επιμέλεια:πρωτ.π. Δημήτριος Αθανασίου

Το θρηνητικό αυτό ποίημα αποτελείται από 118 δεκαπεντασύλλαβους στίχους και γράφτηκε, πιθανότατα, σύγχρονα, με το γεγονός που ιστορεί, από άγνωστο ποιητή. Ο ποιητής του, σύμφωνα με νεότερη άποψη του Κριαρά, είναι Κύπριος.

Περιγράφει με απλό και συγκινητικό τρόπο την άλωση και καταστροφή της Πόλης από τους Τούρκους το 1453, τις ταλαιπωρίες των Ελλήνων και τις τελευταίες στιγμές του αυτοκράτορα (Απόσπασμα)

Θρήνος, κλαυμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη, θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.

Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλην την αγία, το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.

Τις το ’πεν; Τις το μήνυσε; Πότέ ’λθεν το μαντάτο;

Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το: «Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;

«Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα κ’ εκ το βαρύν το σκότος, ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην· απέ την Πόλην ερχομαι την αστραποκαμένην.

Εγώ γομάριν δε βαστώ, αμμέ μαντάτα φέρνω κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.

Οι Τούρκοι ότε ήρθασιν, επήρασιν την Πόλην, απώλεσαν τους χριστιανούς εκεί και πανταχόθεν.»

«Στάσου, καράβι, να χαρής, πάλι να σε ρωτήσω: Εκεί ’λαχε ο βασιλεύς, ο κύρης Κωνσταντίνος, ο φρένιμος, ο δυνατός, ο περισσά ανδρειωμένος, ο πράγος, ο καλόλογος, η φήμη των Ρωμαίων;»

«Εκεί ’λαχεν ο Δράγασης ο κακομοιρασμένος.»

«Σαν είδεν τ’ άνομα σκυλιά κ’ εχάλασαν τους τοίχους κ’ ετρέξασιν κ’ εμπήκασιν πεζοί και καβαλλάροι κ’ εκόπταν τους χριστιανούς ως χόρτο στο λιβάδιν βαριά-βαριά ’ναστέναξεν μετά κλαυθμού και είπε: “Ελέησον! πράγμα το θωρούν τα δολερά μου μάτια!

Πώς έχω μάτια και θωρώ! Πώς έχω φως και βλέπω! Πώς έχω νούν και πορπατώ στον άτυχον τον κόσμον!

Θωρώ, οι Τούρκοι ’νέβησαν εις την αγίαν Πόλην και τώρα αφανίζουσιν εμέν και τον λαόν μου»[…]

Ήλιε μου, ανάτειλε παντού, σ’ ούλον τον κόσμον φέγγε κ’ έκτεινε τας ακτίνας σου σ’ όλην την οικουμένη κ’ εις την Κωσταντινόπολην, την πρώην φουμισμένην και τώρα την Τουρκόπολην, δεν πρέπει πιο να φέγγης.

Αλλ’ ουδέ τας ακτίνας σου πρέπει εκεί να στέλλης να βλέπουν τ’ άνομα σκυλιά τες ανομιές να κάμνουν, ίνα ποίσου στάβλους εκκλησιές, να καίουν τας εκόνας, να σχίζουν, να καταπατούν τα ’λόχρουσα βαγγέλια, να καθυβρίζουν τους σταυρούς, να τους κατατσακίζουν, να παίρνουσιν τ’ ασήμια τους και τα μαργαριτάρια και των αγίων τα λείψανα τα μοσχομυρισμένα να καίουν, ν’ αφανίζουσιν, στην θάλασσα να ρίπτουν, να παίρνουν τα λιθάρια των και την ευκόσμησίν των και στ’ άγια δισκοπότηρα κούπες κρασί να πίνουν.[…]

Όταν εις νουν αθυμηθώ της Πόλεως τα κάλλη, στενάζω και οδύρομαι και τύπτω εις το στήθος, κλαίω και χύνω δάκρυα μεθ’ οιμωγής και μόχθου.

Ο κόσμος της Αγιάς Σοφιάς, τα πέπλα της τραπέζας της παναγίας, της σεπτής, τα καθιερωμένα, τα σκεύη τα πανάγια και πού να καταντήσαν;[…]

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

ΔΙΑΚΟΝΙΑ
ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΑΜΠΕΡΙΑΣ ΧΑΝΙΩΝ
ΜΑΪΟΣ 2015 – ΕΤΟΣ 16ο – ΑΡΙΘΜ. ΦΥΛΛΟΥ 753

 το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements