Η δύναμη της προσευχής του Ιησού – Απόσπασμα από το βιβλίο: «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού», διαβάζει ο δάσκαλος Σάββας Ηλιάδης

Περιπλανήθηκα έπειτα για κάμποσο και περπάτησα τρεις ολόκληρες ημέρες, χωρίς να συναντήσω ούτε ένα χωριό, ενώ τα παξιμάδια μου άρχισαν να τελειώνουν, και με κατέλαβε ο φόβος μήπως εξακολουθήσει έτσι η κατάστασις, και πεθάνω από την πείνα μέσα στην ερημιά. Άρχισα να προσεύχομαι περισσότερο από τα τρίσβαθα της καρδιάς μου, κι όλοι οι φόβοι μου διαλυθήκανε, γιατί έθεσα εις τον Θεό όλη μου την ελπίδα. Η ειρήνη του μυαλού μου επανήλθε και πάλι, καθώς επίσης και η ευδιαθεσία μου.

Όταν προχώρησα ακόμη εις τον αμαξωτό δρόμο που εκτεινότανε στο μάκρος ενός τεραστίου δάσους, είδα ένα σκύλο να βγαίνει απ’ αυτό και να έρχεται ολόισια κατ’ επάνω μου. Του σφύριξα και με ζύγωσε κουνώντας ημέρα την ουρά του. ΕΔόξασα τον Θεόν που μούδειξε ακόμη μια φορά την αγαθότητά του.

Σίγουρα θα υπήρχε κανένα κοπάδι ή κανένας κυνηγός μέσα εις το δάσος και οπωσδήποτε θα εύρισκα κανένα κομμάτι ψωμί, που είχα είκοσι τέσσερεις ώρες να φάγω, ή θα μπορούσα να μάθω, έστω, που βρισκόταν το πλησιέστερο χωριό.

Ο σκύλος στριφογύρισε λίγο γύρω μου χαρούμενα, περιμένοντας να του δώσω κάτι, και έπειτα γύρισε προς το δάσος όπου μπήκε ακολουθώντας ένα στενό μονοπάτι. Τον ακολούθησα και σε πεντακόσια μέτρα απόσταση περίπου, τον είδα να μπαίνει σε μια τρύπα από την οποία ξαναβγήκε κι άρχισε να γαυγίζει. Συγχρόνως ένας ισχνός και μεσόκοπος χωρικός εβγήκε πίσω από ένα μεγάλο δένδρο. Μ’ ερώτησε από πού έρχομαι αλλά κι εγώ πράγματι πολύ ήθελα να μάθω γιατί μένει εκεί, κι έτσι αρχίσαμε φιλική συζήτηση.

Μ’ επήρε μέσα στην λασπωμένη καλύβα του και μου είπε ότι ήταν φύλακας εις το μέρος αυτό του δάσους που είχε πουληθεί για υλοτομία.

Μου έδωσε να φάγω ψωμί και αλάτι κι αρχίσαμε τη συζήτηση.

«Πόσο ζηλεύω», του είπα, «που μπορείς να είσαι μόνος και να ζεις εδώ τόσο ήσυχα και δεν είσαι σαν και μένα που γυρίζω από τόπο σε τόπο και συναντώμαι με κάθε είδους ανθρώπους»!

«Μπορείς να μείνεις και εσύ εδώ, αν θέλεις» μου απάντησε. «Κοντά εδώ υπάρχει του παλιού φύλακος η καλύβα, και είναι μεν λίγο χαλασμένη, αλλά καλή να μείνεις το καλοκαίρι αυτό. Πιστεύω πως έχεις διαβατήριο. Όσο για ψωμί θα έχουμε, γιατί μου φέρνουνε κάθε εβδομάδα αρκετό απ’ το χωριό. Η πηγή αυτή εδώ έχει πάντα άφθονο νερό. Όσο για μένα, αδελφέ μου, τα τελευταία δέκα χρόνια δεν τρώγω τίποτε άλλο από ψωμί και δεν πίνω τίποτα άλλο από νερό.

»Έτσι έχουν τα πράγματα. Όταν έλθει το φθινόπωρο και οι χωρικοί τελειώσουν την εργασία τους εις την γη, τότε θα έλθουν διακόσιοι περίπου εργάται για να κόψουν όλο το τμήμα αυτό του δάσους. Τότε κι εγώ θα φύγω από εδώ, αλλά κι εσύ δεν θα μπορέσεις να μείνεις περισσότερο».

Όταν άκουσα όλα αυτά που μου είπε, θέλησα απ’ τη χαρά μου να πέσω στα πόδια του και να τον ευχαριστήσω. Δεν ήξευρα πώς να ευχαριστήσω τον Θεόν για την καλοσύνη του προς εμένα. Θα περνούσα τέσσερεις μήνες εκεί μέχρι το φθινόπωρο, κι έτσι εις την ησυχία και τη σιωπή, θα απολάμβανα την μελέτη της Φιλοκαλίας, με σκοπό να μάθω περισσότερο την ασίγαστη προσευχή της καρδιάς.

Συνομίλησα ακόμη λίγο με αυτόν τον απλό αδελφό, που μου παρεχώρησε το καταφύγιο, κι έμαθα την ιστορία της ζωής του και τις ιδέες του.

«Ήμουν καλός νοικοκύρης στο χωριό μου», μου είπε, «είχα ένα βαφείο υφασμάτων και ζούσα καλά, αν κι όχι δίχως αμαρτία. Πολλές φορές απατούσα εις τις συναλλαγές τους συνανθρώπους μου, έπαιρνα ψεύτικους όρκους, έπινα και φιλονικούσα. Εις το χωριό μου όμως εζούσε ένας αναγνώστης, που είχε ένα βιβλίο «Περί της μελλούσης Κρίσεως», εσυνήθιζε δε να πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι και να διαβάζει εις επήκοον των οικογενειών, παίρνοντας και κάτι, σαν μικρό φιλοδώρημα. Ήλθε και σε μένα. Με λίγα χρήματα κι ένα ποτήρι κρασί μπορούσε να σου διαβάσει ολόκληρη νύκτα. Εδιάβασε και για μένα κι εγώ άκουγα καθώς δούλευα. Μου έκαναν μεγάλη εντύπωση αυτά που άκουσα για το τι μας περιμένει εις στην Κόλαση, για την αλλαγή του κόσμου αυτού, για την ανάσταση των νεκρών, για τις σάλπιγγες που θα ηχήσουν και για το πώς ο Χριστός θα κρίνει ζώντας και νεκρούς και θα ευλογήσει τους καλούς και εναρέτους, θα στείλει δε τους φαύλους και κακούς εις «το πυρ το εξώτερον».

»Μια μέρα όπως άκουγα την ανάγνωση, με κατέλαβε τρόμος μεγάλος και είπα με τον εαυτόν μου: Αλλοίμονο! Τι βασανιστήρια έχω να υποστώ! Θα φροντίσω απ’ εδώ και πέρα να εργασθώ για τη σωτηρία της ψυχής μου, ελπίζοντας ότι με την δύναμη της προσευχής θα αποφύγω τα αποτελέσματα της αμαρτίας. Εσκέφτηκα πολύ μ’ αυτόν τον τρόπο, και τέλος άφησα την εργασία μου, επούλησα το σπίτι μου κι όπως ήμουν μόνος εις τον κόσμο, έπιασα δουλειά ως φύλακας δασών και το μόνο που παρεκάλεσα τις κοινοτικές αρχές για την αμοιβή μου, ήταν να μου δίνουν ψωμί, ρούχα και μερικές λαμπάδες για τις προσευχές μου. Έτσι δουλεύοντας, έχω περάσει πάνω από δέκα χρόνια τώρα. Τρώγω μια φορά την ημέρα ψωμί και πίνω μόνο νερό. Σηκώνομαι το πρωί σχεδόν νύκτα για τις πρωινές μου προσευχές κι ανάβω εμπρός εις τις εικόνες επτά λαμπάδες.

»Όταν κάνω κάθε μέρα τον συνηθισμένο γύρο, στο δάσος, φορώ σιδερένιες αλυσίδες στο κορμί μου που έχουν βάρος είκοσι οκάδες. Ποτέ δεν γκρινιάζω, ποτέ δεν πίνω ποτό, ποτέ δεν μαλώνω με κανένα και δεν συναναστρέφομαι με γυναίκες καθόλου εις την ζωή μου. Εις την αρχή η ζωή αυτή με ευχαριστούσε, αλλά τελευταία άλλες σκέψεις έχουν καταλάβει την ψυχή μου και δεν ημπορώ να απαλλαγώ απ’ αυτές. Ο Θεός ηξεύρει αν θα μπορέσω να λειώσω τις αμαρτίες μου μ’ αυτήν την σκληρή ασκητική ζωή που κάνω. Αλλά τώρα τελευταία, σκέπτομαι πολλές φορές, τάχα είναι αληθινό το κάθε τι που έγραφε το βιβλίο αυτό; Πώς είναι δυνατόν ένας νεκρός να αναστηθεί, εάν μάλιστα είχε πεθάνει εδώ και διακόσια χρόνια πριν και δεν υπάρχει ούτε η σκόνη του; Ποιος ηξεύρει αν πραγματικά υπάρχει Κόλασις; Ποιος είναι δυνατόν να γνωρίζει τίποτε για τον άνθρωπο όταν αυτός πεθαίνει και αποσυντίθεται; Ίσως αυτό το βιβλίο το έγραψαν παπάδες και θεολόγοι για να φοβίσουν εμάς τους ανοήτους φτωχούς και να μας κρατούν ησύχους. Ποια βεβαιότητα, πως όλα είναι όπως τα γράφει το βιβλίο αυτό, μπορεί να έχει κανείς που σαν εμένα υποθήκευσε τον εαυτό του για τίποτα, και κατεδίκασε μάταια κάθε ευχαρίστηση του κόσμου; Υπόθεσε ότι δεν υπάρχει άλλη ζωή απ’ αυτήν. Δεν είναι, λοιπόν, καλύτερα να χαρεί κανείς τούτη την ζωή του εδώ και να μη στενοχωρείται για τίποτα; Σκέψεις σαν τις παραπάνω συχνά με στενοχωρούν και δεν ηξεύρω αν καμιά μέρα δεν γυρίσω πάλι εις την παλιά μου εργασία».

Τον άκουσα με συμπάθεια. Λένε μόνον ότι οι μορφωμένοι και οι ευφυείς σκέπτονται ελεύθερα και δεν πιστεύουν σε τίποτα. Αλλά να ένας της δικής μου τάξεως άνθρωπος, ένας απλός χωρικός, έγινε λεία παρόμοιας απιστίας. Η βασιλεία του σκότους ανοίγει τις πύλες της μπροστά στον κάθε ένα, ίσως δε μάλιστα εις τους απλούς επιτίθεται πολύ πιο εύκολα. Ώστε ο καθένας πρέπει να μάθει να είναι συνετός και να δυναμώνει την ψυχή του με την μελέτη του λόγου του Θεού, όσο μπορεί περισσότερο, εναντίον των εχθρών της ψυχής.

Έτσι με αντικειμενικό σκοπό να βοηθήσω τον αδελφό μου αυτόν και να κάνω ό,τι θα περνούσε από το χέρι μου για να ενισχύσω την πίστη του, έβγαλα από το σακίδιό μου την Φιλοκαλία. Εγύρισα στο 109ον κεφάλαιο, που γράφει «Περί ησυχίας» και του το εδιάβασα. Έβαλα όλα τα δυνατά μου να του αποδείξω πόσο ανωφελές και μάταιο πράγμα είναι η αποφυγή της αμαρτίας απλώς και μόνο για το φόβο των βασάνων της Κολάσεως. Του είπα ότι, η ψυχή είναι δυνατόν να ελευθερωθεί από τις εφάμαρτες σκέψεις με την θέληση, με την κυριαρχία επάνω εις το μυαλό μας και με την κάθαρση της καρδιάς, και πως αυτά μπορούν να γίνουν κατορθωτά με την εσωτερική προσευχή.

Πρόσθεσα ακόμη ότι σύμφωνα με όσα οι άγιοι Πατέρες λένε, όποιος πράττει καλές πράξεις απλώς και μόνο από φόβο να μη κολασθεί, ακολουθεί το δρόμο της δουλείας, αυτός δε που αγαθοεργεί για να λάβει την ανταπόδοση του Παραδείσου ακολουθεί τον δρόμο κάποιου παζαρέματος με τον Θεό.

Ο πρώτος ονομάζεται δούλος, ο δεύτερος μισθοφόρος. Αλλά ο Θεός θέλει όλους μας να έλθουμε προς Αυτόν σαν τα παιδιά εις τον πατέρα τους. Θέλει όλους μας να συμπεριφερόμεθα προς Αυτόν με τιμή, και από αγάπη προς Εκείνον, να εργαζόμεθα με ζήλον το θέλημά Του. Θέλει όλους μας να ευρίσκουμε την ευτυχία μας εις την ένωση του εαυτού μας με Αυτόν, εις την ένωση του νου και της καρδιάς μας με τον Σωτήρα μας.

«Οσοδήποτε και αν αναλώσεις τον εαυτόν σου με το να κακοποιείς το σώμα σου», του είπα, «ποτέ δεν θα βρεις την ειρήνη εις τον νουν σου με αυτόν τον τρόπο, και εάν έχεις το Θεό μέσα εις τον νου σου και την ασίγαστη Προσευχή του Χριστού μέσα στην καρδιά σου, θα κινδυνεύεις κάθε στιγμή να πέσεις εις την αμαρτία με την παραμικρότερη αφορμή. Άρχισε, αδελφέ μου, την εργασία να συνηθίσεις να λες αδιάκοπα την Προσευχή του Ιησού Χριστού. Έχεις τόσο ωραία ευκαιρία να το κάνεις αυτό εδώ σ’ αυτό το μοναχικό μέρος, και σε λίγο χρονικό διάστημα θα κατορθώσεις να κερδίσεις την επιτυχία της. Δεν θα σε καταλάβουν πια άθεες σκέψεις και η αληθινή πίστις και η αγάπη για τον Χριστό θα αποκαλυφθούν σε σένα. Θα καταλάβεις τότε, με ποιόν τρόπο οι νεκροί θα αναστηθούν, και θα ιδείς την Μέλλουσα Κρίση εις το πραγματικό της φως. Η Προσευχή αυτή θα σε κάνει να αισθάνεσαι τόσην ανακούφιση και τόσην ευλογία μέσα στην καρδιά σου, ώστε και συ ο ίδιος θα απορήσεις γι’ αυτό και όλη η πορεία της ζωής σου δεν θα είναι πια ούτε θλιβερή ούτε βασανισμένη».

Έπειτα προχώρησα για να του εξηγήσω, όπως καλύτερα μπορούσα, πώς ν’ αρχίσει και πώς να προχωρήσει χωρίς διακοπή, εις την Προσευχή του Ιησού Χριστού, και ακόμη, το πώς ο Λόγος του Θεού και τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων, μας διδάσκουν σχετικά με αυτή.

Συμφώνησε με όλα όσα του είπα, και αμέσως μου εφάνηκε ότι έγινε ηρεμότερος.

«Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’Θεσ. 5-17)

Αντιγραφή / Απομαγνητοφώνηση για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Κείμενα του δασκάλου Σάββα Ηλιάδη ΕΔΩ 

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements