Π. Παναγόπουλος

Δὲν ἦταν τόσο γιὰ τὸ Πάσχα, ποὺ μαζεύτηκε ἐκείνη τὴ χρονιὰ τόσος κόσμος στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅσο γιὰ τὴ δίκη τοῦ ᾽Ιησοῦ.

Ἄλλοι τὸν ἔλεγαν κακοῦργο κι ἀπατεώνα κι ἄλλοι τὸν προσφωνοῦσαν Μεσία, Διδάσκαλο, Προφήτη. Οἱ τελευταῖοι ἦταν ἰδίως ψαράδες τῆς Γαλιλαίας, ποὺ εἶχαν ᾶκούσει τὶς θεῖες ὁμιλίες του στὴ λίμνη Γεννησαρέτ. 

Καὶ γι’ αὐτὸ τὴ νύχτα τῆς δίκης ἦταν πολλοί, πάρα πολλοί, μαζεμένοι στὸ πραιτώριο, ποὺ δίκαζαν οἱ Ἀρχιερεῖς. Κάθισαν ὅλη τὴ νύχτα μὲ τὸ κρύο ἔξω, γιὰ νὰ παρακολουθήσουν τὴ δίκη καὶ μάθουν τὸ ἀποτέλεσμα.

Τὸ πρωὶ διαδόθηκε σ’ ὅλη τὴν πόλη, πὼς ὁ Ἰησοῦς καταδικάστηκε νὰ σταυρωθῆ μὲ δύο ληστὲς στὸ λόφο τοῦ Γολγοθᾶ. Κι ὅλος ὁ κόσμος μαζευότανε στὸ δρόμο καὶ στὸ λόφο, γιὰ νὰ δοῦν τὴ θλιβερὴ συνοδεία.

Κόντευε μεσημέρι, ὅταν ἔλαμψαν στὸν ἥλιο τὰ ὅπλα τῶν Ρωμαίων στρατιωτῶν, ποὺ συνώδευαν τοὺς καταδίκους, φορτωμένους τοὺς σταυρούς των.

Ὅλοι τότε ἔτρεχαν στὸ δρόμο, σπρώχνοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ τοὺς δοῦν. Ἰδίως ἤθελαν νὰ ἰδοῦν τὸ Γαλιλαῖο, ποὺ τόσος θόρυβος ἔγινε γι’ αὐτόν. Γυναῖκες κρατοῦσαν στὴν ἀγκαλιά τους τὰ μικρὰ παιδιά τους καὶ τοὺς ἔδειχναν μὲ τὸ δάχτυλο τὸν Ἰησοῦ.

Κι ἐκεῖνος βάδιζε σκυφτὸς ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ σταυροῦ κι ὁ ἱδρώτας ἀπ’ τὸ μέτωπό του ἔβρεχε τὸ σκονισμένο δρόμο.

Λένε, πὼς τὴν ἄλλη μέρα ὁ δρόμος τοῦ Γολγοθᾶ ἦταν γεμάτος ἀπὸ ἀνθισμένους κατάλευκους κπίνους, ποὺ γέμιζαν ἀπὸ εὐωδιὰ τὸν ἀέρα.

Βαθιὰ θλιμμένοι, βάδιζαν κοντά του μερικοὶ Γαλιλαῖοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν παντοῦ.

Τὸν εἶχαν ἀκούσει πολλὲς φορὲς στὴν ὡραία πατρίδα τους νὰ διδάσκη μὲ τὴ μελωδικὴ φωνή του στὶς ἐξοχές, στὴν ἀκρογιαλιά, στὶς καταστόλιστες ἀπὸ παπαροῦνες πεδιάδες, κάτω ἀπ᾽ τὶς ἀνθισμένες πορτοκαλιές.

Καὶ τώρα τὸν ἔβλεπαν νὰ σηκώνη τὸ σταυρό του καὶ δάκρυα θερμὰ γέμιζαν τὰ μάτια τους.

Στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου στεκόταν μιὰ Γαλιλαία κρατώντας ἀπ’ τὸ χέρι ἕνα παιδάκι ἕξη χρονῶν. Αὐτό, σὰν εἶδε τοὺς στρατιῶτες μὲ τ’ ἀστραφτερὰ ὅπλα τους, φοβήθηκε καὶ ζάρωσε κοντὰ στὴ μητέρα του.

Ἐκείνη τοῦ ἔδινε θάρρος, τοῦ γύριζε τὸ κεφάλι πρὸς τὸ μέρος τῆς συνοδείας καὶ τοῦ ἔδειχνε τὸν Ἰησοῦ.

Μόλις τὸν ἀντίκρυσε τὸ παιδάκι, ἔτρεξε χαρούμενο, πέρασε ἀπ’ τὴ γραμμὴ τῶν στρατιωτῶν, πλησίασε τὸν Ἰησοῦ, ἀγκάλιασε τὰ γόνατά του καὶ τὸν ἔβλεπε κατάματα μ’ ἕνα χαμόγελο στὰ χείλη.

Ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά, ποὺ εἶχε εὐλογήσει ὁ Χριστὸς λίγες ἡμέρες πρωτύτερα.

Σὰν εἶδε ὁ Ἰησοῦς, πὼς ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο ἕνα παιδάκι μοναχὰ τόλμησε νὰ τοῦ δείξη συμπάθεια, ἄφησε τὸ βαρὺ σταυρὸ στὴ γῆ κι ἔσκυψε καὶ φίλησε τὸ παιδὶ στὸ μέτωπο.

Τἄχασαν οἱ στρατιῶτες καὶ σταμάτησαν. Κι ὁ κόσμος, μὴ γνωρίζοντας γιὰ ποιὸ λόγο σταμάτησαν, φοβήθηκε κι ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγη.

―Ἐμπρός! φώναξε ὁ ἀξιωματικός, δὲν ἔχομε καιρὸ νὰ χάνωμε. Εἶσθε τρεῖς, ποὺ θὰ σταυρωθῆτε, κι ἡ ὥρα περνᾶ.

Τὸ παιδὶ δόθηκε πάλι στὴ μητέρα του, ὁ Ἰησοῦς σήκωσε πἀλι τὸ σταυρό του, κι ὕστερα ἡ συνοδεία ἐξακολούθησε τὸ δρόμο της γιὰ τὴν κορυφὴ τοῦ Γολγοθᾶ. 

 Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ ΣΤ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ, Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
1952 

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements