Γεννήθηκε τό 1491 στήν Θεσσαλονίκη. Σέ ἡλικία 27 ἑτῶν ἐγκατέλειψε τά ἐγκόσμια καί ἦρθε στό ὄρος Καλλίστρατο τοῦ νομοῦ Γρεβενῶν, ὅπου ἀσκήτεψε.

Μετά ἀπό Θεία ὑπόδειξη βρῆκε τήν εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτήρος καί ἔκτισε Ἱερά Μονή ἐπ’ ὀνόματι τῆς Μεταμορφώσεως, στή Ζάβορδα Γρεβενῶν.

Τό μοναστήρι γνώρισε ἡμέρες δόξης μέ πολλούς μοναχούς, μαθητές τοῦ Ὁσίου. Ὑπήρξε συνομήλικος καί συνασκητής μέ τόν ὅσιο Διονύσιο ἐν Ὀλύμπῳ.

Παρέδωσε τό πνεῦμα του στά χέρια τοῦ Θεοῦ στίς 7 Αὐγούστου τό 1549. Ἡ Ἁγία του Κάρα φυλάσσεται στή μονή που ἴδρυσε στή Ζάβορδα.

Πολλά θαύματα συνδέονται μέ τή μεταφορά τῆς Ἁγίας του Κάρας σέ πολλές περιοχές τῆς Ἑλλάδος καί ἰδιαίτερα στήν Καστοριά.

Ὁ ὅσιος Νικάνορας ἐπιτελοῦσε καί ἐπιτελεῖ μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πολλά θαύματα, ἀπό τά ὁποῖα παραθέτουμε ἐλάχιστα καί περιληπτικά.

Κάποτε, γύρω στά 1725, ἡ Μονή βρέθηκε σέ πολύ δύσκολη οἰκονομική κατάσταση ἐξαιτίας τῆς βαρύτατης φορολογίας πού εἶχαν ἐπιβάλει οἱ ὀθωμανοί κατακτητές.

Οἱ μοναχοί ἀποφάσισαν νά μεταφέρουν τήν τιμία κάρα τοῦ Ὁσίου στά Σέρβια, γιά δύο λόγους· ἀφενός γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἡ πόλη ἀπό ἐπιδημία πανούκλας πού θέριζε τούς κατοίκους καί ἀφετέρου νά συγκεντρωθοῦν χρήματα ἀπό τήν ἐλεημοσύνη τῶν χριστιανῶν γιά νά σωθεῖ καί τό Μοναστήρι.

Πῆραν λοιπόν τήν τιμία κάρα δύο ἱερομόναχοι -ὁ ἡγούμενος Δαβίδ καί ὁ πνευματικός Νεόφυτος- καί τό βράδυ ἔφτασαν στό χωριό Καισαρία.

Ἐκεῖ τούς προϋπάντησε ἕνας εὐλαβής χριστιανός, ὁ Νικόλαος, πού μέ χαρά τούς κάλεσε νά φιλοξενηθοῦν στό σπίτι του.

Τό πρωί τούς παρακάλεσε νά ψάλλουν Ἁγιασμό στό σπίτι του καί ὁ ἴδιος ἔτρεξε νά εἰδοποιήσει τούς γείτονες νά ἔλθουν στόν Ἁγιασμό καί νά ἀσπασθοῦν τήν κάρα τοῦ Ἁγίου. Σέ λίγο γέμισε τό σπίτι ἀπό χριστιανούς.

Μετά τόν Ἁγιασμό ἄρχισαν νά ἀσπάζονται ὅλοι τήν τιμία κάρα. Ἀνάμεσά τους πλησίασε νά κάνει τό ἴδιο καί μιά νέα γυναίκα, «ἄσεμνος καί ἀκάθαρτος, καί παρευθύς ἔπεσεν εἰς τήν γῆν ὡς ἀποθαμένη».

Ὅταν μετά ἀπό λίγο συνῆλθε, τή ρώτησαν τί συνέβη. Καί μέ φανερό φόβο ἐκείνη εἶπε:

«Καθώς πλησίαζα στήν τίμια κάρα, ἔνας καλόγερος κοκκινογένης μοῦ ἔδωσε δυνατό ράπισμα στό πρόσωπο καί μέ θυμό μοῦ εἶπε·ἐγώ αὐτή τήν ὥρα ἤθελα, ἀδιάντροπη, νά σέ θανατώσω, ἐπειδή, ἄν καί εἶσαι τόσο ἁμαρτωλή καί ἀκάθαρτη, τόλμησες νά μέ πλησιάσεις.

Ὅμως ἐξαιτίας τῆς εὐλάβειας αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ Νικολάου, σοῦ χαρίζω τήν ζωή. Καί πρόσεξε νά μή πλησιάσεις ἀναξίως στό ἑξῆς τά ἱερά, γιά νά μή πάθεις τίποτε χειρότερο».

Ὅταν οἱ πατέρες ἔφτασαν στά Σέρβια, ἔκαναν Ἁγιασμούς γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἡ πόλη ἀπό τήν πανούκλα. Τό θαῦμα δέν ἐβράδυνε νά γίνει.

Καί τό ἔδειξε ὁ Ἅγιος μέ τό ὅτι ὅταν ἐτελεῖτο ὁ Ἁγιασμός ἡ τιμία κάρα του ἔτριζε μέσα στό ἱερό κιβωτίδιο πού ἦταν τοποθετημένη.

Βλέποντας τό ἐξαίσιο αὐτό θαῦμα οἱ ὀθωμανοί ὀργίστηκαν, καί ἔλεγαν πώς δέν ἦταν θαῦμα τοῦ Ἁγίου ἀλλά μαγεία.

Καί δύο φανατικοί γενίτσαροι ἀποφάσισαν νά ἁρπάξουν ἀπό τούς πατέρες τήν τιμία κάρα, ὅταν περνοῦσαν ἀπό κανένα στενό δρόμο, καί νά τήν κομματιάσουν.

Ὁ Θεός ὅμως δέν τούς ἄφησε νά πράξουν τό ἀνοσιούργημα: Τό βράδυ ὁ ἕνας ἀπό τούς δύο πέθανε ἀπό τήν πανούκλα, ἐνῶ στόν ἄλλο ἐμφανίστηκε ὁ Ἅγιος σέ ὅραμα καί τοῦ εἶπε:

«Τί ἦταν αὐτό τό πονηρό πού σκέφτηκες νά κάνεις μαζί μέ τό σύντροφό σου;

Ἐγώ ἔλαβα ἀπό τόν Θεό τήν ἐντολή νά σέ θανατώσω αὐτή τή νύχτα, ὅπως καί τό φίλο σου.

Ἀλλά σέ ἐλέησα γιά νά διαλαλήσεις τή δική σου σωτηρία καί τοῦ συντρόφου σου τή συμφορά».

Ἔντρομος ξύπνησε, ἔμαθε τά καθέκαστα γιά τό φίλο του καί τό πρωί ἔλεγε μέ παρρησία σέ ὅλους τί συνέβη· καί δόξαζε τόν Ἅγιο καί τόν Θεό γιά τήν εὐεργεσία τους.

Ἡ ἱστορική πόλη τῆς Καστοριᾶς καί ἡ περιοχή της εἶχαν ἀνέκαθεν πνευματικούς δεσμούς  μέ τόν ὅσιο Νικάνορα καί τή Μονή του. 

Ἀπό τόν «Κώδικα» τῆς Ζάβορδας 1534/1692 ἐξάγεται ὅτι στήν πόλη καί τά χωριά της περιφέρονταν κατά καιρούς τά λείψανα τοῦ Ἁγίου πρός εὐλογίαν, ἀποτροπή ἐπιδημιῶν καί συγκέντρωση ἐλεημοσυνῶν.

Σώζονται ἐπίσης καί ἀρκετές «ἐνθυμήσεις» (σημειώσεις) σέ ἐκκλησιαστικά λειτουργικά βιβλία, ὅπως ἐκείνη τοῦ 1814 πού ἀναφέρει (ἀνορθόγραφα): 

«1814 τόν Αὔγουστο ἀκολούθισεν ἡ πανούκλα στιν Καστοριά».

Ἄλλη πού λέει:

«Τόν ἅγιο Κάνορα τόν ἔχουμε φέρει κι ἄμα ἦρθε κόπηκαν οἱ ἀσθένειες. Πρίν πεθένισκαν κάθε μέρα».

Γύρω στό ἔτος 1760 ἔπεσε θανατηφόρα ἐπιδημία στόν Γέρμα. Ἀμέσως οἱ εὐσεβείς κάτοικοί του, γιά νά γλιτώσουν, ζήτησαν ἀπό τήν Ἱερά Μονή Ζάβορδας νά μεταφερθεῖ στό χωριό τους ἡ τιμία κάρα τοῦ Ὁσίου, πρᾶγμα πού ἔγινε.

Τό βράδυ τῆς ἡμέρας πού κομίστηκε ἡ κάρα στόν Γέρμα, ὁ ἱερέας τοῦ χωριοῦ εἶδε στό ὄνειρο του μιά πανάσχημη γριά (τήν ἐπιδημία) νά τριγυρίζει στά σοκάκια καί νά μπαίνει στά σπίτια τοῦ χωριοῦ.

Ξαφνικά ἐμφανίστηκαν δύο ἅγιοι μοναχοί (οἱ ὅσιοι Νικάνορας καί Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ) κι ἔδιωξαν τή γριά ἀπ’ τό χωριό, κυνηγώντας την μέ τά ραβδιά τους.

Τό πρωί ὁ ἱερέας ἀνακοίνωσε χαρούμενος στούς ἐνορίτες του τό σημαδιακό ὄνειρο καί πρόβλεψε τήν ἄμεση ἀπαλλαγή τους ἀπό τή ἐπιδημία, πρᾶγμα πού ἔγινε.

Οἱ κάτοικοι τοῦ Γέρμα ἀπό εὐγνωμοσύνη φιλοτέχνησαν δύο εἰκόνες γιά τούς ἁγίους Νικάνορα καί Διονύσιο πού σώζονται ὥς σήμερα στόν ἐνοριακό ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Κατά τό ἔτος 1908 ἡ Καστοριά ὑπέφερε ἀπό βαριᾶς μορφῆς ὀστρακιά, μέ ἀποτέλεσμα  νά πεθαίνουν πολλά μικρά παιδιά.

Τότε ἐστάλη ἀπό τήν πόλη στή Μονή τῆς Ζάβορδας ὁ Μανάς, μέ τήν παράκληση νά σταλοῦν στήν Καστοριά τά λείψανα τοῦ ἁγίου Νικάνορα.

Οἱ πατέρες ἱκανοποίησαν τό αἴτημα. Ἔστειλαν τά λείψανα μέ συνοδό τόν ἀδελφό τῆς Μονῆς νεαρό τότε Διάκονο Νικηφόρο (Παπασιδέρη), πού καταγόταν ἀπό τό Δισπηλιό, καί ἀργότερα ἔγινε μητροπολίτης Καστοριᾶς ( 1958).

Μόλις τά λείψανα ἔφτασαν στήν πόλη, ἀμέσως ἔπαψε τό θανατικό καί κατά τήν ἔκφραση τῶν τότε Καστοριανῶν «ἡ ἀρρώστια κόπηκε μέ τό μαχαίρι».

Κατά τήν ἐπίσκεψη αὐτή τῶν λειψάνων κρατήθηκε τμῆμα τους μέσα σέ ὡραία λειψανοθήκη, γιά εὐλογία καί προστασία τῆς Καστοριᾶς.

Λαογραφικές παραδόσεις γιά τόν ὅσιο Νικάνορα

Ὅπως συμβαίνει μέ ὅλους τούς μεγάλους ἄντρες (πολιτικούς, στρατιωτικούς, φιλοσόφους) καί γιά τούς ἁγίους πού διακρίθηκαν στήν ἄσκηση, τήν προσευχή, τή θαυματουργία, ὑπάρχουν πλῆθος λαϊκῶν παραδόσεων πού μεταδίδονται ἀπό στόμα σέ στόμα καί ἀπό γενιά σέ γενιά.

Γιά τόν ὅσιο Νικάνορα παραδίδονται καί τά ἑπόμενα: 

Στήν τοποθεσία Πετρωτός κοντά στό χωριό Παλιουριά, στό δρόμο πού πήγαινε ὁ ἅγιος μέ τ’ ἄλογο του, πάνω σέ βράχο φαίνεται ἡ πατημασιά τοῦ ἀλόγου του.

Ὅταν ἔχτιζαν τό ἀσκηταριό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὁ Νικάνορας ἔδειξε τό θαῦμα του. Ὁ βράχος εἶναι κοφτός καί ἀπό κάτω τό ποτάμι τοῦ Ἁλιάκμονα. Φοβόταν ὁ μάστορας ν’ ἀνεβεῖ πάνω.

Τότε ὁ ἅγιος ἔσπρωξε τό μάστορα, ἔπεσε στό ποτάμι ἀπό πολύ ψηλά, ἀλλά στάθηκε ὄρθιος! Ἐκεῖνος πῆρε θάρρος ἀφοῦ εἶδε τή δύναμη τοῦ Θεοῦ καί κτίσθηκε τό ἀσκηταριό.

Ὅταν ἔχτιζαν τήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικάνορα οἱ μαστόροι εἶχαν κι ἕνα μουλάρι πού κουβαλοῦσε τίς πέτρες.Ἕνας λύκος ὅμως τό ἔφαγε.

Οἱ μαστόροι δέν ἤξεραν τί νά κάνουν. Τότε ὀνειρεύτηκαν νά χρησιμοποιήσουν τήν ἀρκούδα πού θά ἐμφανιζόταν τήν ἄλλη μέρα.

Πραγματικά, τό πρωί πού ξύπνησαν, βρῆκαν μιά ἀρκούδα πού ἔστειλε ὁ ἅγιος. Τῆς ἔβαλαν σαμάρι κι αὐτή κουβαλοῦσε τίς πέτρες γιά νά τελειώσει τό ἔργο.

Κάποτε εἶχε πέσει τόση ἀκρίδα στό χωριό Ἐλάτη πού ὅταν θέριζαν ἐκεῖνες ἔτρωγαν τά ροῦχα τῶν γεωργῶν.

Οἱ χωρικοί πῆγαν στό Μοναστήρι, πῆραν τά τίμια λείψανα τοῦ Ἁγίου κι ὅταν πέρασαν τό Ἁλιάκμονα ἔφυγαν οἱ ἀκρίδες, ἔπεσαν στό ποτάμι καί πνίγηκαν.

 Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ – ΙΟΥΝΙΟΣ 2009 – TEYXOΣ 39
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ

 τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements