Μέ­γας πρό­μα­χος καί φω­στήρ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἀ­να­δεί­χθη­κε ὁ ἅ­γιος Εὐ­στά­θιος, ὁ Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας.

Στε­νός συ­νερ­γά­της καί ὁ­μό­ψυ­χος συμ­πο­λε­μι­στής τοῦ Μ. Ἀθανασίου, κα­τέ­χει θέ­ση λαμ­πρή στήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

Ἡ Σί­δα τῆς Παμ­φυ­λί­ας πι­θα­νό­τα­τα εἶ­ναι ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἐ­κεῖ πῆ­ρε τήν πρώ­τη μόρ­φω­ση, γραμ­μα­τι­κή καί πνευ­μα­τι­κή, ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά τή με­γά­λη του ἱ­ε­ρή ἀποστο­λή στή συ­νέ­χεια.

Δι­ό­τι ὁ Εὐ­στά­θιος μέ ζῆ­λο πο­λύ πρό­σφε­ρε ὅ­λα τά χα­ρί­σμα­τά του γιά τή δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας του.

Τό 320 μ.Χ. χει­ρο­το­νεῖ­ται Ἐ­πί­σκο­πος καί ἀ­να­λαμ­βά­νει τήν εὐ­θύ­νη τῆς δι­α­ποι­μάν­σε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Βε­ροί­ας τῆς Συ­ρί­ας καί ἀρ­γό­τε­ρα, τό 324, ἐγ­κα­θί­στα­ται στήν Ἀν­τι­ό­χεια.

Μέ συ­ναί­σθη­ση τῆς με­γά­λης εὐθύνης του ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ καί τοῦ ποι­μνί­ου του ἐρ­γά­σθη­κε τό ἔρ­γο του καί ἐ­πί ἔ­τη τρο­φο­δό­τη­σε πνευ­μα­τι­κά τό ποί­μνιό του.

Οἱ ἰ­δι­αί­τε­ροι ἀ­γῶ­νες τοῦ ἁ­γί­ου Εὐ­στα­θί­ου στρά­φη­καν ἐ­ναν­τί­ον τῆς αἱ­ρέ­σε­ως τοῦ Ἀ­ρεί­ου, ἡ ὁ­ποί­α ὕ­που­λη καί πο­νη­ρή δι­α­δι­δό­ταν στό λα­ό μέ ἐκ­πλη­κτι­κή τα­χύ­τη­τα.

Ἔ­τσι ὁ Εὐστά­θιος ὡς Ἐ­πί­σκο­πος Ἀν­τι­ο­χεί­ας βρέ­θη­κε στήν Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, τήν ὁ­ποί­α συγ­κά­λε­σε τό 325 μ.Χ. ὁ αὐ­το­κρά­τωρ Μ. Κων­σταν­τῖ­νος στή Νί­και­α.

Ἐ­κεῖ μα­ζί μέ τόν συνα­θλη­τή του, δι­ά­κο­νο τό­τε, Ἀ­θα­νά­σιο, ἀ­γω­νί­σθη­κε μέ σθέ­νος ἐ­ναν­τί­ον τῆς φο­βε­ρῆς αἱ­ρέ­σε­ως. Μέ τό λό­γο καί τήν προ­σευ­χή του συν­τέ­λε­σε στήν κα­τα­τρό­πω­ση τοῦ ἐ­χθροῦ. Τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο εὐ­λό­γη­σε τούς ἀ­γῶ­νες του καί ἡ αἵ­ρε­ση καί ὁ αἱ­ρε­σιά­ρχης κα­τα­δι­κά­σθη­καν.

Ἐ­άν ὅ­μως ἡ αἵ­ρε­ση καί ὁ αἱ­ρε­σιά­ρχης κα­τα­δι­κά­σθη­καν ἀ­πό τήν Σύ­νο­δο, ὁ Ἄ­ρει­ος δέν ἄλ­λα­ξε γνώ­μη οὔ­τε ἔ­μει­νε ἥ­συ­χος. Ὕ­που­λος, σκο­τει­νός καί ὑ­πο­κρι­τής, ὅ­πως ἦ­ταν, ἔπεισε τόν αὐ­το­κρά­το­ρα ὅ­τι με­τα­νό­η­σε, καί ζη­τοῦ­σε νά γί­νει δε­κτός στούς κόλ­πους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Ἡ ἀ­παί­τη­ση ὅ­μως αὐ­τή τοῦ ἀ­με­τα­νό­η­του αἱ­ρε­σιά­ρχη, πραγ­μα­τι­κή νάρ­κη γιά τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, βρῆ­κε ἀν­τι­μέ­τω­πούς τούς δυ­ό κο­λοσ­σούς, Ἀ­θα­νά­σιο καί Εὐ­στά­θιο.

Γνῶ­στες τῆς ὑ­πο­κρι­σί­ας τοῦ Ἀ­ρεί­ου, ἀν­τέ­δρα­σαν στήν ἀ­ξί­ω­σή του. Σα­τα­νο­κί­νη­τοι οἱ αἱρετικοί προ­σπά­θη­σαν τό­τε μέ ὅ­λα τά μέ­σα καί ὅ­λες τίς δυ­νά­μεις τους νά ἐ­κτο­πί­σουν τόν Ὀρ­θ­δοξο Ἐ­πί­σκο­πο τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας.

Ἐ­ξα­πέ­λυ­σαν ἐ­ναν­τί­ον του συ­κο­φαν­τί­ες γιά θέμα­τα πί­στε­ως καί ἠ­θι­κῆς.

Τόν κα­τη­γό­ρη­σαν ὅ­τι προ­σχώ­ρη­σε στήν αἵ­ρε­ση τοῦ Σα­βελ­λί­ου καί ὅ­τι κη­ρύτ­τει τά δι­δάγ­μα­τά του. Ἀλ­λά ὁ Ἅ­γιος τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας δέν ἄρ­γη­σε νά ἀπο­δεί­ξει ὅ­τι οἱ ποι­κί­λες αὐ­τές συ­κο­φαν­τί­ες ἦ­ταν ἀ­σύ­στα­τες μί­α πρός μί­α.

Ὅ­μως τε­λι­κά τό ἔ­τος 330 οἱ πο­λέ­μιοι συγ­κρό­τη­σαν στήν Ἀν­τι­ό­χεια Σύ­νο­δο ὁ­μο­φρό­νων καί πέ­τυ­χαν τήν κα­τα­δί­κη καί κα­θαί­ρε­ση τοῦ Εὐ­στα­θί­ου.

Ἔ­τσι μέ αὐ­το­κρα­το­ρι­κή ὑ­πο­γρα­φή ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος Ἐ­πί­σκο­πος, συ­κο­φαν­τη­μέ­νος ἀ­πό τούς αἱ­ρε­τι­κούς, ὁ­δη­γεῖ­ται στήν ἐ­ξο­ρί­α, στήν μα­κρι­νή Τρα­ϊ­α­νού­πο­λη.

Ὡς ὑ­πεύ­θυ­νος ὅ­μως Ὀρ­θό­δο­ξος Ἐ­πί­σκο­πος, προ­τοῦ ξε­κι­νή­σει γιά τόν μαρ­τυ­ρι­κό δρό­μο τῆς ἐ­ξο­ρί­ας, κα­λεῖ τούς πρε­σβυ­τέ­ρους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τούς μι­λᾶ μέ παρ­ρη­σί­α καί θερ­μό­τη­τα.

Τούς κα­θι­στᾶ ὑ­πεύ­θυ­νους γιά τό ποί­μνιο, πού ἄ­φη­νε ὀρ­φα­νό, καί τούς συ­νι­στᾶ νά μεί­νουν ἀ­συν­θη­κο­λό­γη­τοι μέ τήν αἵ­ρε­ση καί νά ἀ­σφα­λί­σουν τά λο­γι­κά πρό­βα­τα ἀ­πό τούς βα­ρεῖς λύ­κους.

Νά πε­ρι­γρά­ψου­με τίς πε­ρι­πέ­τει­ες τοῦ δρό­μου τῆς ἐ­ξο­ρί­ας καί τῆς ἐ­κεῖ δι­α­μο­νῆς του; Εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον!

Ὅ­μως με­γα­λύ­τε­ρο μαρ­τύ­ριο γιά τόν Εὐ­στά­θιο ἦ­ταν ὁ κίν­δυ­νος τῆς Ὀρθοδο­ξί­ας καί ὁ χω­ρι­σμός του ἀ­πό τό ποί­μνιό του.

Γι’ αὐτό δέν ἔ­παυ­σε οὔ­τε γιά μί­α στιγ­μή νά προ­σεύ­χε­ται γιά ὅ­λους καί ὅ­λα, καί νά ἀ­πευ­θύ­νει ἐ­πι­στο­λές, γιά νά μένουν σταθε­ροί μέ­χρι τήν τε­λι­κή νί­κη, ἡ ὁ­ποί­α δέν θά ἀρ­γοῦ­σε.

Ὁ Θε­ός τῆς ἀ­λη­θεί­ας πο­λε­μᾶ μα­ζί μας, τούς ἐ­νί­σχυ­ε.

Ὁ μέ­γας ἀ­γω­νι­στής τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας Εὐ­στά­θιος πέ­θα­νε στήν ἐ­ξο­ρί­α (τό 360) καί δέν ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά ξα­να­δεῖ τό ἀ­γα­πη­μέ­νο του ποί­μνιο. Ἡ μνή­μη του ὅ­μως με­τα­ξύ τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας ἔ­με­νε πάν­το­τε ἱ­ε­ρή. Ἀ­μέ­σως με­τά τόν θά­να­τό του ἄρ­χι­σε νά τι­μᾶ­ται καί ὡς Μάρ­τυ­ρας.

Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος, μέ­γας ρή­το­ρας τῆς Ἀντιοχεί­ας, στό λό­γο πού ἐ­ξε­φώ­νη­σε, με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων ση­μει­ώ­νει:

«Μήν ἐκ­πλα­γεῖ­τε μέ τό ὅ­τι, ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νά ἐγ­κω­μιά­ζω τόν Ἅ­γιο, τόν ἀ­πε­κά­λε­σα Μάρ­τυ­ρα.

Εἶ­πα πολ­λές φο­ρές στήν ἀ­γά­πη σας, ὅ­τι μάρ­τυ­ρα δέν ἀ­να­δει­κνύ­ει μό­νο ὁ μαρ­τυ­ρι­κός θά­να­τος, ἀλ­λά καί ἡ πρό­θε­ση.

Αὐ­τός λοι­πόν ὁ μάρ­­τυ­ρας ἀν­τι­πά­λαι­σε μέ μύ­ριους θα­νά­τους καί ὅ­λους αὐ­τούς τούς ὑ­πέ­μει­νε μέ τή θέ­λη­σή του καί τήν προ­θυ­μί­α του.

Δι­ό­τι κι ἀ­πό τήν πα­τρί­δα του τόν ἀ­πο­μά­κρυ­ναν καί στήν ἐ­ξο­ρί­α τόν με­τέ­φε­ραν καί πολ­λά ἀλ­λά φο­βε­ρά ἔ­κα­ναν τότε ἐ­ναν­τί­ον τοῦ μα­κα­ρί­ου αὐ­τοῦ ἀν­δρός.

Καί τε­λεί­ω­σε τόν βί­ο του μέ ὁ­μο­λο­γί­α ἀ­νυ­πό­κρι­της πί­στε­ως».

Τέ­λος στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λέ­ως Ζή­νω­νος (474 – 491), με­τά τήν τε­λι­κή νί­κη τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, τό ἱ­ε­ρό του λεί­ψα­νο ἐ­πα­νῆλ­θε μέ πομ­πή, ὅ­πως τοῦ ἄ­ξι­ζε, στήν Ἀν­τι­ό­χεια. Με­γά­λο πλῆ­θος λα­οῦ τό προ­ϋ­πάν­τη­σαν πο­λύ πρίν ἀ­πό τήν πό­λη καί μέ ὕ­μνους τό ἐγ­κω­μί­α­σαν.

Ἐ­άν ἐ­μεῖς, οἱ ση­με­ρι­νοί ὑ­μνη­τές τοῦ Ἐ­πι­σκό­που Ἀν­τι­ο­χεί­ας Εὐ­στα­θί­ου, θαυ­μά­ζου­με τή ζω­ή καί τούς ἀ­γῶ­νες του, ἄς γνω­ρί­ζου­με, ὅ­τι ἀ­γω­νι­στές μᾶς θέ­λει ὁ Ἅ­γιος. Ἀ­γω­νι­στές. Σή­με­ρα μά­λι­στα, σέ ἐ­πο­χή πού τό­σοι ἀν­τί­χρι­στοι καί αἱ­ρε­τι­κοί γέ­μι­σαν τήν πα­τρί­δα μας καί ἐ­πι­δι­ώ­κουν τή βε­βή­λω­ση τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. «Στῶ­μεν κα­λῶς» καί «ἐρ­γα­ζώ­με­θα εὐθαρ­σῶς»!

Ἀπό τό βιβλίο «Φωστῆρες Ὑπέρλαμπροι» Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη

Πηγή: Ο ΣΩΤΗΡ

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements