Νέος από Καβάλα, δεκαέξι χρονών, ονόματι Γιώργος, ήρθε με ένα φίλο του να γνωρίσει τον γέροντα Παίσιο, για τον οποίον είχε ακούσει τόσα και τον φανταζόταν μεγαλοπρεπή και επιβλητικό.

Έφθασαν στην «Παναγούδα», χτύπησαν και βγήκε ένας καλόγερος, γεροντάκι, αδύνατος, μικρόσωμος και φτωχοντυμένος.

Στο νέο δεν άρεσε η ταπεινή εμφάνιση του μοναχού, γιατί δεν συμφωνούσε με την εικόνα που είχε πλάσει στην φαντασία του για τον γέροντα Παίσιο.

»Τους ρώτησε ο Γέροντας τι θέλουν και αυτοί απάντησαν:

-Τον γέροντα Παίσιο.

-Αυτός είναι τρελλός. Τι τον θέλετε;

-Δεν πειράζει και μεις τρελλοί είμαστε.

-Ε. να πάτε από κείνο το μονοπάτι και θα τον βρήτε.

»Αυτοί έκαναν ένα μεγάλο κύκλο και μετά από πολλή ώρα βρέθηκαν πάλι στην αυλόπορτα της «Παναγούδας».

Χτύπησαν και βγήκε πάλι ο ίδιος μοναχός, ντυμένος με καλό ράσο και κουκούλι και κοιτάζοντας τον Γιώργο (και όχι τον φίλο του), είπε:

«Σου γεμίζω το μάτι τώρα, παπα- Γιώργη;»  

»Αυτοί τα έχασαν, κατάλαβαν ότι ο ίδιος είναι ο γέροντας Παίσιος που διάβασε τον λογισμό του νέου και ντύθηκε επίσημα.

Αλλά και άλλον λογισμό του διάβασε και το προσεφώνησε παπα-Γιώργη. Διότι ο νέος είχε από τότε λογισμό για Ιερωσύνη, το οποίο δεν είχε πει σε κανέναν, ούτε στους γονείς του.

Πράγματι μετά από χρόνια έγινε ιερέας, επαληθεύοντας την πρόρρηση του Γέροντα. Ήρθε να προσκυνήσει πάλι στην «Παναγούδα» και διηγήθηκε το ανωτέρω περιστατικό. 

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Από το βιβλίο: Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ (ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ-ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ-ΔΙΔΑΧΕΣ) – ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ 3

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

 

 

 

Advertisements