυλάχθην πτέρυγας αεί
νυν δε η πατρίς σου του κινδυνεύσαι δεινώς,
κλονουμένη αθλίως,
προστρέχω πάλιν σοί
και βοώ σοι
βοήθει μοι, ω Δημήτριε.

Άγιος Δημήτριος.

Γη με καλύπτει και τάφος,
αλλά πλήρης ο κόσμος
εμής οσμής της εκ των μύρων χάριτι Χριστού
μη φοβού ουν, πατρίς μου, εμέ κατέχουσα.
τους εχθρούς σου πάντας
πατάξω εν Χριστώ
και φυλάξω και σώσω
σέ την τιμώσαν με.

Θεσσαλονίκη.

Αγαλλιάσθω γη πάσα,
Θεσσαλονίκη χαίρε
η ευσεβής, ο γαρ Χριστού οπλίτης ο λαμπρός
μετά σού εισαεί φρουρών και σώζων σε,
τους εχθρούς σου συντρίβων,
πληρών σε αγαθών,
ω και κράζε τιμώσα,
χαίροις Δημήτριε.

Οι Θεσσαλονικείς όταν επεκαλούντο εν ημέραις πολέμου την παρά του Θεού βοήθειαν και συμπαράστασιν δια των πρεσβειών του αγίου απέβλεπον ού μόνον εις την σωτηρίαν των αλλά και εις το να δείξουν εις τα βάρβαρα έθνη τα τους πολέμους θέλοντα και τα μη εις Χριστόν πιστεύοντα ότι είς εστίν ο αληθής Θεός ο υπ`αυτών λατρευόμενος.

Η προσευχή που παρατίθεται εις την συνέχειαν δεικνύει καθαρά ταύτην την πεποίθησιν των Θεσσαλονικέων:

«Και τα νυν εξελού ημάς, ο Θεός, εκ της παγίδος των θηρευόντων, μη είπωσιν οι εχθροί ημών, πού έστιν ο θεός αυτών εφ` ον ήλπισαν; Και κραξόμεθα και ημείς δια του αθλοφόρου σου Κύριε, η ψυχή ημών ως στρουθίον, ερρύσθη εκ της παγίδος των θηρευόντων, η παγίς συνετρίβη και ημείς ερρύσθημεν, η βοήθεια ημών εν ονόματι Κυρίου, του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην» ( Migne P.G. 116, 1329 D-1332 A πρβ. Και τον ψαλμό 123, 7-8).

Οι Θεσσαλονικείς Χριστιανοί κατέφευγον εις την βοήθειαν του Θεού θεωρώντας τούτον αεί παρόντα εις τας δοκιμασίας των και τον επεκαλούντο δια των πρεσβειών του μάρτυρος. Βεβαίως δεν αμελούσαν και οσάκις ευεργετούντο υπό του Θεού να αναπέμπουν ευχαριστίας εις τον Ναόν του μάρτυρος. ( Migne.P.G. 116, 1333A )

Την ευσέβειαν ταύτην των Θεσσαλονικέων τονίζουν πάντες όσοι ησχολήθησαν με το έργον του Μάρτυρος και εξέθεσαν αυτό. Οι δε Θεσσαλονικείς ένεκα ταύτης της ευσεβείας εχαρακτηρίσθησαν «Φιλομάρτυρες, ακριβείς και ασφαλέστατοι αεί». ( Migne P.G. 116,1240 A ).

Κατά δε την απελευθέρωσιν εκ των Τούρκων η οποία έλαβε χώραν το 1912 οι Θεσσαλονικείς δεν εδίστασαν να αποδώσουν ταύτην εις τον κηδεμόνα των άγιον Δημήτριον, εις τον οποίον άγιον έχει ανατεθεί η προστασία της Θεσσαλονίκης έως της σήμερον.

Η απόδοσις της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης το 1912 εις τον Άγιον Δημήτριον καθίσταται δήλον και εις το Δεύτερον τροπάριον του Αγίου εις τους αίνους εις το τέλος του όρθρου.

Τούτο έχει υποστεί εις το τέλος διόρθωσιν υπό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ήτις εγένετο επισήμως δεκτή. Η διόρθωσις αναφέρεται εκεί όπου αναπέμπεται παράκλησις προς τον Άγιον να καθιστάνει εις το εξής την πόλιν δια παντός ελευθέραν.

Το αναφερόμενον τροπάριο παρατίθεται εις την συνέχειαν:

Τείχος ωχυρομένον ημίν, τας ελεπόλεις των εχθρών μη πτοούμενον,
εδόθης τας των βαρβάρων, επιδρομάς καταργών
και πασών των νόσων τα συμπτώματα. Κρηπίς ακατάβλητος,
και θεμέλιος άρρηκτος, και πολιούχος, οικιστής και υπέρμαχος,
εχρημάτισας τη ση πόλει Δημήτριε. Ην λυτρωθείσαν ένδοξε Θεού ευδοκήσαντος,
δια παντός ελευθέραν ταις σαις πρεσβείες διάσωσον, Χριστόν ικετεύων,
τον παρέχοντα τω κόσμω το μέγα έλεος.

«Μηναίον Οκτωβρίου Αποστ. Διακ. Εκκλ. Ελλάδος σελ. 154»

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Τοιούτος άγιος ανεδείχθη εις το στερέωμα της Εκκλησίας ο εν μάρτυσι θαυμαστός Μεγαλομάρτυς Δημήτριος, ο οποίος από την παιδικήν ηλικίαν συνεδύαζε όλας τας αρετάς εις το πρόσωπόν του και τας οποίας έκανε πράξιν όταν το απαίτησαν αι ανάγκαι και ανεδείχθη στύλος ακλόνητος της Εκκλησίας Χριστού και λύχνος αεί φωτίζων τας ψυχάς των εις Χριστόν πιστευόντων.

Εάν θα θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της Γραφής (Ψαλμός 1 ος στίχος 3 ) ήτο ο άγιος ένα δένδρον πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων του Αγίου πνεύματος και αντιθέτως με το δένδρον του ψαλμού που δίδει καρπόν εις ένα μόνο καιρόν ο άγιος απέδιδε εις κάθε καιρόν και αποδίδει τους καρπούς του Αγίου πνεύματος πάντοτε και καθώς το φύλλον του δένδρου αυτού, όπως λέγει ο ψαλμωδός δεν θα τιναχθεί ποτέ ούτως και το
δένδρον του αγίου δεν θέλει αποτιναχθεί ποτέ, αλλά θα δίδει τας ευλογίας του ανελλιπώς εις όσους προσέρχονται με πίστιν εις αυτόν διότι ανεδείχθη Μάρτυς αξιόπιστος, τον δρόμον τον καλόν ετελείωσε, την πίστιν εφύλαξε, έως αίματος αντέστη δια να φυλάξει την παρακαταθήκην της πίστεως και να φέρει εις τον δρόμον τον στενόν και εις την οδόν την τεθλιμμένην την απάγουσαν όμως εις την ζωήν τους πριν εις τα είδωλα πιστεύοντας.

Κατόρθωσε ακόμα να διαφυλάξει την πόλιν εκ της οποίας κατήγετο σώαν, αβλαβήν και φυλάττουσαν τον Χριστιανισμόν έως της σήμερον. Τέλος δε προσφορότερον χαρακτηρισμόν από εκείνον του ψαλμωδού δια τον άγιον δεν θα ηδυνάμεθα να ανεύρωμεν: ( Ψαλμός 1,1-2 )

«Μακάριος ανήρ ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών και εν οδώ αμαρτωλών ουκ έστι και επί καθέδρα λοιμών ουκ εκάθισεν, αλλ` ή εν τω νόμω Κυρίου το θέλημα αυτού και εν τω νόμω αυτού μελετήσει ημέρας και νυκτός».

Ευτυχής είναι ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος δεν εβάδισε ποτέ δρόμον σύμφωνον με τας σκέψεις και τα θελήματα των ασεβών ανθρώπων, ούτε εστάθη έστω και προς ολίγον εκεί όπου διέρχονται οι αμαρτωλοί, ουδέ συνεκάθισε δια να συνεδριάσει με ανθρώπους, οίτινες διαφθείρουν την κοινωνίαν, τουναντίον όλην του την θέλησιν και την σκέψιν έχει βάλει εις τον νόμον του Κυρίου και τον νόμον τούτον θα μελετά ημέραν και νύκτα.

( Μετάφρασις Αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακοπούλου «Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο`»ΤΌΜΟΣ 24 σελ. 19-20 ). 

Κοντάκιον τοῦ Ἁγίου.
Ἦχος Β’.
Τοῖς τῶν αἱμάτων σου ρείθροις, Δημήτριε, τὴν Ἐκκλησίαν Θεὸς
ἐπορφύρωσεν, ὁ δοὺς σοι το κράτος ἀήττητον καὶ περιέπων τὴν
πόλιν σου ἄτρωτον· αὐτῆς γὰρ ὑπάρχεις τὸ στήριγμα

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Βίος και θαύματα (Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Γεωργιοπούλου) Αθήναι 1994

Απόσπασμα από pdf του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Γέρακα

Εικόνα από: Ορθόδοξος Συναξαριστής

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley