Γράφει ὁ Γεώργιος Κουρκούτας (Αὔγουστος 2013)

Στὶς 9 Αὐγούστου 1823, πρὶν ἀπὸ 190 χρόνια, στὸ Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου φονεύεται σὲ πολεμικὴ ἐπιχείρηση ἐναντίον τῶν Τούρκων ὁ Μάρκος Μπότσαρης.

Εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἐμβληματικὲς μορφὲς τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Ἐκπρόσωπος τοῦ Σουλίου στὴν ἀγωνιζόμενη Ἑλλάδα, ἀναδείχθηκε, μὲ τὴν συμμετοχὴ καὶ τὴν ἡρωική του θυσία σὲ ἡλικία μόλις 33 ἐτῶν, σὲ θρυλικὴ μορφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΥΛΙ

Τὸ Σούλι ἀποτελοῦσε πρὶν τὸ 1821 μία ἰδιότυπη μορφὴ κοινοπολιτείας ἑλληνικῶν χωριῶν στὴν Ἤπειρο ἀπὸ τέσσερα χωριά: τὸν Ἀβαρίκο, τὴν Σαμονίβα, τὸ Σούλι καὶ τὴν Κιάφα.

Στὴν συνέχεια, κατὰ τὸν 18ο αιώνα στὸ τετραχώρι αὐτὸ προσεχώρησαν καὶ ἄλλα χωριὰ καὶ διαμορφώθηκε μία αὐτόνομη περιοχὴ στὴν καρδιὰ τῆς Ἠπείρου, ποὺ δὲν ὑπολόγιζε τὰ Σουλτανικὰ στρατεύματα.

Δεῖγμα αὐτῆς τῆς ἀνυπότακτης νοοτροπίας ἦταν τόσο οἱ διαρκεῖς πολεμικὲς ἀντιπαραθέσεις μὲ τοὺς Στρατοὺς ποὺ ἔστελναν οἱ Ὀθωμανοί, ἀλλὰ καὶ τὸ πεῖσμα τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ νὰ καταλάβει τὸ Σούλι (κάτι ποὺ τὸ κατάφερε τὸ 1803).

Με μία σειρὰ πολέμων ἀπέναντι στὴν τουρκικὴ διοίκηση τῆς περιοχῆς οἱ Σουλιῶτες διατήρησαν τὸ ἀνυπότακτο φρόνημά τους.

Εἶχαν Ὀρθόδοξη πίστη, Ἑλληνικὴ-Ρωμαίικη συνείδηση (αὐτὸ μαρτυροῦν ὅλες οἱ προσωπικὲς μαρτυρίες, ἀπὸ τὰ γράμματά τους ὡς τὰ Δημοτικά τους τραγούδια, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν γένει στάση τους στοὺς Ἐθνικοὺς Ἀγῶνες τοῦ Ἑλληνισμοῦ), ἀλλὰ ὁμιλοῦσαν ὡς δίγλωσσοι καὶ τὴν ἀρβανίτικη γλώσσα.

Ὁ Μάρκος Μπότσαρης ἦταν μέλος τῆς σουλιώτικης φάρας, γνωστῆς μὲ τὸ ὄνομα Μποτσαραῖοι ἢ Μποτσαράτες. Ὑπῆρξε μέχρι τὸ 1800 ἡ πιὸ ἰσχυρὴ φάρα τοῦ Σουλίου. Ἀντίπαλοί τους ἦταν ἡ ἰσχυρὴ φάρα τῶν Τζαβελαίων.

Τὸ 1790 γεννήθηκε στὸ Σούλι ὁ Μάρκος, υἱὸς τοῦ Κίτσου Μπότσαρη καὶ 2 χρόνια μετὰ ὁ ἀδελφός του Κώστας. Τὸ 1800 πεθαίνει ὁ ἀρχηγὸς τῆς φάρας τῶν Μποτσαράτων Γιώργης Μπότσαρης καὶ τὴν θέση του παίρνει υἱὸς του Κίτσος (ὁ πατέρας τοῦ Μάρκου).

Τὸ Σούλι ὅμως δεχόταν συνεχῶς ἐπιθέσεις καὶ μάλιστα λυσσαλέες ἀπὸ τὸν Ἀλὴ Πασὰ καὶ τὸν υἱὸ τοῦ Βελή. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1803 πέφτει τὸ Σούλι καὶ οἱ περισσότεροι Σουλιῶτες καταφεύγουν στὴν Πάργα.

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΗ

Στὶς 7 Ἀπριλίου 1804 γίνεται φονικὴ μάχη στὴν Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου κοντὰ στὸ χωριὸ Σέλτσο στὰ Ἄγραφα, ὅπου εἶχαν καταφύγει Σουλιῶτες.

Ἀνάμεσα στοὺς ἐλάχιστους ποὺ διασώθηκαν καὶ κατέφυγαν στὴν Πάργα ἦταν καὶ ὁ Κίτσος Μπότσαρης καὶ ὁ μικρὸς Μάρκος. Ὁ Μάρκος ἀκολουθεῖ τὸν πατέρα του σὲ Κέρκυρα καὶ Λευκάδα, ὅπου ἐντάσσεται σὲ στρατιωτικὰ σώματα.

Νυμφεύεται δύο φορές, πρῶτα τὴν Ἑλένη Καρακίτσου καὶ μετὰ τὴν Χρυσούλα Καλογήρου. Οἱ Σουλιῶτες στὰ Ἑπτάνησα δημιουργοῦν ἀξιόλογα στρατιωτικὰ τμήματα, ὅπου ἀναδεικνύουν τὴν πολεμική τους ἱκανότητα. Παράλληλα ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια ποὺ βρισκόταν γιὰ κάποιο διάστημα ἐκεῖ.

Ἀφοῦ ὁ Ἀλὴς πασὰς εἶχε ἐξοντώσει τὸν κίνδυνο γιὰ τὴν ἐξουσία του ποὺ λεγόταν Σούλι, ἀποφάσισε νὲ δελεάσει πολλοὺς ἀπὸ τοὺς παλιούς του ἐχθρούς, δίνοντάς τους ἀξιώματα.

Ἔτσι τὸ 1813 ὁ Κίτσος Μπότσαρης ἐπιστρέφει στὴν Ἤπειρο καὶ ἀναλαμβάνει ἀπὸ τὸν Ἀλὴ τὸ ἁρματολίκι τῶν Ἀγράφων, δολοφονεῖται ὅμως ἀπὸ τὸν ἀνταγωνιστὴ του Γῶγο Μπακόλα (ποὺ μετὰ τὸ 1821 θὰ φτάσει μὲ τὰ «καπάκια»του μὲ τοὺς Τούρκους στὴν προδοσία).

Ὁ Μάρκος (νέος ἀρχηγὸς τῆς φάρας) ἐγκαθίσταται ἀπὸ τὸν Ἀλὴ πασὰ στὸν Κακολάκκο Πωγωνίου, ὅπου καὶ διαμένει ὡς τὴν ἀποστασία τοῦ Ἀλῆ πασᾶ.

Τὸ 1820 ὁ Ἀλὴς πασὰς κηρύσσεται ἀπὸ τὴν Ὑψηλὴ Πύλη ἀποστάτης. Ὁ Μάρκος βρίσκεται σὲ δίλημμα καὶ ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα διπλωματικά, μὲ ἀπώτερο στόχο τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Σουλιωτῶν στὴν περιοχὴ Σουλίου.

Ἔτσι, ἀπὸ τὴν μία ἐντάσσεται αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του στὶς σουλτανικὲς δυνάμεις (ποὺ πολιορκοῦν τὰ Ἰωάννινα καὶ τὸν Ἀλή), ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλην διεξάγουν μυστικὲς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν Ἀλὴ γιὰ ἐπιστροφὴ στὸ Σούλι.

Τὸ τελευταῖο τὸ κατορθώνουν τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1820, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν κρυφὰ τὸ σουλτανικὸ στρατόπεδο, ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του κρατοῦνταν στὰ Ἰωάννινα ὡς ὅμηροι τοῦ Ἀλῆ.

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821

Ἀφοῦ οἱ ὑπόλοιποι Ἕλληνες (μὲ τὸν συντονισμὸ τῆς Φιλικῆς Ἐταιρίας) ἐκμεταλλεύτηκαν τὴν ἐνδοοθωμανικὴ διαμάχη (μὲ τὴν ἀποστασία τοῦ Ἀλῆ) καὶ κήρυξαν τὴν ἐπανάσταση στὰ περισσότερα μέρη, συμμετέχουν σὲ αὐτὴν καὶ σουλιώτικα τμήματα.

Στὰ τέλη Ἀπριλίου 1821 Σουλιῶτες μαζὶ μὲ τοὺς συμμάχους τοὺς ἐπιτίθενται στὸ χωριὸ Λοῦρος (μεταξὺ Ἰωαννίνων καὶ Πρεβέζης) καὶ τοὺς ἑπόμενους μῆνες καταλαμβάνουν τὸ φρούριο τῆς Ρινιάσας, τοὺς Βαριάδες, τὰ Πέντε Πηγάδια καὶ τὰ Δερβίζιανα, ὅπου διακρίνεται καὶ ἡ πολεμικὴ εὐφυΐα τοῦ Μάρκου Μπότσαρη, ἐνῶ τὸν Νοέμβριο καταλαμβάνει τὴν Ἄρτα.

Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1822 φονεύεται ὁ Ἀλὴς καὶ ὁ Χουρσὶτ μετὰ ἀπὸ διαπραγματεύσεις ἀπελευθερώνει τὴν οἰκογένεια τοῦ Μάρκου. Οἱ Σουλιῶτες ἔχουν ἐπιστρέψει στὸ Σούλι, τὸ ὁποῖο ὅμως τὸν Μάιο τοῦ 1822 πολιορκεῖται ἐκ νέου ἀπὸ τὶς σουλτανικὲς δυνάμεις τοῦ Χουρσὶτ πασᾶ καὶ τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη.

Στὶς μάχες συμμετέχει καὶ μανιάτικο σῶμα ὑπὸ τὸν Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ὁ ὁποῖος στὴν μάχη τῆς Σπλάντζας πέφτει ἡρωικὰ στὶς 4 Ἰουλίου 1822, ἐνῶ μία ἑβδομάδα πιὸ πρίν, στὴν μάχη τῆς Πλάκας συγκρούονται οἱ Σουλιῶτες μὲ τοὺς ἀντιπάλους τους.

Τὸ ὄνειρο τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ Σουλίου χάνεται καὶ στὶς 28 Ἰουλίου 1822 ὑπογράφεται στὸ ἀγγλικὸ προξενεῖο τῆς Πρέβεζας ἡ συμφωνία παράδοσης τοῦ Σουλίου καὶ ἔνοπλης ἀποχώρησης τῶν Σουλιωτῶν, ποὺ πραγματοποιήθηκε στὶς 2 Σεπτεμβρίου (ἡ σύζυγος Χρυσούλα καὶ τὰ 4 παιδιὰ τοῦ Μάρκου ἀναχωροῦν γιὰ τὴν Ἀγκώνα τῆς Ἰταλίας).

Ο ΗΡΩΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

Στὴν κυρίως ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα ἔχει σχηματιστεῖ Κυβέρνηση (Ἐκτελεστικὸ καὶ Βουλευτικό). Τὸ Βουλευτικὸ στὶς 11 Ὀκτωβρίου 1822 ἐγκρίνει τὸν διορισμὸ τοῦ 32χρονου Μάρκου σὲ Στρατηγὸ τῆς Δυτικῆς Στερεᾶς, περιοχῆς ὅπου κυριαρχοῦσε πολιτικὰ ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδάτος.

Οἱ δύο ἄνδρες πρωταγωνιστοῦν στὸν ἄθλο τῆς ἀπόκρουσης τῆς Α’ πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου (ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο ὡς τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1822). Μετὰ τὴν νίκη ὅμως ἀρχίζουν οἱ διχόνοιες ποὺ θὰ ἐξελιχθοῦν στὸν καταστροφικὸ Ἐμφύλιο.

Ἀποτέλεσμα αὐτῶν τῶν διαμαχῶν στὴν Στερεὰ ἦταν ἡ ἀντιπαράθεση Σουλιωτῶν ὁπλαρχηγῶν μὲ τοὺς Στερεοελλαδίτες, κάτι ποὺ ὁδήγησε τὸν Μάρκο νὰ σχίσει (ἀφοῦ πρῶτα τὸ φίλησε!) τὸ δίπλωμα τῆς Στρατηγίας.

Μία μαρτυρία μιλᾶ γιὰ τὴν ἀντιπαλότητα (ποὺ συνεχιζόταν) μὲ τὴν νεοαφιχθεῖσα στὸ Μεσολόγγι φάρα τῶν Τζαβελαίων (ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἀρχηγοὺς στὴν Ἔξοδο τοῦ 1826 οἱ δύο ἦταν ἀπὸ τὶς δύο φάρες τοῦ Σουλίου: ὁ Νότης Μπότσαρης καὶ ὁ Κίτσος Τζαβέλας).

Ὅμως ὅποια καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ φράση τοῦ Μάρκου ὅταν ἔσκιζε τὸ δίπλωμα εἶναι ἔνδειξη τῆς ἀνδρείας του: «ὅποιος εἶναι ἄξιος, λαμβάνει δίπλωμα μεθαύριον ἔμπροσθεν τοῦ ἐχθροῦ» (μαρτυρία Σπ. Τρικούπη) (ἢ κατὰ ἄλλους, ὅπως τὸν Νίκ. Κασομούλη, «Ἰδοὺ τὸ δίπλωμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνοχλεῖ (καὶ τὸ ἐξέσχισεν), καὶ ὅποιος εἶναι παλληκάρι εἰς τὸν Σκόδραν [τὸν Τοῦρκο πασὰ ποὺ ἦλθε ἐναντίον τῆς Ἐπανάστασης] φαίνεται».

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΗΡΩΑ

Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς Ἰουνίου 1823 ἔφθασαν εἰδήσεις στὸ Μεσολόγγι ὅτι ὁ Μουσταφὰ πασὰς τῆς Σκόδρας ξεκίνησε ἀπὸ τὸν Αὐλώνα μὲ 10.000 στρατιῶτες καὶ κατεύθυνση τὴν Λάρισα. Σκοπὸς τῆς νέας αὐτῆς τουρκικῆς ἐκστρατείας ἦταν ἡ ὑποταγὴ τῆς Δυτικῆς Στερεᾶς. Ὁ πασὰς τῆς Σκόδρας φθάνοντας στὴν Θεσσαλία θὰ προχωροῦσε μέσω Καρπενησίου πρὸς τὸ Ἀγρίνιο, ὅπου θὰ ἑνωνόταν μὲ τὸν Ὀμὲρ πασὰ Βρυώνη (ὁ ὁποῖος θὰ κατέβαινε ἀπὸ τὴν Ἤπειρο).

Ἡ προφυλακὴ τοῦ Μουσταφᾶ πασᾶ ἔφθασε στὸ Καρπενήσι στὶς 5 Αὐγούστου, ἀποτελούμενη ἀπὸ 5.000 πεζοὺς καὶ ἱππεῖς ὑπὸ τὸν Τζελαλεντὶν μπέη, ὁ ὁποῖος στρατοπέδευσε στὸ Κεφαλόβρυσο. Μία ἑβδομάδα πιὸ πρὶν εἶχε ξεκινήσει ἑλληνικὸ σῶμα 1.200 ἀνδρῶν ὑπὸ τὴν ἡγεσία Στερεοελλαδιτῶν καὶ Σουλιωτῶν ὁπλαρχηγῶν.

Ἡ ἀριθμητικὴ ὑπεροχὴ τῶν Τούρκων ἔπεισε τὸν Μάρκο (ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ σώματος) νὰ ἀξιοποιήσει τὴν σουλιώτικη πολεμικὴ ἐμπειρία (ποὺ ἐνεργοῦσαν μὲ συχνὲς καταδρομὲς καὶ χτυποῦσαν καίρια τὸν ἐχθρό).

Ἀνάμεσα στὶς μεθόδους ποὺ χρησιμοποιήθηκαν ἦταν ἡ χρήση ἴδιας γλώσσας καὶ ἐνδυμασίας ἀπὸ τοὺς ἀρβανιτόφωνους Σουλιῶτες, γιὰ νὰ προκαλέσουν σύγχυση στὸν ἀντίπαλο (κάτι ποὺ σήμερα θεωρεῖται παραβίαση πολεμικῶν κανόνων καὶ τιμωρεῖται μὲ θάνατο στὶς πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις). Τὸ εἶχε ξαναεφαρμόσει ὁ Μάρκος καὶ στὰ Δερβίζιανα δύο χρόνια πιὸ πρίν.

Παρότι δὲν εἶχε τὴν στήριξη τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν, ὁ Μάρκος Μπότσαρης μὲ σῶμα 350 Σουλιωτῶν διείσδυσε στὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο τὴν νύχτα τῆς 8ης προς 9η Αυγούστου (μόνο ὁ Κίτσος Τζαβέλας ἀπὸ τοὺς ὁπλαρχηγοὺς ἔδωσε τὸ παρὼν στὴν μάχη).

Ἡ ἐπίθεση εἶχε ἐπιτυχία, ἀλλὰ ὁ Μάρκος Μπότσαρης τραυματίζεται θανάσιμα. Τὸν θάνατό του ἀπέκρυψαν οἱ συμπολεμιστές του, γιὰ νὰ μὴν δειλιάσουν οἱ λοιποί, καὶ τὸν μετέφεραν κρυφὰ ἐκτός τοῦ πεδίου τῆς μάχης.

Οἱ τοῦρκοι ὑπέστησαν μεγάλη ἥττα: ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν Ἑλλήνων 690 τυφέκια, 1000 πιστόλες, δύο σημαῖες, πολλοὶ ἵπποι καὶ ἡμίονοι.

Ἀπὸ τοὺς ἕλληνες φονεύθηκαν περίπου 36 καὶ πληγώθηκαν 20. Ὁ Σπυρίδων Τρικούπης ἀναφέρει γιὰ τὸν θάνατό του: «Τὴν δὲ 10 Αὐγούστου μετεκομίσθη ὁ νεκρός του Μάρκου εἰς Μεσολόγγι ὅπου ἐκηδεύθη λαμπρῶς. Μέγα δὲ πένθος καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα διήγειρεν ὁ θάνατός του, θεωρηθεῖς δικαίως ἐθνικὸν δυστύχημα».

Ἦταν μόλις 33 ἐτῶν. Τὴν δράση του θὰ συνεχίσει ὁ ἀδελφός του Κώστας.

Τόσο ἡ θρυλική του ζωὴ ὅσο καὶ ὁ ἡρωικός του θάνατος μετέτρεψαν τὸν Μάρκο σὲ σύμβολο θάρρους καὶ τιμιότητας. Ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα ὅπου χρειάστηκε κεῖ συνέβαλε στὴν ἀνάδειξη τοῦ ἡρωισμοῦ τῶν Σουλιωτῶν.

Ὁ τάφος του στὸ Μεσολόγγι (τὸ πρωτότυπο εἶναι στὸ Ἱστορικὸ Μουσεῖο-Παλαιὰ Βουλὴ) καὶ τὰ ἔργα τέχνης ποὺ πρόβαλαν τὴν προσφορὰ του μέχρι σήμερα μιλοῦν γιὰ μία εὐγενικὴ καὶ θαρραλέα ψυχή, ποὺ ἔφυγε νέος γιὰ τὴν Ἀθανασία.

Κλείνουμε τὸ ἀφιέρωμα αὐτὸ μὲ ἔνα ἐπίγραμμα τοῦ Γεωργίου Γαζῆ στὴν «Βιογραφία τῶν Ἡρώων Μάρκου Μπότσαρη καὶ Καραϊσκάκη» ποὺ ἐξεδόθη στὴν Αἴγινα μόλις τὸ 1828:

Πύρρος κατὰ Ρωμαίων ἀπεδείχθη θαυμαστὸς

Καὶ Σκενδέρμπεης δὲ πάλιν κατὰ Τούρκων τρομερός.

Μαρκομπότζιαρης δ’ ὠσαῦτος ἀνεφάνη ὁ αὐτός,

Εἰς τὸ Μεσολόγγι κεῖται, στήσας τρόπαιον λαμπρὸν.

Ἐνδεικτικὴ βιβλιογραφία 

1. Βάσω Ψιμούλη-Μάρκος Μπότσαρης-ἐκδόσεις Τὰ Νέα  

2. Σπύρ. Τρικούπης-Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Ἀθήνα 1888

3.Γιῶργος Καραμπελιᾶς –Συνωστισμένες στὸ Ζάλογγο-Ἐναλλακτικὲς ἔκδ.

4.Χριστόφορος Περραιβὸς-Ἱστορία Σουλίου καὶ Πάργας-Βενετία 1815

5.Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους-τόμος ΙΒ’- Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν

Πηγή: Ρωμαίικο Οδοιπορικό

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements