Είχα μια θεία, έχω μια θεία εκεί ψηλά στον ουρανό, έναν άγιο άνθρωπο με καρδιά μάλαμα που ξεχείλιζε από αγάπη, που πονούσε με τον πόνο του άλλου και είχε πάντα μια ζεστή ορθάνοιχτη αγκαλιά που χωρούσε όλο τον κόσμο.

Με το που έμπαινε ο Δεκέμβρης, άρχιζε να κάνει τα κουμάντα της και τους υπολογισμούς της. Δεν μπορούσε να διανοηθεί σπιτικό χρονιάρες μέρες χωρίς ένα γλυκό, χωρίς ένα δώρο στα παιδιά…. χωρίς χαμόγελα, χωρίς «αγάπη…»

Ο μπακάλης της γειτονιάς έγραφε την παραγγελία και όταν την ετοίμαζε μας την έστελνε στο σπίτι με τον μικρό του μαγαζιού που τα έφερνε καμαρωτός καμαρωτός με το ποδήλατό του.

Η θεία μου «γνώριζε» τους ανήμπορους και δεν τους θυμόταν μόνο τις γιορτές αλλά όλο το χρόνο τους είχε από κοντά, δεν έχανε την επαφή μαζί τους, δεν τους ξεχνούσε.

Δεν της κατέβαινε μπουκιά στο λαιμό στην ιδέα ότι στη γειτονιά υπάρχει σπίτι που «δεν έχει», παιδί πεινασμένο, παγωμένο, χωρίς χαμόγελο στα αθώα του χείλη να λαχταράει ένα παιχνίδι, μια μπάλα.

Στο καθημερινό της τραπέζι δεν έτρωγε μόνο η οικογένεια της, πάντα υπήρχε χώρος για ένα ακόμα πιάτο φαί. Ο καλεσμένος της ήταν πάντα το τιμώμενο πρόσωπο κι ας φορούσε λιωμένα ρούχα!

Με έπιανε λοιπόν από το χέρι και πέρναμε τους δρόμους φορτωμένες «αγάπη», μια εβδομάδα πριν είχε μιλήσει με την νοικοκυρά του σπιτιού λέγοντάς της (κάθε χρόνο την ίδια δικαιολογία)

«Λέω να περάσω να πιούμε ένα καφεδάκι παρέα, να τα πούμε και αν προλάβουμε να φτιάξουμε και τα μελομακάρονα μας, θα τα στείλουμε στο φούρνο με τα παιδιά, και θα τα μοιραστούμε, … είναι κούραση να τα φτιάξω όλα μονάχη μου!»

Και βέβαια πάντα ξεχνούσε τη μοιρασιά και φεύγαμε με άδεια χέρια.

Μέσα στην μεγάλη πάνινη τσάντα με το αλεύρι τη ζάχαρη και όλα τα υλικά για τα μελομακάρονα, τους κουραμπιέδες και για τα τσουρέκια, είχε πάντα κρυμμένα και κάποια δωράκια για τα παιδιά και για τους γέροντες.

Και επειδή δεν ήθελε να προσβάλει κανέναν άνοιγε την τσάντα έβγαζε ένα πλεκτό πουλόβερ που είχε πλέξει η ίδια και έλεγε «το έπλεξα για τον γιο μου αλλά του έπεσε μικρό, λυπήθηκα να το ξηλώσω και σκέφτηκα ότι μπορεί θα ταιριάζει στον μικρό σου γιο, λες να του κάνει;

Α! Κι αυτήν την κούκλα την έχουμε δυο φορές στο σπίτι… μα δυο φορές!».

Τέτοια γλυκά αθώα ψέματα έλεγε η καλή μου η θεία, γιατί δεν ήθελε να στεναχωρήσει και να μειώσει κανέναν. Άλλες εποχές!! Ανθρώπινες…

Αυτό γινόταν πολλές φορές μέχρι να έρθουν τα Χριστούγεννα, σχεδόν κάθε μέρα.

Τα σπίτια μοσχομύριζαν γλυκά και φαγητά, τα παιδιά ήταν χαρούμενα, οι γέροντες με ζεστές παντόφλες, οι γιαγιάδες με ζεστά σάλια στους ώμους και η θεία μου ευτυχισμένη και γαλήνια, δόξαζε το Θεό που την αξίωσε να νιώσει άνθρωπος.

Το πιο ωραίο είναι ότι ο μικρός του μπακάλη ντυνόταν άγιος Βασίλης , χτυπούσε τις πόρτες και μέσα από τον σάκο του έβγαζε και μοίραζε καλούδια, παιχνίδια ρούχα, λάδι ,κρέας ότι χρειάζεται για να ζήσει και να «αναστηθεί» μια οικογένεια χρονιάρες μέρες.

Πίσω από αυτόν τον μικροκαμωμένο άγιο Βασίλη κρυβόταν η «αγάπη» της θείας μου.

Μια αγάπη και μια έννοια που δεν είχε τελειωμό για τα «αδέλφια της»… Ποτέ δεν το έβγαλε βούκινο, όλα τα έκανε βουβά, με αγάπη και σεβασμό.

Ακόμα και όταν η αρρώστια της χτύπησε την πόρτα, εκείνη δεν βαρυγκώμησε ποτέ, και ο άγιος Βασίλης συνέχιζε να μοιράζει τα καλούδια που είχε στον σάκο του.

Όταν έκλεισε τα μάτια της, και την πήρε ο καλός Θεός κοντά Του, κρατούσε σφιχτά στη χούφτα της τον σταυρό που φορούσε στον λαιμό της από παιδί και δεν τον είχε αποχωριστεί ποτέ!

Έκλαψε όλη η γειτονιά και τα γύρω χωριά, όλοι είχαν κάτι καλό να πουν για αυτήν… και τότε μαθεύτηκε η «αγάπη της!!»

Ο μικρός του μπακάλη, παλικάρι πια, την αποχαιρέτησε συγκινημένος λέγοντας « τότε δεν καταλάβαινα ότι μέσα στον βαρύ σάκο που κουβάλαγα στην πλάτη μου και σε κάθε βήμα δυσανασχετούσα… κρυβόταν τόση αγάπη!!» 

Μέλια.

Εικόνα από: pinme.ru

για το «σπιτάκι της Μέλιας»

pink rose smiley

Advertisements