Τοῦ Ἀρχιμ. Νικοδήμου Ἀ. Σκρέττα

Παγιδευόμενοι συχνά στόν ἀγχωτικό καί πνιγηρό κοσμικό περίγυρο τῆς καθημερινότητας εἶναι σχεδόν ἀδύνατο τά μάτια μας νά δοῦν πέρα ἀπό τά ὅρια πού θέτει ἡ αὐτάρεσκη καί αὐτάρκης ἀλαζονεία μας.

Τά ὅρια τῆς φύσεώς μας καταντοῦν νά ταυτίζονται μέ τήν κάλυψη τῶν καταναλωτικῶν ἀναγκῶν μας. Ἐξαντλοῦνται στήν ὑλομανική καθημερινή διαχείριση τῆς ἀπόλαυσης, τῆς ἄνεσης, τῆς ἡδονῆς, τοῦ πλουτισμοῦ, τῆς ἀναγνώρισης , τῆς «καταξίωσης».

Πνιγμός στόν ἴλιγγο καί τή συναρπαγή τῆς φιλαυτίας, μέσα στήν ὁποία γκρεμίζεται καί συντρίβεται ἡ παρουσία τοῦ πλησίον, ὁ συνεκτικός ἱστός τῆς κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καί ἡ εὐλογία τῆς συμβιώσεώς τους, καθώς ὁ φίλαυτος, μέσα στή ζάλη τῆς αὐτοειδωλοποίησής του καί θεωρώντας τόν ἑαυτό του κέντρο τοῦ σύμπαντος, καταντᾶ τυραννίσκος πονηρότερος καί βιαιότερος ὅλων τῶν μεγάλων τυράννων τῆς ἱστορίας.

Πνιγμός στή σαρκοβόρο ἀπληστία τῆς φιλαργυρίας, μέσα στήν ὁποία ἀντικαθίσταται ὁ Κτίστης ἀπό τά κτίσματα καί μόνη πίστη πού ἀνθεῖ εἶναι ἡ λεπτεπίλεπτη εἰδωλολατρεία τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, στό βωμό τοῦ ὁποίου θυσιάζονται καί φιλίες καί πατρίδες καί ὑπολήψεις καί συνειδήσεις καί ψυχές καί ζωές ἀνθρώπων.

Ἡ μονή Λατόμου ἤ Ἱερᾶ Μονή Ὁσίου Δαυίδ τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ ποὺ βρίσκεται στὴν Ἄνω Πόλη Θεσσαλονίκης

Πνιγμός στήν ἀποχαυνωτική ἐπήρεια τῆς φιληδονίας, μέσα στήν ὁποία καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος «καί κτηνώδης καί δαιμονιώδης», καθώς ὁ σκοτισμός τοῦ πάθους ὁδηγεῖ τό λογικό καί ἐλεύθερο κτίσμα τοῦ Θεοῦ στούς σκοτισμένους τρόπους τῆς ἀτιμίας, «περί ὧν αἰσχρόν ἐστι καί λέγειν»˙ καθώς ψεύδη, πονηρίες, ἀπάτες, ἀπιστίες, ἐγκλήματα, συντριμμοί ἠθῶν καί οἰκτρές καί βρωμερές βεβηλώσεις τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, ἀπό τίς φαντασιώσεις καί τίς καρικατοῦρες τῆς σαρκολατρείας, συμπλέκονται στό σαβουρωμένο κουβάρι τῆς ὑπαρξιακῆς κατρακύλας.

Ὅμως «εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον, ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος», διότι μέσα στούς πνιγμούς τῶν παθῶν καί τῆς ἀποστασίας ἐχάρισε τούς ἁγίους του ὡς γλυκασμούς ἀναστασίμων ἀνασασμῶν στή μαρτυρική πορεία τῆς ὑπέρβασης τῶν ὅρων τῆς φύσεως.

«Μετά σώματος ἄγγελος ὡράθη» ἐπί τῆς γῆς καί ὁ γλυκύτατος ὅσιος πατήρ ἡμῶν Δαβίδ ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ.

Ἀνασασμός παρηγορίας καί πνευματικῆς εὐωδίας μέσα στούς καταθλιπτικούς πνιγμούς τῆς ἐμπαθοῦς κακοσμίας.

Οἰκοδομή θείου ἤθους ἁγιασμοῦ μέσα στούς θλιβερούς ἐρειπιῶνες τοῦ ἡδυπαθοῦς καί ἀρρωστημένου σαρκολατρικοῦ μολυσμοῦ.

Πορεία ὑπέρβασης τῶν φυσικῶν ὅρων τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης πρός τήν ὑπέρ φύσιν τελειότητα, ὡς ἀντίβαρο σωστικό καί θεραπευτικό στόν παρά φύσιν κατήφορο τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος.

Νέος Δαβίδ ἰσοστάσιος πρός τόν παλαιό, πού μᾶς ἐμπνέει ταπεινά χαρίζοντας σ’ ὅλους τούς ἀγωνιστές τούς δρόμους καί τούς τρόπους νά κατανικοῦν ὡς «ἄλλον Γολιάθ» τά πάθη τῆς ἀτιμίας.

Καί ἡ διδαχή του καί ὁ θησαυρός του ἁπλός καί γνήσιος, ἐκ τῆς σιωπῆς τῶν ἔργων καί ὄχι ἐκ τῆς πομπώδους κραυγῆς τῶν λόγων. Μακρινός, ἀλλ’ ὄχι ἀπρόσιτος˙ ὑπέρ φύσιν ἀγωνιστής, ἀλλ’ ὅμως οἰκεῖος, ὅπως ὅλοι οἱ γνήσιοι ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.

Ἀστέρας καταγόμενος ἀπό τήν Ἀνατολή πού χάρισε τίς πολύφωτες ἀκτίνες του στή Δύση. Δενδρίτης ἅγιος, πτηνό τοῦ Θεοῦ ἐκλεκτό, πού κατοίκησε σέ δένδρο ἀμυγδαλιᾶς χειμῶνες καί καλοκαίρια, στή ζέστη καί στό κρύο, γιά νά ἀνθήσει ἄνθη ὡραῖα θείας ἀγάπης, γιά νά ὑποτάξει τή σάρκα στό νοῦ, γιά νά θησαυρίσει πλουτισμούς ἁγιασμοῦ, γιά νά λάβει ἐκ Θεοῦ τά χρυσά φτερά τῆς ἀπαθείας καί τῆς τελειότητας, γιά νά καταστήσει τή θεοπρεπή του διάνοια στύλο φωτοειδέστατο στηριγμοῦ λόγων καί θαυμάτων, γιά νά πτερώσει τή νυσταλέα μακαριότητα τῆς ἀφροντισιᾶς μας πρός τόν πολύχρονο καί πολύμοχθο μαρτυρικό ἀγώνα τῆς χαρισματικῆς ὑπερβάσεως τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.

Ἔτσι ἀνίσταται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τά γεώδη μολύσματα τῆς ἐμπαθείας του. Ἔτσι καθίσταται κατοικητήριο τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι τό πρίν σκοτάδι του μπορεῖ νά φεγγοβολήσει. Ἔτσι γίνεται σταφύλι στό ἀμπέλι τοῦ Θεοῦ, γιά νά πηγάσει σωστικό «οἶνο κατανύξεως», πού θεραπεύει τήν παραφροσύνη τῆς μέθης τῶν παθῶν.

Ἔτσι αὐξάνεται ὁ καλός σπόρος στήν ἀγαθή γῆ τῶν πραέων, ἀνασαίνοντας ἀναστάσιμα θείους ἀνασασμούς καί κατανικώντας τούς πνιγηρούς συμπνιγμούς τῶν ἀκανθῶν καί τῶν ζιζανίων τῶν ἐμπαθῶν ἡδονῶν τοῦ βίου, ἀλλά καί ξανοίγοντας δρόμους ζωῆς στούς νεκρωτικούς τρόπους τῆς δαιμονικῆς ἀποστασίας. 

Ἡ λάρνακα, στήν ὁποία φυλάσσονται τά Ἱερά Λείψανα τοῦ Ὁσίου Δαβίδ εἰς τό καθολικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Θεοδώρας – Θεσσαλονίκης

Ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε νά μή φοβόμαστε «τό μικρόν ποίμνιον». Μᾶς παιδαγώγησε νά μήν προσμετροῦμε ποσοτικά τή μεγαλοσύνη.

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ μέ πρωτοστάτες τούς ἁγίους του ἦταν κατ’ ἀπόλυτο τεκμήριο οἱ λίγοι δίπλα στούς πολλούς. Οἱ λίγοι τῆς κοπιαστικῆς ἀνηφόρας δίπλα στούς πολλούς τῆς εὔκολης κατηφοριᾶς.

Οἱ λίγοι τῆς στενῆς πύλης τῆς ἀπαθείας καί τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἀγάπης δίπλα στούς πολλούς τῆς πλατιᾶς πύλης τῆς εὐκολίας, τῆς ἀνέσεως, τῆς ἀρνήσεως καί τῆς ἀποστασίας.

Οἱ ἅγιοι καί οἱ μιμητές τους πιστοί ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ θά μένουν στούς αἰῶνες τό καταφύγιο τοῦ ζωηφόρου ὀξυγόνου, κάθε φορά πού θά μᾶς συμπνίγει νεκρωτικά ὁ ἐσμός τῶν κακῶν δαιμονικῶν συναπαντημάτων.

Καί πορεύτηκαν καί πορεύονται τό δρόμο τους ἁπλά, ταπεινά, ἴσια καί γνήσια, «ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν».

Καί ὁ κόσμος πορεύεται τό δικό του δρόμο, μέσα στά δικά του φρονήματα, τίς ἀντιλήψεις καί τά θελήματα.

Διότι ὁ ἄνθρωπος στήν ἐλευθερία του καί τή λογικότητά του εἶναι μεγάλος, ἀλλά καί τραγικός, «ἄχρις οὗ ὁ Κύριος ἔλθῃ» «κρίναι ζῶντας καί νεκρούς», κατά τή μεγάλη καί ἐπιφανή ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

Μακάριοι θά εἴμαστε, ἄν ἐκείνη τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα κατέχουμε ταπεινά Δαβιτικήν ἀπολογία καί πνευματικούς θησαυρισμούς, ὅμοιους μ’ αὐτούς πού μᾶς κληρονόμησε ἐκ τῶν ἔργων καί ἐκ τῶν λόγων, στήν ὑπέρβαση τῶν ὅρων τῆς φύσεώς του, ὁ ὅσιος πατήρ ἡμῶν Δαβίδ ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὁ οἰκεῖος, ὁ φίλος, ὁ ἀδελφός μας ἐν Κυρίῳ.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

Ὀρθόδοξα Μηνύματα
Περιοδική Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης
Ἔτος Β΄ -Τεῦχος 4ο – Ἀπρίλιος – Ἰούνιος 2011 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements