Οἱ Ἅγιοι Ἑπτά Παῖδες ἔζησαν στά χρόνια πού ἔγινε ὁ πρῶτος μεγάλος διωγμός κατά τῶν Χριστιανῶν καί πολλοί πιστοί κατέφευγαν στά βουνά καί σ’ ἄλλους ἀπόμακρους τόπους γιά νά γλυτώσουν. Αὐτοκράτορας τότε ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης Δέκιος (252 μ.Χ.), ἕνας ἀπό τούς πιό ἀσεβεῖς καί χριστιανομάχους βασιλιάδες τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.

Τά ἑπτά ἀδέρφια, ὅλα τους νεαρά στήν ἡλικία –ἀπό ὀκτώ ἕως δεκαπέντε ἐτῶν– κατάγονταν ἀπό μία πλούσια καί ἀριστοκρατική οἰκογένεια τῆς Ἐφέσου, πού διατηροῦσε φιλική σχέση μέ τόν αὐτοκράτορα. Κάποια στιγμή ὅμως ἡ οἰκογένεια γνώρισε τόν Χριστιανισμό καί ὅλα τά μέλη της βαπτίστηκαν στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ὁ Δέκιος μόλις ἔμαθε τά νέα, ἐξοργίστηκε πολύ. Γι’ αὐτό, ὅταν ἔφτασε στήν Ἔφεσο ζήτησε νά δεῖ τήν οἰκογένεια αὐτή μέ μοναδικό σκοπό νά τούς ἐπαναφέρει στήν εἰδωλολατρία.

Στό μεταξύ οἱ γονεῖς τῶν Ἁγίων πέθαναν μετά τήν ἀποκάλυψη τῆς βαπτίσεώς τους καί ἔτσι τά ἑπτά παιδιά ἔμειναν ὀρφανά καί ἀπροστάτευτα στήν μεγάλη πόλη τῆς Ἐφέσου. Ὅταν ἔμαθαν ὅτι τούς ψάχνει ὁ αὐτοκράτορας φοβήθηκαν πολύ καί ἀποφάσισαν νά ἀποφύγουν μία τέτοια συνάντηση.

Μοίρασαν ἀμέσως ὅλα τά ὑπάρχοντά τους στούς φτωχούς καί ἔτρεξαν νά φύγουν ἔξω ἀπό τήν πόλη, ὅπου καί κρύφτηκαν μέσα σέ ἕνα σπήλαιο. Ἐκεῖ προσευχήθηκαν θερμά στό Θεό λέγοντας:

— «Κύριε, Σέ εὐχαριστοῦμε πού μας ἔφερες σέ αὐτή τή ζωή καί Σέ δοξάζουμε ὡς τόν μόνο ἀληθινό Θεό.

Δέν Σέ ἀρνιόμαστε, οὔτε θά Σέ ἀρνηθοῦμε ποτέ. Σέ παρακαλοῦμε τώρα, βοήθησέ μας, προστάτευσέ μας ἀπό τόν ἄπιστο καί σκληρό αὐτοκράτορα Δέκιο, πού θέλει νά μᾶς ξαναφέρει πίσω στήν εἰδωλολατρία.

Προτιμοῦμε νά πεθάνουμε ὅλοι σήμερα, μέσα σέ αὐτή ἐδῶ τή σπηλιά, παρά νά ἀρνηθοῦμε τήν πίστη σέ Σένα, Παντοδύναμε Κύριε. Γενηθήτω τό Πανάγιο θέλημά Σου καί ἄς εἶναι δοξασμένο τό ὄνομά Σου εἰς τούς αἰῶνες. Ἀμήν».

Ἀφοῦ εἶπαν τήν παραπάνω προσευχή μέσα ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς τους, ἔπεσαν νά κοιμηθοῦν. Καί ὁ καλός Θεός, πού ἀκούει τίς προσευχές τῶν ἀνθρώπων, ἔστειλε Ἄγγελο καί πῆρε τίς καθαρές ψυχές τους στόν οὐρανό.

Μόλις ὁ Δέκιος πληροφορήθηκε ὅτι τά ἑπτά παιδιά πέθαναν στό σπήλαιο ὅπου κρύβονταν, ἔστειλε ἐργάτες μέ τή διαταγή νά χτίσουν τοῖχο καί νά φράξουν τήν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς.

Πέρασαν ἀπό τότε ἑκατόν ἐνενήντα τέσσερα ἔτη. Ὁ βασιλιάς Δέκιος εἶχε πεθάνει. Οἱ καιροί ἄλλαξαν καί αὐτοκράτορας τώρα ἦταν ὁ Χριστιανός Θεοδόσιος ὁ Μικρός (446 μ.Χ.). Ἡ Ἔφεσος γέμισε ἀπό ὡραίους καί μεγαλοπρεπεῖς Ναούς, ἐνῶ πολλά ἀπό τά κτίσματά της στολίστηκαν μέ τόν Τίμιο Σταυρό καί ἄλλα Χριστιανικά σύμβολα.

Ὅμως, παρ’ ὅτι ὁ Χριστιανισμός ἁπλώθηκε σ’ ὅλη τήν οἰκουμένη, τά βάσανα τῆς Ὀρθοδοξίας δέν τελείωσαν. Ἐκείνη τήν ἐποχή ἐμφανίστηκε στήν αὐτοκρατορία μία νέα αἵρεση πού δίδασκε ὅτι δέν ὑπάρχει ἀνάσταση νεκρῶν.

Πολλοί ἀπό τούς πιστούς, ὄχι μόνο ἁπλοί ἄνθρωποι, ἀλλά καί ἐπίσκοποι καί ἀξιωματοῦχοι ἀκόμα, παρασύρθηκαν ἀπό αὐτές τίς αἱρετικές διδασκαλίες καί προκάλεσαν μεγάλη ἀναστάτωση στήν Ἐκκλησία.

Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος, πού ἦταν πιστός Χριστιανός, θλιβόταν πολύ μέ αὐτήν τήν κατάσταση. Μή μπορώντας νά κάνει κάτι ὁ ἴδιος, γιά νά προστατεύσει τήν Ἐκκλησία, κατέφυγε στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ἔπεσε στά γόνατα καί μέ δάκρυα στά μάτια παρακάλεσε τόν ἀληθινό Θεό μας νά τόν βοηθήσει σέ τούτη τή κρίσιμη στιγμή. Ἐκεῖνος ἄκουσε τήν προσευχή του καί τόν πληροφόρησε μέ τόν ἀκόλουθο, θαυμαστό τρόπο.

Τήν ἐποχή ἐκείνη ὁ ἄνθρωπος στόν ὁποῖο ἀνῆκε τό μέρος πού βρισκόταν τό σπήλαιο τῶν Ἁγίων Ἑπτά Παίδων θέλησε νά φτιάξει μία μάντρα γιά τά ζῶα του. Δέν τοῦ ἔφταναν ὅμως οἱ πέτρες καί ἀναγκάστηκε νά γκρεμίσει τόν τοῖχο πού ἔφραζε τή σπηλιά, ὥστε νά πάρει τίς πέτρες καί νά τίς ἀξιοποιήσει στή μάντρα του.

Ὅταν γκρεμίστηκε ὁ τοῖχος καί ἄνοιξε ἡ σπηλιά, τά ἑπτά ἀδέλφια ἀναστήθηκαν μέ ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως ἄρχισαν νά συνομιλοῦν μεταξύ τους γιά τά θέματα πού τούς ἀπασχολοῦσαν, σάν νά μήν εἶχαν περάσει 194 χρόνια, ἀλλά μόνο μιά νύχτα.

Ἔνιωθαν, λοιπόν, ὅτι μόλις εἶχαν ξυπνήσει ἀπό τόν ὕπνο τους. Ἐξάλλου, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, οὔτε τά σώματά τους, οὔτε τά ροῦχα τους εἶχαν φθαρεῖ ὅλα αὐτά τά χρόνια μέσα στό ὑγρό σπήλαιο. Ὅλα ἔμοιαζαν σάν νά εἶχε σταματήσει ὁ χρόνος τή στιγμή πού πῆγαν καί κρύφτηκαν γιά νά προστατευτοῦν ἀπό τόν Δέκιο.

Στή συζήτηση πού εἶχαν ὁ μεγάλος ἀδελφός ἐνθάρρυνε τούς ὑπόλοιπους νά μείνουν σταθεροί στήν πίστη τους. Ἔπειτα εἶπε στόν Ἰάμβλιχο νά πάει στήν πόλη νά ἀγοράσει ψωμιά καί ἔτσι νά μάθει νέα γιά τόν Δέκιο καί τά σχέδιά του.

Ὁ Ἰάμβλιχος πηγαίνοντας στήν Ἔφεσο ἀποροῦσε μέ τίς ἀλλαγές πού ἔβλεπε. Τά κτίρια ἦταν ἀλλαγμένα, οἱ ἄνθρωποι φοροῦσαν ροῦχα διαφορετικά καί, τό πιό ἐντυπωσιακό, ὑπῆρχαν Χριστιανικοί Ναοί! Ὁ Ἰάμβλιχος ἔνιωθε σάν νά ἔβλεπε ὅραμα καί δέν ἤξερε πῶς νά ἐξηγήσει τήν κατάσταση.

Μπῆκε μέσα σέ ἕναν φοῦρνο, γιά νά ἀγοράσει ψωμί, ἀλλά μόλις ἔδωσε τά χρήματα στούς φουρνάρηδες, ἐκεῖνοι ἔμειναν ἔκπληκτοι. Τό νόμισμα πού τούς εἶχε δώσει ὁ νεαρός ἦταν πολύ παλιό –ἀφοῦ εἶχε χαραγμένη πάνω τήν εἰκόνα τοῦ Δέκιου– καί μεγάλης ἀξίας.

Θεώρησαν τότε ὅτι ὁ μικρός εἶχε κάποιο θησαυρό κι ἐπειδή ἔδειχνε τρομαγμένος, νόμισαν ὅτι κάτι ὕποπτο συνέβαινε. Γι’ αὐτό, τόν πῆραν ἁλυσοδεμένο καί τόν πῆγαν στόν ἄρχοντα τῆς Ἐφέσου.

— «Ποιός εἶσαι καί γιατί κρατᾶς νόμισμα πού φτιάχτηκε διακόσια χρόνια πρίν;» τόν ρώτησε αὐστηρά ὁ ἄρχοντας.

— «Εἶμαι ὁ ἕβδομος ἀπό τά ἑπτά ἀδέλφια πού κυνηγάει ὁ Δέκιος, ἐπειδή εἴμαστε Χριστιανοί. Ἔχουμε κρυφτεῖ σέ μία σπηλιά κι ἐγώ ἦρθα νά ἀγοράσω ψωμί, γιατί εἴμαστε δυό μέρες νηστικοί» ἀπάντησε θαρρετά ὁ μικρός Ἰάμβλιχος.

— «Τί μᾶς λές; Ποιός Δέκιος καί ποιοί διωγμοί τῶν Χριστιανῶν; Αὐτός ἔχει πεθάνει χρόνια τώρα καί ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε Χριστιανοί» εἶπε θυμωμένος ὁ ἄρχοντας.

Ὁ ἐπίσκοπος Ἐφέσου Μαρίνος ἦταν μπροστά στήν ἀνάκριση καί κατάλαβε ὅτι κάτι θαυμαστό συνέβαινε. Ἔτσι πρότεινε νά ἀκολουθήσουν τό νεαρό στό σπήλαιο. Φθάνοντας ἐκεῖ, στά δεξιά τῆς εἰσόδου, ὁ Ἐπίσκοπος βρῆκε μία θήκη σφραγισμένη πού εἶχαν ἀφήσει ἐκεῖ δυό Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι εἶχαν σταλεῖ ἀπό τόν Δέκιο μαζί μέ ἄλλους, γιά νά φράξουν τήν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς.

Ἐκεῖ μέσα εἶχαν γράψει γιά τή ζωή τῶν Ἑπτά Πάιδων καί εἶχαν σημειώσει τά ὀνόματά τους σέ μολύβδινες πλάκες. Τότε ὅλοι κατάλαβαν ὅτι ἐπρόκειτο ἀναμφίβολα γιά μεγάλο θαῦμα. Ἀμέσως, εἰδοποιήθηκε ὁ αὐτοκράτορας, ὁποῖος κατέφθασε τό ταχύτερο δυνατό. Μέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης πρός τό Θεό μπῆκε στό σπήλαιο κι ἔπεσε στά πόδια τῶν Ἁγίων.

Ἡ χαρά του ἦταν μεγάλη, γιατί ὁ Θεός εἰσάκουσε τίς προσευχές του καί μέσα ἀπό τήν ἀνάσταση τῶν Ἑπτά Παίδων ἔδωσε καίριο πλῆγμα στούς αἱρετικούς πού κήρυτταν ὅτι δέν ὑπάρχει ἀνάσταση νεκρῶν. Ἔτσι σώθηκαν χιλιάδες ψυχές πού παρασύρονταν ἀπό αὐτούς.

Στή συνέχεια, ὁ πιστός αὐτοκράτορας, ὁ Ἐπίσκοπος, οἱ δικαστές καί ἄλλοι ἐπίσημοι πού ἦταν ἐκεῖ ἄρχισαν νά συνομιλοῦν μέ τά νεαρά παιδιά καί νά ἀκοῦν τίς διηγήσεις τῆς ἐποχῆς τους. Κάποια στιγμή, τά παιδιά νύσταξαν κι ἔγειραν νά κοιμηθοῦν. Ἔτσι, μπροστά σέ ὅλους παρέδωσαν τήν ψυχή τους στόν Θεό.

Τότε ὁ αὐτοκράτορας διέταξε νά δοθεῖ ἄφθονο χρυσάφι καί ἀσήμι, ὥστε νά ἑτοιμαστοῦν πολύτιμα ἄμφια καί νά κατασκευαστοῦν ἑπτά θῆκες γιά τά λείψανα τῶν Ἁγίων.

Τήν ἴδια νύχτα, ὅμως, παρουσιάστηκαν οἱ Ἑπτά Παῖδες στόν ὕπνο του καί μέ γλυκιά φωνή τοῦ ζήτησαν νά μείνουν τά λείψανά τους στό σπήλαιο ὅπου ἔγινε ἡ ἀνάστασή τους.

Ὁ εὐλαβής βασιλιάς ὑπάκουσε καί ἡ ταφή τῶν ἱερῶν λειψάνων ἔγινε μέ λαμπρή τελετή στή σπηλιά. Τό γεγονός τῆς νεκρανάστασης τῶν Ἑπτά Ἁγίων Παίδων ἔγινε γνωστό σέ ὅλη τήν Ἔφεσο καί πολλοί πλέον πίστεψαν καί πάλι στήν Ἀνάσταση.

Ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται στίς 4 Αὐγούστου.

 Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

Μαθήματα Ὀρθόδοξης Κατήχησης
Ἱερὰ Μητρόπολις Μεσσηνίας 

Οι άγιοι επτά παίδες οι εν Εφέσω (4 Αυγούστου) 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements