Εἰς μίαν μεγάλην πόλιν ἔζη κάποιος πολὺ πλούσιος ἄνθρωπος.

Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦτο τόσον φιλάνθρωπος καὶ τόσον εὐεργετικός, ὥστε διέθετεν ἄφθονα χρήματα εἰς κοινωφελεῖς σκοποὺς καὶ εἰς συνδρομὰς πρὸς τοὺς δυστυχεῖς, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους.

Ἡ ἀγαθοεργία ἦτο δι’ αὐτὸν ἡ προσφιλεστέρα ἐνασχόλησις. Χάριν αὐτῆς παρημέλει καὶ τὸν ἑαυτόν του ἀκόμη.

Κατῴκει εἰς μίαν σοφίταν. Ἐτρέφετο καὶ ἐνεδύετο πτωχικά. Διὰ τοῦτο οἱ γνωστοὶ καὶ οἱ γείτονές του τὸν ἐθεώρουν ὡς μέγαν φιλάργυρον καὶ τὸν εἶχον ὀνομάσει «ἑξηνταβελόνην».

Ἀλλ’ ὁ καλὸς αὐτὸς ἄνθρωπος, ἄν καὶ ἐγνώριζε τὶ ἐλέγετο περὶ αὐτοῦ, δὲν ἠθέλησε ποτὲ νὰ φανερώσῃ εἰς κανένα πῶς διεχειρίζετο τὴν περιουσίαν του.

Ἠκολούθει τὸ ρητὸν τοῦ Εὐαγγελίου: «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου!» καὶ ἐνήργει ὅλας τὰς εὐεργεσίας του κρυπτόμενος ἐπιμελῶς.

Συνεισέφερεν εἰς τὴν ἵδρυσιν καὶ συντήρησιν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων ἀνωνύμως.

Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν παρέλειπε ποτὲ νὰ κάμῃ, ἦτο νὰ καταγράφῃ ἐπιμελῶς πᾶσαν ἀγαθοεργίαν του εἰς ἕν βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἐκράτει μυστικά.

Ἤθελεν, ὅταν ἀποθάνῃ, ν’ ἀφήσῃ αὐτὸ τὸ βιβλίον, διὰ νὰ μάθουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐκακολόγουν, πόσον ἄδικον εἶχον.

Ἐγήρασεν. Ὅταν ᾐσθάνθη, ὅτι ἐπλησίαζον πλέον αἱ τελευταῖαι του ἡμέραι, εἶχεν ἐξοδεύσει ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν περιουσίαν του εἰς ἀγαθοεργίας.

Δὲν τοῦ εἶχε μείνει σχεδὸν τίποτε˙ ὡς μόνην του ἀπόλαυσιν καὶ παρηγορίαν εἶχε τὸ κατάστιχόν του. Ὅταν τὸ ἐδιάβαζεν, ἤρχοντο εἰς τὴν μνήμην του γλυκεῖαι ἀναμνήσεις.

Ἔβλεπεν ἐκεῖ μέσα ἀπηλπισμένους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον νέας ἐλπίδας· ἔβλεπεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐδυστύχησαν κατὰ τὴν πάλην τοῦ βίου καὶ οἱ ὁποῖοι συνῆλθον ἀπὸ τὰς εὐεργεσίας του.

Ἔφερεν εἰς τὴν μνήμην του τοὺς μακροὺς καὶ ἀποτελεσματικοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀναλάβει διὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ δυστυχεῖς τοῦ κόσμου τούτου.

Τὰ μικρὰ γράμματα τοῦ βιβλίου ἐζωντάνευον καὶ ἀπὸ τὰ φύλλα τοῦ καταστίχου ἀνεδίδετο μία ἐλαφρὰ εὐχαρίστησις, ποὺ προήρχετο ἀπὸ τὴν ἀνάμνησιν τῶν εὐγενῶν πράξεών του.

Ἡ τελευταία στιγμὴ τοῦ γέροντος ἐπλησίαζε. Διὰ τελευταίαν φορὰν ἔλαβε τὸ βιβλίον του καὶ ἐσκέφθη: «Ἐγὼ τώρα πηγαίνω, θὰ μείνῃς ὅμως σύ, διὰ νὰ μαρτυρήσῃς, ποῖος ἤμουν ἐγώ!»

Ἔξαφνα ὅμως διηρωτήθη: «Καὶ διατί αὐτό; καὶ ποῖον θὰ ὠφελήσω; μόνον διὰ ν’ ἀποκτήσω ὑστεροφημίαν;»

Κατεβίβασε τὴν κεφαλήν του. Πόσον ἐντροπιασμένον ἐθεώρησε τὸν ἑαυτόν του κατὰ τὴν μεγάλην αὐτὴν ὥραν!

Πόσον μικρὸς ἦτο ἀπέναντι τῆς διαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἐδείκνυεν ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ μὲ τὴν ὁποίαν παρηγορεῖτο! Πόσον μικρός, πόσον μάταιος!

Ἔρριψε τὸ βιβλίον του εἰς τὰς φλόγας καὶ ηὐχαριστήθη πολύ, διότι αἱ τρέμουσαι χεῖρες του εὑρῆκαν ἀκόμη αὐτὴν τὴν δύναμιν.

Καὶ μαζὶ μὲ τὰς φλόγας τοῦ βιβλίου, αἱ ὁποῖαι ἐσβήνοντο σιγὰ σιγὰ, ἔσβησαν καὶ τὰ μάτια του. 

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας» 

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ γιὰ τὴν ἕκτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου
ΔΗΜ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ – ΝΙΚ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ – ΔΗΜ. Γ. ΖΗΣΗ Κ.Α.

Εἰκόνα ἀπὸ: stihi.ru

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements