τοῦ π. Παναγιώτη Μπαρούτη

Ἑβδομήντα ἑπτά χρόνια πέρασαν ἀπό τότε πού οἱ Ἕλληνες δίδαξαν τήν ὑφήλιο πῶς πολεμοῦν οἱ ἥρωες καί ἔδωσαν βαθύτερη ἔννοια στήν ἀξία τῆς «ἀντίστασης».

Ἀπό τότε μέχρι σήμερα πολλοί θέλησαν, κυρίως γιά πολιτικούς λόγους καί ὀφέλη, νά οἰκειοποιηθοῦν αὐτή τήν ἀντίσταση καί νά αὐτοχρισθοῦν ὡς οἱ μόνοι ἀντιστασιακοί. 

Σέ αὐτή τους τήν προσπάθεια χρησιμοποίησαν τό μάθημα τῆς ἱστορίας ὡς ἐργαλεῖο προπαγάνδας θεωρώντας ὅτι μέ κατευθυνόμενη ἰδεολογικά ἱστορική γνώση θά ἀποσποῦσαν ἀπό τή μαθητειώσα νεολαία τούς μελλοντικούς τους πελάτες.

Γεγονότα καί πρόσωπα τοῦ Ἔπους τοῦ 40 καί τῆς ἀντίστασης τῶν Ἑλλήνων στή γερμανοϊταλικοβουλγάρικη κατοχή, ἄλλα τά διαστρέβλωσαν κι ἄλλα τά ἀποσκόπησαν.

Κάποιοι μᾶς δίδαξαν ὅτι τό «ΟΧΙ» στόν Ἰταλό πρέσβυ στίς 4 π.μ. τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 τό εἶπε ὁ ἑλληνικός λαός, ὅπως ἄλλωστε καί τό βράδυ τῶν Ἰμίων. Κάποιοι ἄλλοι, οἱ στρατηγοί μας «ἀντιστάθηκαν» ὡς ἄλλοι Παλαιολόγοι, ἄχρι τῆς τελευταίας ρανίδας τοῦ αἵματός των, ἀκριβῶς ὅπως τό 1922 στή Μικρά Ἀσία καί τό 1974 στήν Κύπρο.

Ὑπάρχουν ἀκόμη καί κάποιοι τρίτοι πού προσπάθησαν νά μᾶς πείσουν, ὅτι ἦταν οἱ μόνοι πού « ἀντιστάθηκαν» στά κατοχικά στρατεύματα, παράλληλα μέ τήν προσπάθειά τους νά δημιουργήσουν τή Σερβομακεδονική Δημοκρατία πού ἔφθανε νοτίως ὡς τή Λάρισα.

Κάπως ἔτσι προσπάθησαν νά μᾶς διδάξουν.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τό ΟΧΙ τό εἶπε ὁ Μεταξάς, πού ὅταν οἱ στρατηγοί συνθηκολόγησαν γιά νά ἔχουν ἀπό τίς τάξεις τους τόν πρῶτο κατοχικό πρωθυπουργό, ὁ πρωθυπουργός Κορυζής αὐτοκτόνησε καί πώς ὅταν οἱ Γερμανοί εἰσῆλθαν στό κλεινόν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν, ὁ βασιλιάς Γεώργιος μαζί μέ τούς αὐλικούς του, κάποιους ὑπουργούς, τούς
Κρῆτες καί τούς συμμάχους, ἀντιμετώπιζαν τήν προσπάθεια τῶν Ναζί νά ἀποβιβαστοῦν στήν Κρήτη. 

Βέβαια, μένει ἀκόμα ἀναπάντητο τό ἐρώτημα, ποιός ἦταν ὁ πρῶτος πού προέβαλε ἀντίσταση στά στρατεύματα κατοχῆς. Ποτέ δέν διδαχθήκαμε κάτι γι’ αὐτόν.

Ὅταν ὁ βασιλιάς Γεώργιος καί οἱ σύν αὐτῷ ἐγκατέλειπαν τήν Ἀθήνα ,ζήτησε ἀπό τόν προκαθήμενο τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας τόν Ἀρχιεπίσκοπο Χρύσανθο Φιλιππίδη,τόν τελευταῖο Ἀργοναύτη, τόν δεσπότη τῆς προσφυγιᾶς, τόν φάρο τῆς Τραπεζούντας καί πάσης Ποντιακῆς γῆς, τόν Πρόεδρο τῆς Ποντοαρμενικῆς Δημοκρατίας , τόν φλογερό ἐκεῖνο Ἱεράρχη, νά τόν ἀκολουθήσει. Ἐκεῖνος, πιστός στίς παραδόσεις τῶν Ἑλληνορθοδόξων κληρικῶν, ἀρνήθηκε, παραμένοντας ποιμένας τοῦ χειμαζομένου ποιμνίου του.

Ἦταν τό πρῶτο του ΟΧΙ.

Στίς 24 Ἀπριλίου 1941 γράφει στό ἡμερολόγιό του :

«Ἔρχονται εἰς ἐπίσκεψίν μου, ὁ νομάρχης Ἀττικοβοιωτίας κ. Παπαδόπουλος καί ὁ δήμαρχος κ. Πλυτᾶς … διά νά μοί εἶπον ὅτι μετά τῶν ἀνωτέρω δύο καί τοῦ φρουράρχου Ἀθηνῶν στρατηγοῦ Καμβράκου νά παραδώσωμεν τήν πόλιν εἰς τούς Γερμανούς. Ἀπήντησα ὅτι … ἔργον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου εἶναι ὄχι νά ὑποδουλώνη ἀλλά νά ἐλευθερώνη.»

Ἦταν τό δεύτερό του ΟΧΙ.

Στίς 27 Ἀπριλίου 1941, Κυριακή τῶν Βαΐων, ἀρχίζει ἡ εἴσοδος τῶν γερμανικῶν στρατευμάτων στήν Ἀθήνα.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος παραμένει στό γραφεῖο του στήν Ἀρχιεπισκοπή προσευχόμενος καί δέν μεταβαίνει στόν Μητροπολιτικό ναό, ἀλλά δίδει ὁδηγίες στόν ἀρχιδιάκονό του Νικόδημο Βαλληνδρᾶ, μετέπειτα Μητροπολίτη Πατρῶν , νά τόν κρατᾶ ἐνήμερο γιά τά τεκταινόμενα.

Ἀπό τό παράθυρο τοῦ γραφείου του ἀντικρύζει τή ναζιστική σβάστικα νά ματώνει τόν ἀθηναϊκό οὐρανό στόν ἱερό βράχο τῆς Ἀκροπόλεως.

Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων τοῦ ἀποστέλλει μέ τόν κλητήρα του μήνυμα, γιά νά προσέλθει στόν καθεδρικό ναό νά τελέσει δοξολογία ἐπί τῇ ἀφίξει τῶν κατοχικῶν στρατευμάτων.

Ὁ πρωτοσύγκελλος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἀρχιμανδρίτης Γερβάσιος Παρασκευόπουλος παρών στή σκηνή, μᾶς ἔχει μεταφέρει τήν ἀπάντηση τοῦ λιονταριοῦ τοῦ Πόντου: « Δοξολογία δέν ἔχει θέσιν ἐπί τῇ ὑποδουλώσει τῆς Πατρίδος μας. Ἡ ὥρα τῆς Δοξολογίας θά εἶναι ἄλλη».

Ἦταν τό τρίτο του ΟΧΙ.

Νέος ἀπεσταλμένος τοῦ Δημάρχου καταφθάνει στήν Ἀρχιεπισκοπή μεταφέροντας αἴτημα τοῦ γερμανοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ στρατηγοῦ φόν Στοῦμε γιά συνάντηση μέ τόν Προκαθήμενο. Ὁρίζεται γιά τίς 4 μ.μ.

Ὄντως στίς 4 μ.μ. ὁ φόν Στοῦμε προσέρχεται στό μέγαρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ὁ Χρύσανθος δέν τόν ὑποδέχεται στήν εἴσοδο, ἀλλά τόν ἀναμένει στήν αἴθουσα τοῦ θρόνου.

Ὁ Γερμανός προσφέρθηκε νά μιλήσουν στά γαλλικά, ἀλλά ὁ σπουδαγμένος στή Λειψία Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ μίλησε στά γερμανικά. Ἀξίζει νά παρακολουθήσουμε μέρος τοῦ   διαλόγου ὅπως αὐτό διασώθηκε : 

« Ἀρχιεπ. : Φαίνεσθε κουρασμένος.

Φόν Στοῦμε : Ναί, βρήκαμε γέφυρες καί δρόμους κατεστραμμένους ἀπό τούς Ἄγγλους.Ποιός θά τούς ἐπιδιορθώσει ; Οἱ Ἄγγλοι πρέπει νά πληρώσουν.

Ἀρχιεπ. : Θά πληρώσει ὅποιος νικηθεῖ.

Φόν Στοῦμε : Κατά τή διαδρομή μας στήν Ἑλλάδα παρατήρησα μέ χαρά πώς πολλοί Ἕλληνες μιλοῦν Γερμανικά.

Ἀρχιεπ. : Ναί, ὑπῆρχαν πολλοί θαυμαστές τοῦ γερμανικοῦ πολιτισμοῦ πρίν ἀπό τόν πόλεμο, ἀλλά τώρα θά ἔμειναν πολύ ὀλίγοι, ἀφοῦ ἡ Γερμανία κήρυξε τόν πόλεμο στήν Ἑλλάδα, ἤ μᾶλλον δέν θά ἔμεινε κανένας, ἀλήθεια, γιατί τόν ἐκήρυξε ;

Φόν Στοῦμε : Αὐτά εἶναι ζητήματα πολιτικῆς, ἀλλά στόν δρόμο πολλοί μᾶς ἔραιναν μέ λουλούδια.

Ἀρχιεπ. : Αὐτοί δέν θά ἦταν προφανῶς Ἕλληνες. Ἐπείγει, στρατηγέ, τό ζήτημα τοῦ ἐπισιτισμοῦ τοῦ τόπου.

Φόν Στοῦμε : Θά ἔλθει προσεχῶς ἰδιαιτέρα ἐπιτροπή ἐπισιτισμοῦ.

Στίς 29 Ἀπριλίου ὁ πρώην βουλευτής Πλάτωνας Χατζημιχάλης, ἐπίτροπος τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Μεταμορφώσεως Πλάκας, πού εἶχε ὁριστεῖ ὡς ὑπουργός ἐθνικῆς οἰκονομίας ἀπό τόν κατοχικό Πρωθυπουργό στρατηγό Τσολάκογλου προσκαλεῖ τόν Μακαριώτατο νά ὁρκίσει τήν κατοχική Κυβέρνηση.

Ἡ ἀπάντησή του ἦταν γνησίως ἐθναρχική ἀλλά καί πατρική: «Λυποῦμαι πολύ, διότι διά συμβολαίου καί ἐντολῆς τῶν Γερμανῶν σχηματίζεται Κυβέρνησις καί ἰδίως διότι μετέχει αὐτῆς ὁ κ. Χατζημιχάλης, τόν ὁποῖον ἐθεώρουν τίμιον Ἕλληνα.

-Καί τί ἠθέλατε νά κάμωμεν; τοῦ ἀπάντησε ὁ Χατζημιχάλης. Νά ἀφήσωμεν νά μᾶς κυβερνήσουν οἱ Γκαουλάιτερ;

Τοῦ ἀπαντῶ: καί, διότι μέ τούς Γκαουλάιτερ οἱ Γερμανοί θά κάνουν μικρότερον κακόν, παρ’ ὅτι θά κάμουν δι’ ὑμῶν, διότι θά φέρετε μόνον τάς εὐθύνας χωρίς νά ἠμπορέσητε νά κάμητε τό ἐλάχιστον καλόν εἰς τόν λαόν».

Οἱ προδότες τόν ξαναπλησιάζουν γιά νά τούς ὁρκίσει … ἀλλά ὁ γίγαντας αὐτός Ἀρχιεπίσκοπος τούς ἀπάντησε:

«Ἡ ἐθνική Κυβέρνησις, τήν ὁποίαν ὅρκισα, ἐξακολουθεῖ νά ὑφίσταται καί συνεχίζει τόν πόλεμον (σ.σ. στήν Κρήτη). Ἄλλην Κυβέρνησιν δέν δύναμαι νά ὁρκίσω … εἰς τοιαύτας ὑπόπτους καί ἀντεθνικάς ἐνεργείας δέν εἶναι δυνατόν νά δώση ἡ Ἐκκλησία τόν ὅρκον καί τήν εὐλογία της» .

Τό τέταρτο ΟΧΙ του.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μέ ἀνακοινώσεις πρός τούς ναούς τῆς περιφέρειας τῶν Ἀθηνῶν θά ζητήσει ἀπό τούς πιστούς νά προσφέρουν πολιτικό ρουχισμό στούς ἐφέδρους ὁπλίτες καί ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκλωβιστεῖ κατά τήν ὑποχώρηση στήν πόλη καί δέν μποροῦσαν νά μεταβοῦν στίς ἐπαρχίες τους.

Στά τέλη Μαΐου τόν ἐπισκέπτονται φίλοι του, γιά νά τοῦ προτείνουν νά ἐπισκεφθεῖ ἔστω καί τυπικά τόν γερμανό στρατάρχη Λίστ, γιατί γνώριζαν ὅτι μέλη τῆς κ υ β έ ρ ν η σ η ς Τσολάκογλου ἑτοίμαζαν τήν ἀποπομπή του ἀπό τόν θρόνο.

Τότε ὁ γενναῖος ἱεράρχης τούς ἀπάντησε: «Ὄχι μόνον τόν θρόνον μου ἀλλά καί τήν ζωήν μου εἶμαι ἕτοιμος νά θυσιάσω γιά τό καθῆκον μου».

