%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%bf%ce%b4%ce%bf%ce%b9%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%bf%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b9%ce%b5%cf%81%ce%b5%ce%b1

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός μᾶς λέει:

«Ἄν στό δρόμο μου συναντήσω ἕναν ἄγγελο καί ἕναν ἱερέα, θά σκύψω νά φιλήσω τό χέρι τοῦ ἱερέως πρῶτα καί ὕστε ρα θά προσκυνήσω τόν ἄγγελο».

Αὐτή ἡ σκέψη, πράγματι, κρύβει τήν μεγαλύτερη ἀλήθεια, γιατί ὁ ἱερέας εἶναι ἡ ὁρατή παρουσία τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο μας.

Εἶναι ἀσύγκριτη, λοιπόν, ἡ τιμή, τήν ὁποία ἔχει ἡ πρεσβυτέρα, νά συμμετέχει ἔμμεσα στήν ἱερωσύνη τοῦ συζύγου της, μέ τό μυστήριο τοῦ γάμου.

Ἐπιλέχθηκε νά σταθεῖ δίπλα στόν ἱερέα, νά σηκώσει τό σταυρό του, νά ἐλαφρύνη τό ζυγό του, νά τοῦ θυμίζει συνεχῶς τό μεγάλο δρόμο τῆς θυσίας καί τῆς ἀγάπης πού μαζί ξεκίνησαν.

Ὁ ἱερέας εἶναι ὁ πιό χαριτωμένος ἄνθρωπος, ὅταν λειτουργεῖ, ὅταν εὐλογεῖ καί ἁγιάζει τόν περιούσιο λαό τοῦ Θεοῦ, μέ τά ἱερά μυστήρια καί τόν θεῖο λόγο, ὁ ὁποῖος ἔχει τήν δύναμη νά μεταμορφώνει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων.

Μοιάζει, ἀκόμη, μέ τόν θεόπτη Μωϋσῆ, πού, ἀνεβασμένος στό ὄρος Σινᾶ, ἄκουγε τίς βροντές, τυφλωνόταν ἀπό τίς ἀστραπές τῆς θείας μεγαλειότητας καί κρυβόταν μέσα στό σύννεφο τῆς θείας παρουσίας. Ποτέ δέν εἶδε, ὅμως, τό θεῖο πρόσωπο.

Γιατί «οὐδείς ὄψεται τό πρόσωπό μου καί ζήσεται», λέγει ὁ Κύριος Παντοκράτωρ. Καί ὁ ἱερέας ἀτενίζει καί ἀγγίζει φρικοδεστέραν θυσίαν καί θαῦμα, ἀσυγκρίτως ἐκπληκτικόν, καθώς λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ὡστόσο, τά μάτια τῆς ψυχῆς του βλέπουν μέρος τῆς θείας Δόξης.

Ἡ καρδιά του κλείνει μέρος τῆς ἄπειρης Ἀγάπης καί ὁ νοῦς του ἀγωνίζεται νά χωρέσει μιά σταγόνα ἀπό τή θεία Σοφία.

Δίπλα σ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο, τόν ἱερέα, θά σταθεῖ στήριγμα καί συνοδοιπόρος, ἡ πρεσβυτέρα, μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά της νά συναρπάζονται ἀπό τό ἱλαρό φῶς τῆς θείας Δόξης.

Ἀθόρυβη, σιωπηλή, χωρίς νά ἀπαιτεῖ ποτέ διακρίσεις ἤ ἀνέσεις, ζεῖ μυστικά στήν καρδιά της τόν Χριστό. Μέ ὑπομονή ἀντιμετωπίζει τά ποικίλα προβλήματα τῆς οἰκογενείας της.

Προσπαθεῖ ν’ ἀνακουφίσει τόν ἱερέα της μέ τήν καρτερία της καί νά προσφέρει ἀνάπαυση καί ἠρεμία στήν εὐαίσθητη ἱερατική ψυχή, πού ἀγωνίζεται γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Ἀφάνταστη καί ἀνυπολόγιστη εἶναι ἡ θλίψη τοῦ ἱερέα νά βλέπει τήν πρεσβυτέρα του ἀσύμφωνη καί ψυχρή, μέ σβησμένη τή φλόγα τῆς πίστης της, νά ἀκολουθεῖ τή ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου.

Ἐνῶ ἡ πρεσβυτέρα πού ζεῖ μέσα στήν Ἐκκλησία, μέ τά ἅγια μυστήρια, τήν Ἐξομολόγηση καί τή Θεία Εὐχαριστία, ζεῖ ἀπ’ αὐτή τή ζωή τή μακαριότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή της.

Ὁ Χριστός γίνεται ἡ πνοή της, ἡ εὐτυχία της. Ὅταν μελετᾶ τήν ἁγία Γραφή ἤ τούς βίους τῶν Ἁγίων ἤ τά θαύματα τῆς Κυρίας Θεοτόκου, μαγεύεται κυριολεκτικά καί ζεῖ στό γνήσιο καί ὁλοφώτεινο χῶρο τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἡ πρεσβυτέρα ξέρει νά σηκώνει τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί δροσίζεται ἀπό τή Χάρη πού φέρει ὁ ἱερέας, σύζυγός της.

Ἡ μελέτη πνευματικῶν βιβλίων καί τῆς Ἁγίας Γραφῆς τήν δυναμώνουν στό ἔργο της καί τήν κρατοῦν σέ διαρκή πνευματική ἀφύπνιση. Ἀνά πᾶσα στιγμή εἶναι ἕτοιμη νά συμβουλέψει παιδιά, ἐνορῖτες ἤ καί τόν ἴδιο τόν ἱερέα, σύζυγό της.

Οἱ βίοι τῶν Ἁγίων εἶναι φωτεινά παραδείγματα, πού τήν ὁδηγοῦν, ὅταν ἐπιλέγει νά τούς μιμηθεῖ. Στή ζωή τους βλέπει τή δική της πορεία.

Ἀντικρύζει τή θαρραλέα γυναίκα πού ὑπομένει βασανιστήρια, τήν ἐγκρατῆ, πού δέν κολακεύεται ἀπό ἐπίγειες προσωρινές ἀπολαύσεις, τήν μητέρα πού ἁγνίζεται μέ τήν ἀσκητική προσευχή, ὥστε ὁ Θεός νά ἐπαναφέρει τό παιδί της, πού λοξοδρόμησε.

Μαθαίνει γιά Ἁγίες μέ πλούτη καί ἀξιώματα, πού ζοῦσαν ταπεινά καί ἔθρεφαν πτωχούς καί πολλές φορές ὑπέμεναν τούς δύστροπους συζύγους τους μέ ὑπομονή καί μέ τήν ἁγία σιωπή.

Ὁ Virgil Georgiou, Ρουμάνος λογοτέχνης, πού ἔγινε ἱερέας καί ζεῖ στό Παρίσι, ἀποθεώνει τόν πατέρα του ἱερέα π. Κωνσταντίνο στό βιβλίο του «Ἀπό τήν 25η ὥρα στήν αἰώνια ὥρα».

Νά ὅμως καί λίγες περίφημες γραμμές γιά τή μητέρα-πρεσβυτέρα:

«Ἡ μητέρα μου ἦταν φτιαγμένη ἀτόφια ἀπό αὐστηρή πάστα. Καί ἐπειδή ἡ ζωή δέν εἶναι δυνατή στήν κατάσταση αὐτή τῆς ἀπόλυτης καθαρότητας, ἡ μητέρα μου κατέφευγε στόν κόσμο τῆς προσευχῆς καί τῆς ποιήσεως.

Ὑψωνόταν στόν οὐρανό μέ τήν κλίμακα τῆς πίστεως, μιᾶς πίστεως καθαρῆς καί τελείας, σάν τήν μεταξένια κλωστή. Ἡ μητέρα μου ἔγραφε προσευχές, ἀκαθίστους ὕμνους, καί ἱκεσίες, μέ φλογερή καί οὐράνια ὀμορφιά.

Ἡ καρδιά της ἦταν θυσιαστήριο «ἐν ὧ καί ἐξ οὗ εὐχαί καθαραί προσφέρονται τῷ πανυψίστῳ Θεῷ».

Τίς χειμωνιάτικες νύχτες, ὅταν τό χιόνι μεταμόρφωνε τά βουνά μας σέ μιά κόλασι λευκῶν φλογῶν, ἡ μητέρα μου ἔβαζε ἀναμμένες λάμπες σέ ὅλα τά παράθυρα, μέ τήν σκέψη μήπως ὑπάρχουν κάποιοι δυστυχισμένοι ταξιδιῶτες, πού τούς βρῆκε στό δρόμο ὁ ἄσχημος καιρός.

Καί ὅλη τήν νύχτα ἔγραφε γι’ αὐτούς περίφημες προσευχές, γιά νά τούς σώσει ἀπό τόν θάνατο».

Πόσο πλατειά εἶναι ἡ καρδιά τῆς πρεσβυτέρας! Ἀπέραντη, γιά ν’ ἀγκαλιάζει τούς ἐνορῖτες τοῦ συζύγου της –τά παιδιά του– τό ἐν Χριστῷ ποίμνιό του μέ ὅλους τούς καημούς τους. Καί νά προσεύχεται μέ θέρμη γι’ αὐτούς, πού ἔχουν πλέον ἀναφαίρετα δεθεῖ μέ τόν ποιμένα καί τόν πατέρα τους ἱερέα.

Νά εἶναι γι’ αὐτούς ἡ «μητερούλα», ὅπως λένε οἱ Ρῶσοι τήν πρεσβυτέρα, γιά νά συμπληρώνει τό ἁγιαστικό ἔργο τοῦ ποιμένα, μέ τῆς καλοσύνης της τή δροσιά.

Ὁ ἐπίλογος ἀφιερώνεται στήν Κυρία Θεοτόκο, τήν «ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», ἡ ὁποία συμμετέχει στήν ἱερωσύνη τοῦ Κυρίου μας διά τῆς μητρότητός της.

Ἡ Παναγία μας ἔδωσε τήν ἁγνή σάρκα της καί τό ζωογόνο αἷμα της ἐκ τοῦ ὁποίου «ἐποιήθη καί ὑφάνθη» ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «ἡ πανακήρατος σάρξ τοῦ Κυρίου μας».

Καί ἡ πρεσβυτέρα συμμετέχει στήν ἱερωσύνη τοῦ Κυρίου μέσῳ τοῦ γάμου της μέ τόν λειτουργό τοῦ Ὑψίστου.

Ἡ Χάρις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου νά σκεπάζει, νά φρουρεῖ καί νά φυλάττει πάντοτε τίς πρεσβυτέρες, γιά νά ἔχουν τή δύναμη νά ἀνταποκρίνονται στήν ὑψηλή ἀποστολή τους.

Π. Π.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΚΙΒΩΤΟΣ
ΠEPIOΔIKH EKΔOΣIΣ KATHXHTIKΩN ΣXOΛEIΩN IEPAΣ MHTPOΠOΛEΩΣ MEΣΣHNIAΣ
ΤΕΥΧΟΣ 51 – ΜΑΡΤΙΟΣ 2016 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements