Νίκος Ψιλάκης

Είναι, ίσως, αυτό που μας λείπει. Τα χέρια της υφάντρας, τα χέρια του ράφτη, τα χέρια που πελεκούσαν κάποτε το ξύλο. Είναι η μαστοριά, το μεράκι, η τέχνη που συναντά την ανάγκη.

Θαύμασα τις σαΐτες, τα μιτόχτενα, τα φάδια και τα στημόνια, άκουσα πάλι την ξεχασμένη ορολογία του αργαλειού (αργαστήρι το λέγαμε στην Κρήτη), άκουσα τη φωνή της μνήμης να ψιθυρίζει την «Ανυφαντού» με τις κλωστές που κομποδέσανε και μπερδέψανε στο χτένι (αξέχαστος κι ανεπανάληπτος ο νίκος Ξυλούρης…) φωτογράφισα τα χρώματα που λάμπανε στο φως.

Ένα αργαστήρι και δυο κουρασμένα χέρια δεν ξυπνούν μόνο μνήμες από ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, αλλά δείχνουν δρόμους.

Κάποτε τα παλιά ρούχα γίνονταν κουρελούδες, το φθαρμένο ένδυμα αποκτούσε καινούργια ζωή. Τίποτα δεν ήταν, τίποτε δεν είναι για πέταμα, μήτε τα υλικά μήτε ο χρόνος.

Σ’ εποχές κρίσης σκεφτόμαστε πάντα πως υπήρχαν και πιο δύσκολοι χρόνοι. Μα τότε το κάθε μικρό χωριό είχε τον τσαγκάρη του και τον ράφτη του, είχε τον σιδερά και τον γανωτή του, είχε τους τεχνίτες που ήξεραν να δίνουν ζωή σε απλά πράγματα, να παρατείνουν τις ζωές των φθαρμένων υλικών αγαθών.

Και, βέβαια, το κάθε σπιτικό είχε το αργαστήρι του. οι κοπελιές μάθαιναν να κεντούν και να υφαίνουν, μια πανάρχαια τέχνη επιβίωνε προσαρμοσμένη στις εξελίξεις τις κάθε εποχής.

Πόσο συχνά ακούμε σήμερα για μοτίβα και σχέδια που χρονολογούνται από τα χρόνια του Βυζαντίου και σώζονταν στην Κρήτη του 20ού αιώνα;

Αν ψάχνομε για διεξόδους σήμερα, ας αρχίσομε από τα απλά… Ας μην αφήσομε το νήμα να κοπεί τόσο εύκολα.

Χιλιάδες χρόνια χρειάστηκαν για ν’ αποκτηθούν οι ανθρώπινες εμπειρίες. να μάθομε ν’ ανάβομε τη φωτιά, να κάνομε το λινάρι κλωστή, να ξεχωρίζομε τη γαλατσίδα, τον σταφυλίνακα, τον κουρνόποδα… 

Φωτογραφία & Κείμενο: Νίκος Ψιλάκης

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Από το περιοδικό ΥΠΕΡ |τεύχος 81 | Άνοιξη 2017

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements