Σαν πήγα στο γραφείο ξαφνιάστηκα. Τόσο πρωΐ και τόσος κόσμος, γιατί; Ήτανε εκεί και ο νομικός σύμβουλος του Αρχιεπισκόπου, ο Γιάννης Γεωργάκης.

-«Τι συμβαίνει;» ρώτησα.

-«Καλά κάνατε και ήρθατε έτσι νωρίς», μου είπε ο Σαράμπελας. «Σας θέλει ο Μακαριώτατος».

Παρουσιάστηκα στο Γραφείο του Δεσπότη. Ήτανε πελιδνός.

-«Άκουσε», μου είπε, «σήμερα τα ξημερώματα εκτελέσανε διακόσιους ομήρους στην Καισαριανή.

Δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να δώσουν τα ονόματά τους, ούτε σε μένα, ούτε στον Ερυθρό Σταυρό, ούτε καν στον Γερμανικό Ερυθρό Σταυρό, όπως τους παρεκάλεσα.

Δεν θέλουν ν’ ακούσουν τίποτα, είναι φανατισμένοι. Φοβούνται και τον ίσκιο τους ακόμα».

Γύρισα στο γραφείο μου. Το κεφάλι μου ήταν άδειο. Διακόσιοι σκοτωμένοι. Πόσες γυναίκες πάλι θα περάσουν αυτή τη φριχτήν ώρα; Δεν υπάρχει βοήθεια από πουθενά. Το γεγονός έχει συντελεστεί.

Λίγη δύναμη, πού να βρούμε λίγη δύναμη πια;

Στις εννιά μας τηλεφώνησαν απ’ το αστυνομικό τμήμα της Καισαριανής. Οι γερμανοί είχαν στείλει εκεί τα ρούχα των σκοτωμένων και μας ζητούσαν να τα πάρωμε το ταχύτερο.

Στείλαμε αμέσως ένα φορτηγό με έναν κλητήρα της Αρχιεπισκοπής να τα παραλάβει. Είχαμε στη διάθεσή μας μια μικρήν αποθήκη στην οδόν Απόλλωνος. Δώσαμε εντολή να τα πάνε εκεί.

Όταν μπήκα στην αποθήκη ο νους μου θόλωσε. Όλα αυτά τα σακάκια, ζεστά ακόμα από ζωή, με τα μανίκια άπραγα προς τα εμπρός, γεμάτα μυστικά, κάτι ήθελαν, κάτι ζητούσαν και δεν μπορούσαν πια να το πουν.

Πήρα ένα στα χέρια. Οι αγκώνες ήταν πολύ τριμένοι. Στη τσέπη του ένα τσαλακωμένο, χαρτάκι, μια σημείωση. «Αν δε προφτάσω να το εκδώσω το βιβλίο μου θα βρήτε τα χειρόγραφά μου…». Κανένα όνομα.

Στο άλλο σακάκι, μια ταυτότητα, ένα όνομα σκέτο. Στο άλλο τίποτα, ούτε αυτό. Στο άλλο πάλι μια σημείωση: «Εκείνος ο Στέλιος σου λέει κάτι κουβέντες σαν να μη ξέρει τους ανθρώπους. Και μοιάζει καλό παιδί… Ήρθε η μάνα να με δει, πως έτρεμε το χεράκι της…»

Εκλείδωσα την πόρτα κι έφυγα σα να με κυνηγούσαν.

Στο γραφείο όλες μαζί συμφωνήσαμε να μείνωμε πρώτα μόνες στην αποθήκη, να συγκεντρώσωμε ότι ταυτότητες και σημειώσεις θα βρίσκαμε μέσα στα ρούχα. Να γνωρίσωμε όσο το δυνατόν περισσότερα ονόματα. Έπειτα θ’ ανοίξωμε τις πόρτες στον κόσμο.

Έτσι και έγινε. Εργαστήκαμε ολόκληρη τη μέρα. Δεν ακούγονταν άχνα. Μια στιγμή άθελά μου, το βράδυ πια, γύρισα και είδα  τη Μαρία Κούτσικου. Ήτανε τόσο χλωμή, που φοβήθηκα ότι θα λιποθυμούσε. Την πήρα από το χέρι και την έβγαλα στο δρόμο. Το καθαρό αεράκι μας χτύπησε στο πρόσωπο.

-«Φτάνει για σήμερα, Μαρία μου, πήγαινε σπίτι σου» της είπα.

Με κανένα τρόπο δεν ήθελε να φύγει, μα την παρακάλεσα πολύ. Ήταν τόσο νέα, σχεδόν ένα παιδί και άρχιζε τη ζωή της μ’ αυτή την άγρια εμπειρία.

Ξεδιαλέξαμε εβδομήντα πέντε ονόματα. Στων άλλων εκατόν είκοσι πέντε τα ρούχα, δε βρήκαμε κανένα σημάδι ταυτότητας. Γύρισα στο σπίτι στις δέκα. Η Δέσποινα κι’ η Ντόρα κοιμόνταν. Και ο Κωστάκης που τον κυνηγούσαν κι’ αυτόν, ξενοκοιμόταν στου Γιώργου του Νάζου(1).

«Θα μπω στο ζεστό νερό χωρίς να δω κανένα» σκέφτηκα με ανακούφιση. Προχώρησα στο διάδρομο να πάω στο μπάνιο. Εκεί όμως σε μια καρέκλα ήτανε κάτι φριχτό. Πάγωσα ολόκληρη.

Μια φορεσιά του άντρα μου, με τα μανίκια κοκκαλωμένα σαν κι αυτές τις διακόσιες. Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν. Κάθισα στο καρεκλάκι της γωνιάς και την κοίταζα σαν χαμένη.

Δεν τολμούσα να προχωρήσω μη την αγγίξω. Η αφή μου ήτανε ακόμα γεμάτη από τα ρούχα των σκοτωμένων.

-«Πάρε τη φορεσιά του κυρίου» είπα με κόπο στην Ευδοξία. Εκείνη με κοίταζε σαν να ήμουν τρελλή. 

-«Μα πρέπει να την βουρτσίσω» μου είπε.

-«Πάρτην, σε παρακαλώ, να μην την ξαναδώ» ψέλλισα με μια φωνή που δεν έβγαινε. Ο θάνατος σα μια βαρειά και δύσκολη παρουσία, στεκόταν από πίσω μου. Δε γνώριζα τον τρόπο να ξεφύγω από τη σκιά μου. Πνιγόμουνα. 

(1) Γιώργος Νάζος εξαιρετικός φίλος και συγγραφεύς. 

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

(1) Γιώργος Νάζος εξαιρετικός φίλος και συγγραφεύς. 

Από το βιβλίο-ημερολόγιο της Ιωάννας Τσάτσου «Φύλλα Κατοχής» Έκδοση Ενάτη

Εικόνα από: War of Cartoons 

Σχετικές αναρτήσεις ΕΔΩ

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements