Κάποιος φιλόπονος μοναχός, που αγωνιζόταν με όλες του τις δυνάμεις για την αρετή, κάποτε ατόνισε και έπεσε σε αμέλεια.

Γρήγορα όμως συνήλθε και έλεγε στον εαυτό του:

– Ταλαίπωρε άνθρωπε, μέχρι πότε θα καταφρονείς τη σωτηρία σου; Δεν φοβάσαι τον θάνατο και την κρίση;

Με τις σκέψεις αυτές γινόταν προθυμότερος στο έργο του Θεού.

Μία μέρα, ενώ προσευχόταν, μαζεύτηκαν γύρω του τα πονηρά πνεύματα και πάσχιζαν να τον αποσπάσουν από την προσευχή.

– Μέχρι πότε θα με βασανίζετε; Είπε με αγανάκτηση ο αδελφός. Δεν σας έφτανε τόσος χρόνος , που με είχατε ρίξει σε αμέλεια;

– Όταν ήσουν αμελής, δεν μας έδινες καμία ενόχληση, αποκρίθηκαν με κακία οι δαίμονες, και σε παραμελούσαμε και εμείς. Τώρα, που μας εναντιώνεσαι σε πολεμούμε.

Σαν άκουσε αυτά ο αδελφός, εβίαζε πιο πολύ τον εαυτό του στον πνευματικό αγώνα και με την χάρη του Θεού πρόκοψε στην αρετή.

Ένας αδελφός, που περνούσε άσκοπα τον καιρό του παραμελώντας την σωτηρία του, κατέβαινε κάποτε στην πόλη του για να πουλήσει τα καλάθια του.

Βραδιάστηκε όμως στον δρόμο και για να μην κινδυνέψει στην σκοτεινή νύκτα, βρήκε πρόχειρο κατάλυμα σε έναν παλιό τάφο.

Ξάπλωσε να ξεκουραστεί και ενώ έκλειναν πια τα μάτια του από την νύστα, είδε απέναντι του δύο δαίμονες να τον περιεργάζονται.

– Για δες εκεί, τόλμησε ο Καλόγερος να ξαπλώσει στο μνημείο, είπε ο ένας. Ας τον πειράξουμε για να αναγκαστεί να φύγει από την κατοικία μας.

– Μην χάνουμε με αυτόν τον καιρό μας είπε με περιφρόνηση ο άλλος. Είναι από τους δικούς μας.

Τρώει, πίνει, φλυαρεί, παραμελεί τα καθήκοντα του και κάνει σχεδόν όλα μας τα χατίρια. Άς πάμε να πειράξουμε εκείνους, που μας πολεμούν νύκτα μέρα με την προσευχή τους και την άσκηση.

Βλέποντας ο αδελφός πως και οι δαίμονες ακόμη τον περιφρονούσαν, έβαλε αρχή να γίνει καλός μοναχός.

Ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός προσευχόταν χρόνια στο Θεό να τον απαλλάξει από τα πάθη, που φώλιαζαν μέσα του και από όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες. Όταν επί τέλους πήρε αυτό το χάρισμα έγινε αμέριμνος.

Στο βάθος όμως της ψυχής του υπήρχε κάποια ανησυχία. Πήγε λοιπόν να συμβουλευτεί τον γέροντα του τον Αββά Ποιμένα.

– Βλέπω τον εαυτό μου σε μεγάλη ανάπαυση Αββά. Δεν έχω πια κανένα πόλεμο.

– Πήγαινε ευθύς και παρακάλεσε τον Θεό να σου ξαναστείλει τους πειρασμούς, που είχες πρώτα, του είπε αυστηρά ο Όσιος. Δεν έμαθες ακόμη πως με τον πνευματικό αγώνα προκόβει η ψυχή στην αρετή;

Ο Αββάς Ιωάννης έκανε, όπως τον συμβούλεψε ο Πνευματικός του. Δεν προσευχήθηκε πια για απαλλαγή από κάθε πόλεμο, αλλά έλεγε στο Θεό με πολλή ταπείνωση:

– Κύριε δώσε μου δύναμη, τη στιγμή του πειρασμού.

Πηγή: Ιερός Ναός Αγίας Άννης Κατερίνης

Εικόνα από: orthedu.ru

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements