Στὴν γυναικεία Μονὴ τοῦ Μεγάλου Παχωμίου στὴν Ταβέννησι ἔζησε ἄλλη μιὰ Μοναχή, ἡ ᾿Ισιδώρα, ποὺ ὑποκρινόταν ὅτι ἦταν τρελλὴ καὶ δαιμονισμένη γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ.

Τόσο πολὺ τὴ σιχάθηκαν οἱ ἄλλες, ποὺ δὲν ἔτρωγαν μαζί της, πράγμα ποὺ ἡ ἴδια εἶχε διαλέξει.

Τριγύριζε στὴν κουζίνα, ἔκανε κάθε εἴδους ἀγγαρεία καὶ ἦταν, ὅπως λένε, τὸ σφουγγαρόπανο τοῦ Μοναστηριοῦ, ἐφαρμόζοντας στὴν πράξη τὸ ρητό· «῞Οποιος ἀπὸ σᾶς νομίζει πὼς εἶναι σοφὸς μὲ τὰ μέτρα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἄς γίνει μωρός, γιὰ νὰ γίνει πραγματικὰ σοφός».

῾Υπηρετοῦσε τὴ Μονὴ ἔχοντας δέσει στὸ κεφάλι της ἕνα κουρέλι, ἐνῶ ὅλες οἱ ἄλλες ἔχουν κόψει σύρριζα τὰ μαλλιά τους καὶ φοροῦν κουκοῦλλες.

Καμμιὰ ἀπὸ τὶς τετρακόσιες Μοναχὲς δὲν τὴν εἶδε ποτὲ νὰ τρώει κανονικὰ οὔτε μιὰ φορὰ στὴ ζωή της.

Σκούπιζε τὴν τραπεζαρία καὶ ἔπλενε τὶς κατσαρόλες· τὰ ψίχουλα καὶ τὰ περισσεύματα τῆς ἦταν ἀρκετά, γιατὶ ποτὲ δὲν κάθησε σὲ τραπέζι οὔτε ἄγγιξε κομμάτι ψωμί.

Δὲν ἔβρισε ποτὲ κανέναν, δὲν βαρυγκόμησε, δὲν ξεστόμισε περίσσια λόγια, παρόλο ποὺ καὶ τὴν χαστούκιζαν καὶ τὴν ἔβριζαν καὶ τὴν καταριόντουσαν καὶ τὴν ἔφτυναν.

Παρουσιάστηκε ῎Αγγελος στὸν ἅγιο Πιτηροῦμ, ἄνδρα δοκιμασμένο στὴν ἀρετή, ποὺ ἀσκήτευε στὸ βουνὸ Πορφυρίτη, καὶ τοῦ λέει· «Γιατί καυχιέσαι ὅτι εἶσαι εὐλαβὴς καὶ μένεις σὲ τέτοιο τόπο;

Θέλεις νὰ γνωρίσεις μιὰ γυναίκα ποὺ εἶναι πιὸ εὐσεβὴς ἀπὸ σένα; Πήγαινε στὸ γυναικεῖο Μοναστήρι τῶν Ταβεννησιωτῶν καὶ θὰ βρεῖς ἐκεῖ μιὰ Μοναχὴ ποὺ φοράει στέμμα στὸ κεφάλι της.

Αὐτὴ εἶναι καλύτερη ἀπὸ σένα. Μὲ τόσο πλῆθος ἀντιμάχεται καὶ ἡ καρδιά της ποτὲ δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Σὺ κάθεσαι ἐδῶ καὶ ὁ νοῦς σου πλανιέται στὶς πόλεις».

῎Ετσι αὐτός, ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸ κελλί του, σηκώθηκε καὶ πῆγε ὡς ἐκεῖ καὶ παρακάλεσε τοὺς πνευματικοὺς νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸ Μοναστήρι τῶν γυναικῶν. ᾿Επειδὴ ἦταν φημισμένος καὶ Γέροντας, τοῦ δόθηκε ἡ ἄδεια.

῞Οταν μπῆκε μέσα, ζήτησε νὰ δεῖ ὅλες τὶς Μοναχές, ἐκείνη ὅμως δὲν παρουσιαζόταν. Τελικὰ τὶς λέει· «Φέρτε μού τες ὅλες, λείπει μία».

Τοῦ ἀπαντοῦν· «῾Υπάρχει μιὰ ἀκόμη στὴν κουζίνα, εἶναι σαλή», ἔτσι ἀποκαλοῦν αὐτὲς ποὺ ἔχουν μέσα του τὸ δαιμόνιο.

Τὶς λέει· «Νὰ μοῦ τὴν φέρετε καὶ αὐτή. ᾿Αφῆστε με νὰ τὴν δῶ». Πηγαίνουν καὶ τὴ φωνάζουν, ἐκείνη ὅμως δὲν ὑπάκουσε εἴτε ἐπειδὴ κατάλαβε τί πρόκειται νὰ γίνει εἴτε γιατὶ τῆς ἀποκαλύφθηκε.

Τὴ σέρνουν λοιπὸν μὲ τὴ βία καὶ τῆς λένε· «῾Ο ἅγιος Πιτηροῦμ θέλει νὰ σὲ δεῖ», ἦταν βέβαια ξακουστός.

Ὅταν παρουσιάστηκε, διέκρινε ὁ ῞Αγιος τὸ κουρέλι στὸ μέτωπό της [τὸ «στέμμα» της], τῆς πρόσπεσε καὶ εἶπε· «Εὐλόγησέ με».

῞Ομοια καὶ ἐκείνη ἔπεσε στὰ πόδια του λέγοντας· «Σὺ νὰ μὲ εὐλογήσεις, Κύριε».

Κατάπληκτες ὅλες τοῦ λένε· «᾿Αββᾶ, μὴ ξευτελίζεσαι, εἶναι σαλή».

Τὶς ἀποστομώνει ὁ Πιτηροῦμ· «᾿Εσεῖς εἶστε σαλές, αὐτὴ εἶναι δική μου καὶ δική σας ᾿Αμμᾶ», ἔτσι ἀποκαλοῦν τὶς πνευματικὲς Μητέρες, «καὶ εὔχομαι νὰ βρεθῶ ἀντάξιός της τὴν ἡμέρα τῆς κρίσης».

᾿Ακούγοντας αὐτὰ οἱ Μοναχὲς ἔπεσαν στὰ πόδια του καὶ ἐξομολογοῦνταν ἡ κάθε μιά τους τὶς προσβολὲς ποὺ τῆς ἔκανε· μιὰ εἶπε ὅτι τὴν περιέλουσε μὲ τὰ βρωμόνερα τῶν πιάτων, ἄλλη πὼς τὴν χτύπησε μὲ γροθιές, κι ἄλλη ὅτι τῆς πασάλειψε τὰ ρουθούνια μὲ σινάπι.

῞Ολες ὁμολόγησαν τὶς προσβολὲς ποὺ ἔκαναν σὲ βάρος της. ῾Ο ἅγιος Πιτηροῦμ προσευχήθηκε γιὰ χάρη τους καὶ ἔφυγε.

Κάμποσες μέρες κύλισαν καὶ ἡ σαλὴ μὴν ἀντέχοντας τὶς δόξες καὶ τὶς τιμὲς τῶν ἀδελφῶν της καὶ ἐπειδὴ βαρέθηκε τὶς συγγνῶμες τους, ἐγκατέλειψε τὸ Μοναστήρι κρυφά.

Κανένας δὲν ἔμαθε ποῦ πῆγε, ποῦ κρύφθηκε ἤ πῶς πέθανε.

(*) Δημητρίου Τσάμη, Μητερικόν, τ. Αʹ, σελ. 130-135, Θεσσαλονίκη 1990.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας» ἀπό pdf τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς 

Εἰκόνα ἀπὸ:Ὀρθόδοξος Συναξαριστής

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας» 

violet flower smiley

 

Advertisements