Γεωργίου Στ. Μπακιρτζή

Η περίφημη «Μονωδία διά τήν ἅλωση τῆς πόλης» εἶναι ἔργο τοῦ Ἰωάννη Εὐγενικοῦ, ἀδελφοῦ τοῦ πολύ γνωστοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἐφέσου τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. Ἔζησε στό πρῶτο μισό τοῦ 15ου αἰώνα ἔγινε διάκονος, ἀλλά καί τοποτητηρής τῆς Μητροπόλεως Λακεδαίμονας, ὅταν καθαιρέθηκε ὁ Μητροπολίτης της.

Τά κείμενά του, θεολογικές μελέτες, ὁμιλίες καί ποιήματα τόν «καθιστοῦν δόκιμον συγγραφέα συνδυάζοντα πηγαῖον τάλαντον καί παιδείαν» πράγμα πού διαπιστώνουμε καί ἀπό τό ἔργο, πού ἐπιχειροῦμε νά ἀποδώσουμε σέ νεοελληνικό λόγο γιά νά τόν ἀπολαύσουμε καλύτερα:

«Χριστέ μου, βασιλιά ὅλου τοῦ κόσμου, ἀλλοίμονο γιά τήν πόλη τοῦ Μεγάλου Θεοῦ, γιά τήν ὁποία «δεδοξασμένα ἐλαλήθη»!

Παναγία, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ποῦ εἶναι ἡ μεγαλώνυμη καί πολυπόθητη πόλη σου;

Ποῦ ὁ ὀφθαλμός τῆς γῆς, τό στήριγμα τοῦ γένους, τό στολίδι τοῦ κόσμου; Ἀλοίμονο, πῶς τολμῶ νά μιλῶ καί νά ἀναγγέλλω τή δεινή καταστροφή;

Πῶς δέν ἔχασα τά λογικά μου;

Πῶς ἔχω τή δύναμη νά μιλῶ, πῶς ὑποφέρω νά ζῶ, νά πνέω, νά αἰσθάνομαι καί νά βλέπω τό φῶς; ὦ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, πού εἶστε φρουροί καί φύλακές μας, πῶς ἀφήσατε τό ἔργο τῆς φύλαξής μας;

Οἱ ἀσέβειές μας, τό πλῆθος τῶν ἀνομημάτων μας στάθηκαν ἐμπόδιον στούς φύλακες ἀγγέλους μας, ἀπομάκρυναν τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί μᾶς παρέδωσαν ὡς «ἕτοιμον θήραμα» στούς ἀνθρωποκτόνους δαίμονες καί στούς φοβερούς ἐχθρούς μας.

Τί ἔχουμε πάθει ἐμεῖς πού εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ καί κληρονομιά τοῦ Χριστοῦ;

Ποιός θά μοῦ δώσει γλυκό νερό ἤ καλύτερα τῆς θάλασσας νερό γιά νά γίνουν πηγές καί ἀσταμάτητοι ποταμοί τά δάκρυα πού χύνω γιά τή θυγατέρα τῆς Σιών (Κωνσταντινούπολη) ὅσο τῆς ταιριάζει;

Ὦ σφαγή καί φρικτός θάνατος τοῦ Χριστοῦ γιά χάρη μας, ὦ πανάγιο αἷμα τοῦ Κυρίου μας, ὦ σταυρέ τίμιε καί τροπαιοφόρο ὅπλο τοῦ Κυρίου μας. Ἥλιε, ἐσύ πού ὅλα τά βλέπεις, πῶς ἀνέχθηκες νά δεῖς τέτοιο πράγμα; (…)

Πῶς δέν ἔφριξες γιά τή μεγάλη συμφορά ἤ πῶς εἶχες τό κουράγιο νά δεῖς τόσα κακά; Πῶς δέ σείσθηκε τό πᾶν; Πῶς δέν ἔπεσε συγχρόνως καί ὁ οὐρανός; Πῶς δέν κλονίσθηκε ὅλη ἡ γῆ; Πῶς δέν ἐσχίσθησαν καί τώρα οἱ πέτρες;

Ἀνοίχτηκαν μνήματα, ἀναστήθηκαν (ξεθάφτηκαν) κόκκαλα ἁγίων πρίν τήν ὥρα τους (ἐννοεῖ τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν κατά τήν Δευτέρα Παρουσία).

Ἀλλοίμονό μου ὁ δύστυχος, πού ὅλα τά εἶδα, τά ἔπαθα καί τά ἄκουσα· ἀλλοίμονό μου, πού ἔζησα σέ τέτοιους καιρούς γιά νά δῶ, νά θρηνήσω καί νά πενθήσω γιά τήν κοινή συμφορά! Πῶς νά μή καταραστῶ τή μέρα πού γεννήθηκα πολύ πιό δίκαια ἀπό τόν Ἰώβ;

(…) Βουνά πέστε νά μᾶς σκεπάσετε· Ἀναφωνοῦμε αὐτό πού εἶχε πεῖ ὁ Χριστός: Εὐτυχισμένες οἱ στεῖρες πού δέν ἐγέννησαν παιδιά, καί «εὐδαίμονες μαστοί οἵ οὐκ ἐθήλασαν». Γιατί ἦταν τῆς μοίρας μου νά δῶ αὐτό πού ἦταν χάρμα τῶν ἀσεβῶν καί δική μας ντροπή καί καταφρόνια.

(…) Ἀλοίμονο, χρυσή καί τρανή Πόλη, ποιό ἀπό τά δικά σου νά κλάψω; Ποιό ἀπό τά καλά σου νά θέσω σέ δεύτερη μοίρα; Ποιό τρίτο, τέταρτο, πέμπτο ἤ πολλοστό νά πενθήσω καί νά ἀναφέρω;

Τόν πιό μεγάλο ναό (τήν ἉγιαΣοφιά), πού φαντάζει ὡς οὐρανός ἐπί τῆς γῆς, ὡς ἄλλος παράδεισος, πού λάμπει καί ἀστράφτει ἀπ’ ὅπου κι ἄν τόν δεῖς σάν ἄλλη ἀρχαία νύμφη καί βασίλισσα;

Θεέ μου (…), πῶς μονομιᾶς μᾶς ἐγκατέλειψες, ἐσύ πού πάντοτε ἤσουν ὁ βοηθός μας; Ποῦ εἶναι οἱ θησαυροί τῆς εὐσπλαγχνίας σου; Πῶς μᾶς ἄφησε τό ἀνεξιχνίαστο πέλαγος τῆς μακροθυμίας σου;

Παντάνασσα Θεοτόκε, πού εἶσαι κυρία ὅλων τῶν κτισμάτων, πού εἶσαι ὑπέρλογα ἁγιασμένη, ἀμόλυντη πάνω ἀπό κάθε ἔννοια, καί γέννησες τόν Χριστό κι ἔμεινες ἀντίθετα πρός τά ἀνθρώπινα ἀειπάρθενος, γιατί τόσο καταδίκασες τίς ἄθλιες γυναῖκες, πού δέν ἔπαψαν ποτέ νά ἔχουν στό στόμα τους τό πολυύμνητο ὄνομά σου;

Ὅσο ἀναπνέουμε καί ὑπάρχουμε θά σέ ἐπικαλούμαστε, θά εἶναι μεγάλη ἡ πίστη μας σέ σένα καί ὕστερα ἀπό τόν Σωτήρα Χριστόν, τόν υἱόν σου σύ εἶσαι σωτήρας καί πολιοῦχος, ἡ χάρη σου καί ἡ σκέπη τῆς ἁγίας εἰκόνας σου εἶναι τό καθαρό καί ζωογόνο αἷμα, πού μᾶς κρατᾶ στή ζωή.

Πῶς ἄφησες ἀπροστάτευτους τούς ὁμοφύλους σου, πῶς μείναμε ἀκάλυπτοι ἀπό τά φιλάνθρωπα σπλάγχνα σου; Ἄραγε ἐξ αἰτίας μας ἔγινε παρανάλωμα τοῦ πυρός ὁ περιώνυμος καί πάγκαλος ναός σου στίς Βλαχέρνες;

Ἀπό τότε ἐγκατέλειψες τήν Πόλη καί τούς ναούς προβλέποντας τήν ἀπρέπειαν ἤ γιατί σιχάθηκες τήν μεγάλη φιλομοχθηρία μας.

Ὅμως ὁ Υἱός σου καί Θεός μας οὔτε τήν μοιχαλίδα πού κάποτε τήν ὁδήγησαν μπροστά του λόγω τῆς συμπαθείας κατέκρινε ἀλλά καί τήν πόρνην μέ τό μύρον δέχτηκε καί τήν Χαναναίαν ὄχι μόνον ἐλέησε ἀλλά καί τήν πίστη της, πού ἦταν πιό μεγάλη ἀπό τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἐθαύμασε.

Λοιπόν ἀπό πουθενά δέν ὑπάρχει οὔτε οἶκτος οὔτε εὐσπλαγχνία; Ὦ πόσο τό μέγεθος τῆς συμφορᾶς μας! Ὦ πόση ἡ σκληροκαρδία ἀπό τούς πολλούς!

Ἔχουμε χάσει κάθε ἐλπίδα στίς προσδοκίες καί τούς ἑαυτούς μας. Πόσο κοντά μας εἶναι ἡ τῆς ἀποστασίας τυραννίδα; Πόσο πλανηθήκαμε καί πόσος κίνδυνος καί γιά τούς ἐκλεκτούς;

Πῶς μπορῶ νά μιλῶ γιά τό μεγάλο κακό; Ποιός περίμενε νά μᾶς βρεῖ τόσο μεγάλη συμφορά;

Ὅταν πρωτάκουσα γιά τή συμφορά, δυσκολευόμουν νά πιστέψω καί νόμιζα ὁ ἄθλιος ὅτι τρελάθηκαν, φλυαροῦν καί βλαστημοῦν αὐτοί πού τά λένε αὐτά, γιατί μοῦ φαινόταν ἀδύνατο νά γίνουν αὐτά, σάν νά ἔλεγε κάποιος ὅτι ἔπεσε ὄχι ἐκείνη ἡ ἀγγελική πατρίδα, ἡ νοερά, ἀπαθής καί ἄϋλη κατοικία, ἡ οὐράνια Ἱερουσαλήμ, ἀλλά ὁ οὐρανός μέ τό παλαιό ἀποστάτη (τόν σατανᾶ) μαζί μέ τούς δαίμονες, πού τόν ἀκολούθησαν. Κι ἀφοῦ ἐκδιώχτηκε ἀπό τόν οὐρανό γιά νά γεμίσει τόν τόπο μέ αἵματα, καταστροφές καί ἀκαταστασίες.

Φιλόχριστε καί ἰσαπόστολε Κωνσταντίνε, πού εἶσαι ὁ μεγαλύτερος ἀπό τούς θεοστεφεῖς βασιλεῖς, σύ πού μέ τήν καλή ἀπόφασή σου (ἐννοεῖ τήν ἀναγνώριση τοῦ χριστιανισμοῦ) πρῶτος αὔξησες τή δύναμη τοῦ χριστιανισμοῦ καί συγχρόνως αὔξησες καί τή δική σου δύναμη, ὁπωσδήποτε ξέσπασες σέ μεγάλο θρῆνο στούς οὐρανούς… βλέποντας τήν ἅλωση καί καταστροφή τῆς ἀγαπητῆς σου πόλεως.

Θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ,1, πού ἔρχεσθε ἀπό ἕνα πικρό θέαμα, πρῶτα ἤσασταν στολισμένες, ὅπως συνηθίζουν οἱ ζωντανοί, τώρα ἀφοῦ κλάψατε γιά τόν ἑαυτό σας καί τά παιδιά σας, θρηνεῖτε καί τώρα καί θά συνεχίσετε νά κλαῖτε πάντα.

Δέν ξέρω τί νά σᾶς πῶ καί τί νά προσευχηθῶ τώρα πού μᾶς βρῆκαν οἱ συμφορές. Ἴσως καλύτερα θά ἦταν νά μή παρουσιαζόσασταν ἄδοντας τό θρηνητικό καί ἀπαίσιο ἄσμα τοῦ μύθου, ἀλλά νά γινόσασταν δένδρα2 καί πέτρες3 ἀφήνοντες σιωπηλά νά ρέουν τά δάκρυά σας ὅπως ἀναφέρεται ὅτι ἔκαναν παλαιά κάποιες ἐξ αἰτίας μεγάλων συμφορῶν».

Ἡ Μονωδία τοῦ Ἰωάννη τοῦ Εὐγενικοῦ εἶναι ἕνα θρηνητικό ἄσμα σέ πεζό λόγο γιά τήν ἅλωση τῆς μεγάλης πόλης τοῦ Κωνσταντίνου, ἀπό τόν ὁποῖο πῆρε καί τό ὄνομά της, ἕνας θρῆνος γιά τό μεγάλο κακό πού μᾶς βρῆκε τό 1453.

Ἔχει δηλαδή κοινό θέμα μέ τούς γνωστούς θρήνους, «τό Ἀνάκλημα τῆς Κωνσταντινούπολης» καί «τό θρῆνο τῆς Κωνσταντινούπολης», μεγάλα ποιήματα ἀπό περισσότερους τῶν 100 πολιτικῶν ἀνομοιοκατάληκτων στίχων.

Καλεῖ ὁ συγγραφέας μαζί μέ τόν ἄψυχο κόσμο, (τόν οὐρανό, τά ἄστρα, τόν ἥλιο, τίς πηγές, τούς ποταμούς καί τίς λίμνες) νά συμμετάσχουν στή θλίψη τῶν Ἑλλήνων τό Χριστό, τήν Παναγία καί τούς ἀγγέλους γιά τήν ἅλωση, πού ἦλθε ὡς δίκαιη τιμωρία:

«Ὦ πόσον τό τῶν ἡμετέρων ἀσεβημάτων, ἡλίκον τό τῶν ἀνομημάτων πλῆθος, ὁ τήν ἡμετέραν παρεμβολήν, ὅ (τό ὁποῖο πλῆθος) τήν τῶν ἁγίων ἐπίσκεψιν, ὅ πρό ὑμῶν τήν θείαν ἡμῶν ἀποστῆσαν πρόνοιαν ἕτοιμον ἡμᾶς ἐκδέδωκε θήραμα, τοῖς ἀπ’ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνοις δαίμοσι καί δι’ αὐτῶν τοῖς παλαμναίοις ἐχθροῖς» καί ἀλλοῦ· «Πῶς ἀπεκλείσαμέν σου (Παναγία) τά φιλάνθρωπα σπλάγχνα;».

Πετυχαίνει ὁ συγγραφέας νά μᾶς μεταφέρει καί κατά κάποιο τρόπο νά ζήσουμε ἐκεῖνα τά φοβερά γεγονότα πού συνέβησαν πρίν 560 χρόνια καί ἀποτελοῦν ἀπό τίς πιό θλιβερές σελίδες τῆς Ἱστορίας μας.

Πρέπει ὅμως νά τά θυμούμαστε, γιατί δέν διδάσκεται κανείς μόνο ἀπό τά θετικά ἀλλά καί τά ἀρνητικά, τά πρῶτα ἀνοίγουν τό δρόμο του γιά τήν δημιουργία καί τήν πρόοδο, τά δεύτερα δείχνουν τί πρέπει νά ἀποφεύγει γιά νά μή σκοντάφτει στό δρόμο τῆς δημιουργίας.

1. Λουκ. κγ΄, 28, «Στραφεῖς δέ πρός αὐτάς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· θυγατέρες Ἱερουσαλήμ μή κλαίετε ἐπ’ ἐμέ, πλήν ἐφ’ ἑαυτάς κλαίετε καί ἐπί τά τέκνα ὑμῶν».

2. Ὁ Φαέθων γιός τοῦ Ἥλιου καί τῆς Κλυμένης ἕνα πρωΐ ἀνέβηκε στό ἅρμα τοῦ πατέρα του. Πῆγε τόσο ψηλά, πού ἔπεσε στό κενό (…) Ὁ Ζεύς ἔρριξε μιά ἀστραπή στόν πανέξυπνο ὁδηγό τοῦ ἅρματος· τόν χτύπησε μόνον τότε, ὅταν ὁ Φαέθων ἔπεσε στό ποτάμι Ἠριδανό (…)

Οἱ θυγατέρες τοῦ Ἥλιου θρήνησαν στό ποτάμι τόν ἀδελφό. Ἀπό τά δάκρυά τους προῆλθε τό κεχριμπάρι. Οἱ ἴδιες μεταμορφώθηκαν σέ λεῦκες. Κερένυϊ «ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων» ἐκδόσεις Γαλαξίας σελ. 207.

3. Ἡ Νιόβη ἦταν θαρραλέα βασίλισσα καί κόρη τοῦ λυβικοῦ βασιλιά Ταντάλου. Εἶχε 12 ἤ 14 παιδιά, ἕξι ἤ ἑπτά κορίτσια καί ἕξι ἤ ἑπτά ἀγόρια. Ὑπερηφανεύτηκε γιά τήν πολυτεκνία της καί σύγκρινε τόν ἑαυτό της μέ τή Λητώ.

Ἔλεγε ἔχω δώδεκα ἤ κατά ἄλλη μαρτυρία δεκατέσσερα παιδιά καί πιό ὄμορφα ἀπό τήν Λητώ πού ἔχει μόνο δύο. Τότε ὁ Ἀπόλλων μέ τήν ἀδελφή του, τήν Ἄρτεμη πῆραν τά τόξα τους κι ἔβαλαν στό σημάδι ἐκεῖνος τούς γυιούς κι ἐκείνη τίς κόρες της. Ἔτσι ἡ Νιόβη ἔμεινε μόνη κι ἔρημη στόν κόσμο.

Ὁ Ζεύς ἔνιωσε λύπηση στή συμφορά της καί τήν μεταμόρφωσε σέ πέτρα στό Σίπυλο ὄρος, ἀπ’ ὅπου ἀκόμα καί τώρα τρέχουν τά δάκρυά τους. Πίστευαν δηλαδή ὅτι τά δάκρυα πού χύνονταν κάθε χρόνο ἀπό ἕνα βράχο στό Σίπυλο, πού ἔμοιαζε μέ γυναικεῖο σῶμα, ἔβγαιναν ἀπό τά μάτια τῆς Νιόβης καί οἱ διαβάτες ἔδειχναν τήν ἀπολιθωμένη μάνα. «Ἑλληνική Μυθολογία» ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν τόμος 2, σελ. 89, τόμος 1ος, σελ. 76.  

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

«Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΤΑΣ ὁ ἐν Σέρραις ἀθλήσας».
Διμηνιαῖο Περιοδικό Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερρῶν καί Νιγρίτης
Τεῦχος 254, Μάϊος – Ἰούνιος 2014, ἔτος κστ’

Σχετικὲς ἀναρτήσεις ΕΔΩ

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

 

Advertisements