Στίς 2 Ἰουνίου 1941 ἀπηύθυνε ἐπιστολή διαμαρτυρίας στόν πληρεξούσιό τοῦ Χίτλερ στήν Ἀθήνα Ἄλτενμπουρκ καί ζητᾶ νά σταματήσει ἡ δράση τῶν Βουλγάρων στήν Ἀνατολική Μακεδονία καί Θράκη, πού πιέζουν τούς ἱερεῖς νά τελοῦν τά μυστήρια στή Βουλγαρική γλώσσα, ἐνῶ ἀπαιτεῖ τήν ἐπάνοδο τῶν Μητροπολιτῶν Ζιχνῶν καί Σιδηροκάστρου στίς ἕδρες τους ἀπό τίς ὁποῖες εἶχαν ἐκδιωχθεῖ ἀπό τούς Βουλγάρους.

Τήν ἴδια ἡμέρα πληροφορήθηκε ὅτι τό « ἐκκλησιαστικόν ζήτημα» στήν Ἑλλάδα ἀνέλαβε νά τό λύσει ἡ Γκεστάπο.

Στίς 18 Ἰουνίου στήν ἐφημερίδα τῆς Κυβέρνησης τῶν γερμανόδουλων τοῦ Τσολάκογλου παύεται ὁ Χρύσανθος μέ Συντακτική Πράξη, τήν ὁποία ἐπικυρώνει στίς 2 Ἰουλίου καί ἡ « Μείζων Σύνοδος» πού ὅρισαν οἱ «Ἐφιάλτες».

Ὁ Χρύσανθος ἀποσύρεται στό ταπεινό σπιτάκι του ἐπί τῆς ὁδοῦ Σουμελᾶ στήν Κυψέλη, ὅπου ἐγκαθιστᾶ ἀσύρματο, τόν γνωστό ὡς «ἀσύρματο τοῦ Δεσπότη», μέ τόν ὁποῖο ἐνημερώνει ἐπί καθημερινῆς βάσης γιά τά τεκταινόμενα στήν Ἑλλάδα, τό ἐπιτελεῖο τοῦ βασιλιᾶ καί τῶν συμμάχων στήν Αἴγυπτο.

Ὅλοι οἱ ἀντιστασιακοί τῶν Ἀθηνῶν ἐνημερώνουν, ἐνημερώνονται καί καθοδηγοῦνται ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο σέ ἐκεῖνο τό ταπεινό σπιτάκι τῆς Κυψέλης.

Αὐτός ἦταν ὁπρῶτος, ὁ γενναῖος ἀντιστασιακός. Αὐτός πού μετά τήν ἀπελευθέρωση, ὅταν ὁ βασιλιάς Γεώργιος τόν κάλεσε γιά νά ρυθμίσει τήν ἐπάνοδό του στόν θρόνο τοῦ Προκαθημένου, δέν τό ἀποδέχθηκε γιά νά μήν δημιουργήσει προβλήματα στήν Ἐκκλησία καί ὑπέβαλε καί ἐπισήμως τήν παραίτησή του.

Πέθανε στίς 28 Σεπτεμβρίου 1949 σέ ἡλικία 68 ἐτῶν ἔχοντας γράψει χρυσές σελίδες Ἑλληνικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας.

Ἡ κηδεία του τελέσθηκε στόν Μητροπολιτικό ναό Ἀθηνῶν μέ τιμές πρωθυπουργοῦ ἐν ἐνεργείᾳ καί τάφηκε στό Α΄ νεκροταφεῖο Ἀθηνῶν. Τό 1991 τά ὀστά του μεταφέρθηκαν στή μονή Σουμελᾶ στό Βέρμιο τῆς Ἠμαθίας.

Ἡ στάση του καί τό καθῆκον του ἄς μᾶς παραδειγματίζουν ὅλους καί ἄς παίρνομε δύναμη καί ἠθικό, ὥστε νά φανοῦμε ἀντάξιοί του, ὅποτε καί ἄν χρειαστεῖ. Αἰωνία του ἡ μνήμη.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ
ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΤΟΣ 13ο l ΤΕΥΧΟΣ 74ο l ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ – ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2013

Σχετικὲς ἀναρτήσεις:

Ο Αρχιεπίσκοπος του ΟΧΙ, Χρύσανθος Φιλιππίδης (1881- 28 Σεπτεμβρίου 1949)

Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος: Ο Ιεράρχης που αρνήθηκε να υποδεχθεί τους Γερμανούς κατακτητές (28 Σεπτεμβρίου 1949)

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley