%ce%bf-%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%bf%cf%83

– Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία…

῞Ολη ἡ Γειτονιὰ ἀντηχοῦσε ἀπ’ τὰ χαρμόσυνα κάλαντα, ποὺ τραγουδοῦσαν τὰ παιδάκια τὴν παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς.

Καὶ τὸ βράδυ, μαζεμένη γύρω στὸ τζάκι ἡ οἱκογένεια τοῦ παπα – Θύμιου, καμάρωνε τὰ δῶρα, ποὺ χάρισε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, καὶ περίμενε τὴν ὥρα τῆς βασιλόπιτας.

῾Ο Γιῶργος, μαθητὴς τῆς πέμπτης τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἐπάνω κάτω ἕντεκα χρονῶ, κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα χρυσοδεμένο βιβλίο καὶ τὸ στριφογύριζε ἀπ’ ὅλες τὶς μεριὲς καὶ ξεφύλλιζε τὶς εἰκόνες του.

Καὶ ἡ Μαρία, ἕνα χρόνο μικρότερη, κρατοῦσε καὶ χάιδευε καὶ καμάρωνε μιὰ πανώρια κούκλα.

Καὶ πάλι ἀντήχησαν στὴ γειτονιὰ οἱ χαρούμενες φωνὲς τῶν παιδιῶν

– Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία.

– Ποῦ εἶναι ἡ Καισαρεία, μπαμπά; ρώτησε ἡ Μαρία.

– Εἶναι πέρα στὴν Ἀνατολή, παιδί μου. Μὰ τὴ λένε Καισάρεια καὶ ὄχι Καισαρεία.

– Καὶ γιατί τὰ παιδιὰ τὴ λένε ἔτσι;

Γιατὶ ἔτσι ταιριάζει καλύτερα στὸ τραγούδι τους. Μήπως θέλετε νὰ σᾶς πῶ τὴν ἱστορία τοῦ Ἁι – Βασίλη; ῎Ετσι θὰ περάση καὶ ἡ ὥρα, ὅσο νὰ κόψωμε τὴ βασιλόπιτα.

Χαρούμενα τὰ παιδιὰ τριγύρισαν τὸν παπα – Θύμιο. ῾Η παπαδιὰ ἔριξε κι ἄλλα ξύλα στὴ φωτιά, ἔδωσε σ’ ὅλους ἀπὸ ἕναν κουραμπιὲ κι ὁ παπὰς ἄρχισε τὴν ἱστορία.

– ῞Οπως σᾶς εἶπα καὶ πρωτύτερα, ἡ Καισάρεια εἶναι βαθιὰ στὴν Ἀνατολή, σὲ μιὰ χώρα ποὺ τὴ λένε Καππαδοκία.

᾽Εκεῖ γεννήθηκε ὁ Ἁι – Βασίλης τριακόσια τριάντα χρόνια ὕστερ’ ἀπ’ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Οἱ γονεῖς του, ὅπως οἱ περισσότεροι πατριῶτες του, ἦταν εἰδωλολάτρες.

῾Η μητέρα του, ἡ ᾽Εμμέλεια, ἦταν μιὰ σπάνια γυναίκα κι ἔδωσε στὸ παιδί της πολὺ καλὴ ἀνατροφή. Πόσα χρωστοῦμε ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ στὴν καλὴ αὐτὴ μητέρα!

Ὅταν μεγάλωσε ὁ Βασίλειος, πῆγε στὴν Ἀθήνα νὰ σπουδάση κι ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο. ῎Εγινε στὴν ἀρχὴ δικηγόρος. Στὴν πατρίδα του ἦταν καὶ δάσκαλος μερικὰ χρόνια. Ἀλλὰ οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο ἐπάγγελμα τοῦ γέμιζε τὴν ψυχή.

Μὲ τὸ δυνατό του μυαλὸ εἶδε, πὼς ἡ νέα θρησκεία τοῦ Χριστοῦ ἦταν καλύτερη ἀπ’ τὴν παλιά. ῎Εβλεπε κάθε μέρα νὰ κυνηγοῦν τοὺς Χριστιανοὺς καὶ νὰ τοὺς βασανίζουν. Ὁ αὐτοκράτορας ἦταν κι αὐτὸς εἰδωλολάτρης καὶ δὲν ἤθελε να πληθαίνουν οἱ Χριστιανοί.

Η ψυχὴ τοῦ Βασιλείου δὲ μποροῦσε νὰ ὑποφέρη τὶς ἀδικίες αὐτές. Σὲ ἡλικία 27 χρονῶν ἔγινε Χριστιανός, μοίρασε ὅλη τὴν περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ ξεκίνησε νὰ γυρίση κι ἄλλους τόπους, νὰ γνωρίση κι ἄλλους Χριστιανούς, ν’ ἀγωνιστῆ κι αὐτὸς γιὰ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ.

Θέλοντας νὰ ἰδῆ μὲ τὰ μάτια του τὰ μέρη, ποὺ γεννήθηκε κι ἔζησε ὁ Χριστός, ταξίδεψε στὴν Αἴγυπτο, τὴν Παλαιστίνη, τὴ Συρία, τὴ Μεσοποταμία. Στὴν Αἴγυπτο γνώρισε καὶ τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο.

Βλέπω στὰ μάτια σας, παιδιά μου, ν’ ἀναγαλλιάζη ἡ ψυχή σας ἀκούοντας τὰ ταξίδια αὐτά, σὰ νὰ τὰ ζηλεύετε. Μὰ λέτε, πὼς ἦταν εὐχάριστα τὰ ταξίδια αὐτά; ᾽Εκεῖνον τὸν καιρὸ οὔτε σιδηρόδρομοι ὑπῆρχαν, οὔτε ἀτμόπλοια, οὔτε αὐτοκίνητα. Μὴν ξεχνᾶτε, πὼς οὔτε χρήματα εἶχε πιὰ ὁ Βασίλειος.

Μὴν ξεχνᾶτε καὶ πόσο κυνηγούσανε παντοῦ τοὺς Χριστιανούς καὶ, θὰ καταλάβετε πόσο βασανισμένο ἦταν αὐτὸ τὸ μεγάλο ταξίδι τοῦ Βασιλείου.

Σ’ ἕνα ἄλλο του ταξίδι στὸν Πόντο, ποὺ εἶχε κι ἕνα πατρικό του κτῆμα, ἀποφάσισε νὰ ζήση κάμποσον καιρὸ στὴν ἐρημιά, μόνος του σὰν καλόγερος. Διάλεξε μιὰ τοποθεσία ἥσυχη· καὶ τερπνὴ κι ἀφοσιώθηκε στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀκοῦστε, πῶς περιγράφει ὁ ἴδιος σ’ ἕνα γράμμα στὸ φίλο του Γρηγόριο, τὸν τόπο ποὺ διάλεξε νὰ ζήση:

– «Ἀφοῦ ἀπελπίστηκα πιὰ ὅτι θὰ μ’ ἀκολουθήσης, ζήτησα καταφύγιο ἐδῶ, στὸν Πόντο. Καὶ ὁ Θεὸς μ’ ὁδήγησε σ’ ἕναν τόπο, ποὺ μ’ εὐχαριστεῖ πάρα πολύ.

Θυμᾶσαι καμιὰ φορά, ποὺ παίζοντας πλάθαμε μὲ τὴ φαντασία μας ὄμορφες τοποθεσίες; Τέτοιο εἶναι καὶ τὸ μέρος ποὺ ζῶ σήμερα. Εἶναι ἕνα ψηλὸ βουνὸ σκεπασμένο ἀπὸ πυκνὸ δάσος. ᾽Εδῶ κι ἐκεῖ τρέχουν κρύα καὶ κατακάθαρα νερά.

Στὰ πόδια τοῦ βουνοῦ εἶναι μιὰ πεδιάδα, ποὺ ποτίζεται ἄφθονα ἀπὸ τὰ νερὰ αὐτά. Στὴν πεδιάδα αὐτὴ μόνα τους ἔχουν φυτρώσει ὅλων τῶν λογιῶν τὰ δέντρα καὶ τόσο πυκνά, ποὺ καμιὰ φορὰ δυσκολεύεται κανένας νὰ περάση.

Μπροστὰ στὴν τοποθεσία αὐτὴ δὲν εἶναι τίποτε τὸ νησὶ τῆς Καλυψῶς, ποὺ τόσο θαύμασε τὴν ὀμορφιά του ὁ ῞Ομηρος».

Πολλοὶ φίλοι του πηγαίνανε νὰ τὸν ἰδοῦν στὴν ἐρημικὴ ζωή του· πῆγε κι ὁ Γρηγόριος, μὰ πολὺ λίγο ἔμεινε μαζί του, γιατὶ δὲν τοῦ ἄρεσε ἡ ζωὴ τῆς ἐρημιᾶς.

Ἁλλὰ κι ὁ Βασίλειος ἀναγκάστηκε ν’ ἀφήση τὴ μοναχικὴ ζωή· Οἱ διωγμοὶ τῶν Χριστιανῶν ἐξακολουθοῦσαν ἀγριότεροι καὶ ἡ ἐξάπλωση τῆς νέας θρησκείας τοῦ Χριστοῦ κινδύνευε νὰ σταματήση· ῾Ο αὐτοκράτορας ᾽Ιουλιανὸς προστάτευε μὲ φανατισμὸ τὴν εἰδωλολατρεία.

Γύρισε στὴν πατρίδα του ὁ Βασίλειος καὶ χειροτονήθηκε παπάς, τὸν ἴδιο σχεδὸν καιρὸ μὲ τὸ Γρηγόριο. Μὲ τὴ ρητορική του δύναμη ἔδωσε θάρρος στοὺς κατατρεγμένους Χριστιανοὺς καὶ μὲ τὴν ἁπλὴ καὶ φιλάνθρωπη ζωή του ἔδωσε τὸ καλύτερο παράδειγμα τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανοῦ.

Καὶ ὅταν ἕνας μεγάλος λιμὸς ξαπλώθηκε σ’ ὅλη τὴν Καππαδοκία καὶ τὸν Πόντο, ὁ Βασίλειος τρέχοντας παντοῦ, μάζευε βοηθήματα ἀπὸ τοὺς πλούσιους καὶ μοίραζε στοὺς φτωχοὺς καὶ παρηγοροῦσε τοὺς δυστυχισμένους, θυσιάζοντας καὶ τὴ λίγη περιουσία, ποὺ τοῦ εἶχε ἀπομείνει.

Σὲ ἡλικία σαράντα χρονῶν, ὁ Βασίλειος ἔγινε ᾽Επίσκοπος Καππαδοκίας κι ἔμεινε πάντα ὁ πατέρας τοῦ λαοῦ κι ὁ φίλος τῶν δυστυχισμένων.

Φορώντας πάντα τὸ ἴδιο ράσο καὶ τρώγοντας μόνο ψωμὶ καὶ χόρτα, ἐξοικονομοῦσε ὅ,τι χρειαζόταν γιὰ τοὺς φτωχοὺς κι ἔχτισε στὴν Καισάρεια μεγάλο νοσοκομεῖο καὶ πτωχοκομεῖο. Κι ἔτσι ὅλος ὁ βίος του ἦταν ἕνα πολύτιμο στήριγμα τῆς χριστιανοσύνης.

Ὁ νέος αὐτοκράτορας Οὐάλης – ἐχθρὸς κι αὐτὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔστειλε στὴν Καισάρεια ἕναν ἀξιωματικό, τὸ Μόδεστο, γιὰ νὰ φοβίση τὸ Βασίλειο καὶ νὰ τὸν ἀναγκάση νὰ πάψη τὸ κήρυγμά του καὶ τὶς φιλανθρωπίες του.

Ἀτάραχος ἔμεινε ὁ Βασίλειος στὶς φοβέρες τοῦ ἀξιωματικοῦ.

– Πῶς, τοῦ λέει αὐτός, δὲ φοβᾶσαι τὴ δύναμή μου;

– Καὶ γιατί νὰ τὴ φοβηθῶ ; ἀπάντησε ὁ Βασίλειος. Τί μπορεῖς νὰ μοῦ κάμης;

– Τί μπορῶ νὰ σοῦ κάμω; ῞Ολα εἶναι στὴν ἐξουσία μου. Μπορῶ νὰ δημέψω τὴν περιουσία σου, μπορῶ νὰ σ’ ἐξορίσω, μπορῶ νὰ σὲ βασανίσω, μπορῶ ἀκόμη καὶ νὰ σὲ θανατώσω.

– Μὲ τίποτε ἄλλο νὰ μὲ φοβερίσης, γιατὶ αὐτὰ δὲν τὰ φοβοῦμαι. Τὴ δήμευση δὲν τὴ φοβοῦμαι, Γιατὶ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο ἀπὸ δυὸ τριμμένα ράσα καὶ λίγα βιβλία.

Τὴν ἐξορία δὲν τὴ φοβοῦμαι, γιατὶ ὅλη τὴ γῆ τὴ θεωρῶ πατρίδα μου. Τὰ βάσανα δὲν τὰ φοβοῦμαι, γιατὶ τὸ σῶμα μου εἶναι τόσο ἀδύνατο, ὥστε θὰ νεκρωθῆ, πρὶν προφτάσης νὰ τὸ βασανίσης.

Καὶ τέλος, δὲ φοβοῦμαι τὸ θάνατο, γιατὶ αὐτὸς θὰ μὲ φέρη συντομώτερα κοντὰ στὸ Θεό.

– Ποτὲ δὲν ἄκουσα τέτοια λόγια, ἀποκρίθηκε ὁ ἀξιωματικὸς μὲ ἀληθινὴ κατάπληξη.

– Γιατὶ καὶ ποτὲ δὲν ἀπάντησες ἀληθινὸν ᾽Επίσκοπο. ᾽Εμεῖς εἴμαστε ἥσυχοι καὶ ταπεινοί, ὄχι μοναχὰ μπροστὰ στὸ βασιλιά, ἀλλὰ καὶ στὸν τελευταῖο ἄνθρωπο.

Ἅμα ὅμως πρόκειται γιὰ τὴν πίστη μας στὸ Θεό, οὔτε τὴ φωτιὰ φοβόμαστε, οὔτε τὸ σπαθί, οὔτε τὰ ἄγρια θηρία· αὐτὰ τὰ θεωροῦμε διασκέδαση. Αὐτὰ ἂς μάθη ὁ αὐτοκράτορας μιὰ γιὰ πάντα.

Τέτοιος, ἐξακολούθησε ὁ παπα – Θύμιος, ἦταν, παιδιά μου, ὁ σπάνιος αὐτὸς ᾽Επίσκοπος. Καὶ μὲ τὸ ἀσθενικό του σῶμα καὶ μέσα σὲ πολλὲς κακουχίες αὐτὸς ἐξακολούθησε νὰ περιοδεύη παντοῦ, νὰ ἐλεῆ τοὺς δυστυχισμένους, νὰ παρηγορῆ τοὺς θλιμμένους, νὰ δίνη θάρρος στοὺς βασανισμένους Χριστιανούς.

Κι ἀπὸ τοὺς κόπους καὶ τὶς στερήσεις πέθανε σὲ ἡλικία πενήντα χρονῶν, τὴν ἡμέρα τῆς πρωτοχρονιᾶς.

Ὅλος ὁ τόπος ἔχασε τὸν πατέρα του καὶ τὸν προστάτη του. Χιλιάδες ἀπ’ ὅλη τὴν ἐπαρχία ἔτρεξαν στὴν κηδεία του. Χριστιανοὶ καὶ ᾽Ιουδαῖοι καὶ εἰδωλολάτρες ἔκλαψαν μαζὶ τὴν ἡμέρα αὐτή. Ἀπὸ τὸν πυκνὸ συνωστισμὸ πολλοὶ βρῆκαν τὸ θάνατο κι οἱ ἄλλοι τοὺς καλοτύχιζαν, ποὺ πέθαναν μαζὶ μὲ τὸ Βασίλειο.

– Καὶ τώρα, παιδιά μου, εἶπε τελειώνοντας ὁ παπα – Θύμιος, ἂς ζητήσωμε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁι – Βασίλη καὶ ἄς κόψωμε τὴ βασιλόπιτα γιὰ τήν καλὴ χρονιά. 

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Ε΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ, Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Δ. ΔΟΥΚΑ, Δ. ΔΕΛΗΠΕΤΡΟΥ, Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, Α. ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Γ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ, Α. ΚΟΥΡΤΙΔΗ, Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Π. ΝΙΡΒΑΝΑ, Δ. ΖΗΣΗ.
1966 

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

Advertisements