Χριστούγεννα! Όλη η πλάση γιορτάζει και αναπέμπει δοξολογίες σ’ Αυτόν που γεννήθηκε για εμάς!… Εμείς προσπαθούμε ταπεινά να προσεγγίσουμε το μυστήριο, να ζήσουμε την ξεχωριστή χαρά αυτών των ημερών.

Ο Θεός ήρθε στη γη και όλα αλλάζουν, όπως δείχνει και η ιστορία της Χριστουγεννιάτικης θύμησης. Και περιμένει από εμάς να κάνουμε ό, τι και ο φτωχός μπαρμπα-Πανώφ του παραμυθιού.

Πριν από πολλά πολλά χρόνια,ένας άνθρωπος περπατούσε μέσα στη μαύρη νύχτα, για να βρει φωτιά. Πήγαινε από πόρτα σε πόρτα και χτυπούσε παντού:

«Φίλοι μου, έλεγε, βοηθήστε με! Η γυναίκα, που ‘ναι μαζί μου, γέννησε και χρειάζομαι φωτιά, για να ζεστάνω αυτή και το μικρό της.»

Μα η νύχτα ήταν βαθειά. Όλος ο κόσμος κοιμόταν. Κανένας δε του έδινε απόκριση. Ο άνθρωπος συνέχισε το δρόμο του. Ξαφνικά αντίκρισε ένα φως, που έλαμπε μακριά.

Προχώρησε προς τα εκεί και είδε πως ήταν φωτιά αναμμένη στο δρόμο. Άσπρα πρόβατα κοιμόνταν τριγύρω κι ένας γερό-βοσκός καθισμένος φύλαγε το κοπάδι.

Σαν πλησίασε τ’ αρνιά, ο άνθρωπος που ζητούσε φωτιά, είδε τρία μεγάλα σκυλιά αποκοιμισμένα στα πόδια του βοσκού. Και τα τρία ξύπνησαν κι άνοιξαν τα πελώρια στόματά τους σα να θέλαν να γαυγίσουν, μα δε βγήκε αχός.

Ο άνθρωπος πρόσεξε πως ορθώθηκε η τρίχα τους και πως τα σουβλερά τους δόντια γυάλιζαν ολόασπρα στο φως της φωτιάς. Και τα τρία μαζί ώρμησαν απάνω του. Το ένα τον άρπαξε το πόδι, το άλλο απ’ το χέρι, το τρίτο απ’ το λαιμό.

Μα οι μασελλιές τους και τα δόντια τους δεν κάναν τίποτα, κι ο άνθρωπος δεν έπαθε κακό. Θέλησε λοιπόν να πάει κοντά στη φωτιά και να πάρει εκείνο που ζητούσε. Μα τα πρόβατα ήταν τόσο πολλά και τόσο κοντά το ‘να στ’ άλλο, που δεν μπορούσε να πατήσει.

Κανένα δε ξύπνησε, ούτε και κανένα κουνήθηκε. Όταν ο άνθρωπος έφτασε κοντά στη φωτιά, ο βοσκός σήκωσε το κεφάλι. Ήταν ένας γέρος, κατσούφης, κακός, σκληρός για όλους.

Μόλις αντίκρισε τον ξένο, άρπαξε, τη γκλίτσα του και καθώς ήταν μυτερή την τίναξε επάνω του. Η γκλίτσα πετάχτηκε σφυρίζοντας ίσα απάνω στον άνθρωπο, μα τη στιγμή που θα τον έφτανε, έστριψε και μπήκε στο χώμα.

Τότε ο άνθρωπος πλησίασε το βοσκό και του είπε: «Φίλε μου, βοήθησέ με. Άφησε να πάρω λίγη φωτιά.»

Ο βοσκός σα να ‘θελε ν’ αρνηθεί μα σκέφτηκε τους σκύλους που δε γαύγισαν, τα πρόβατα που δε κουνήθηκαν, τη γκλίτσα που δεν θέλησε να χτυπήσει κι ένοιωσε κάτι σα φόβο.

Πάρε ό,τι έχεις ανάγκη, είπε στον ξένο.

Η φωτιά κόντευε να σβήσει. Ούτε κλαδιά αναμμένα, ούτε κούτσουρα. Δεν ήταν πια παρά ένας σωρός στάχτη κι ο άνθρωπος δεν είχε ούτε φτυάρι, ούτε τίποτε άλλο, για να κουβαλήσει τ’ αναμμένα κάρβουνα.

Βλέποντας αυτό ο βοσκός είπε:

Πάρε όση φωτιά θέλεις.

Και χαιρόταν με την ιδέα, πως ο άνθρωπος δεν μπορούσε να πάρει φωτιά.

Εκείνος όμως έσκυψε, παραμέρισε τις στάχτες, έπιασε με τα γυμνά του χέρια μερικά αναμμένα κάρβουνα και τα τύλιξε μέσα σε μιαν άκρη του πανωφοριού του. Τ’ αναμμένα κάρβουνα δεν κάψανε ούτε τα χέρια του, ούτε το ρούχο του. Τα πήρε σαν να ‘ταν μήλα ή φουντούκια.

Ο βοσκός σαν είδε αυτά τα πράγματα άρχισε ν’ αναρωτιέται:

«Μα τι νύχτα είναι τούτη, που τα σκυλιά δε δαγκώνουν, τα πρόβατα δεν τρομάζουν, η γκλίτσα δεν πληγώνει, η φωτιά δε καίει;»

Φωνάζει τον ξένο και του ‘πε:

Τί παράξενη νύχτα είναι τούτη που και τ’ άψυχα ακόμα δείχνουν συμπόνια;

Ο άνθρωπος αποκρίθηκε:

Δε μπορώ να στο πω, αν δεν το δεις μοναχός σου.

Κι έφυγε βιαστικά, για να πάει να ζεστάνει τη γυναίκα και το παιδί.

Μα ο βοσκός σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να χάσει απ’ τα μάτια του αυτόν τον άνθρωπο πριν μάθει, τι σήμαιναν όλα αυτά. Σηκώθηκε λοιπόν και τον ακολούθησε.

Σε λίγο βεβαιώθηκε πως ο άνθρωπος εκείνος δεν είχε ούτε καλύβα για να στεγαστεί. Η γυναίκα και το παιδί του ήταν ξαπλωμένοι στο βάθος μιας βουνίσιας σπηλιάς, που οι πέτρινοι τοίχοι της ήταν γυμνοί και κρύοι.

Σκέφτηκε πως το καϋμένο το μικρό κινδύνευε να πεθάνει από το κρύο και μ’ όλο που ήταν άνθρωπος σκληρός συγκινήθηκε απ’ αυτή τη φτώχια.

Ξεκρέμασε το σάκκο του απ’ τον ώμο, έβγαλε μια προβιά άσπρη και μαλακιά και την έδωσε στον ξένο, λέγοντας του να βάλει το παιδί να κοιμηθεί απάνω.

Την ίδια στιγμή που έδειξε καλοσύνη, τα μάτια του άνοιξαν και είδε εκείνο που δε μπορούσε να δει πρωτύτερα και άκουσε εκείνο που δε μπορούσε να ακούσει πρωτύτερα.

Είδε γύρω του έναν κύκλο από αγγέλους μ’ ασημένια φτερά. Ο καθένας τους κρατούσε στο χέρι ένα όργανο με χορδές κι όλοι τους με δυνατή και καθάρια φωνή τραγουδούσαν, πως τη νύχτα εκείνη γεννήθηκε ο Σωτήρας, που θα ‘σωζε τους ανθρώπους από τις αμαρτίες τους.

Τότε κατάλαβε ο βοσκός, πως και τα πράγματα ακόμα ήταν τόσο γεμάτα χαρά τη νύχτα εκείνη, που δε θέλαν να κάνουν κακό.

Μα δεν ήταν άγγελοι μονάχα στη σπηλιά. Είδε αγγέλους παντού, άλλους καθισμένους στη πλαγιά του βουνού κι άλλους να πετάν στα ουράνια.

Παντού χαρά, παντού αγαλλίαση. Ο βοσκός τα είδε όλα αυτά μέσα στη μαύρη νυχτιά, εκεί που μια στιγμή πρωτύτερα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα.

Αισθάνθηκε τον εαυτό του τόσο ευτυχισμένο, που άνοιξαν τα μάτια του, ώστε γονάτισε κι ευχαρίστησε το Θεό .

Πηγή: Χαρούμενοι Αγωνιστές 

Εικόνα από:livejournal

violet flower smiley

Advertisements