Εἶναι μεγάλη, λοιπόν, ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς. Καὶ ἡ χάρη της. Πολὺ μεγάλη. Καὶ ὁ ἀρχέκακος ὄφις, ὁ σατανᾶς καὶ τὰ ὄργανά του, τὴν τρέμουν.

Λίγο νὰ φωνάξομε τὸν Χριστό, λίγο νὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὴν Παναγία, λίγο νὰ μιλήσομε στοὺς ἁγίους, καὶ παίρνει πόδι ὁ ἄλλος. Δὲν ἀντέχει τὴ χάρη τους.

Δὲν ἀντέχει τὴν ἀγάπη τους. Δὲν ἀντέχει τὴν παρουσία τους. Δὲν ἀντέχει τίποτε. Τὸ κακὸ βέβαια μὲ μᾶς πολλὲς φορὲς εἶναι ὅτι δὲν προσευχόμεθα. Δὲν προσευχόμεθα μὲ θέρμη.

Πήγαιναν μιὰ φορὰ δύο Χριστιανοὶ στὸν δρόμο. Κι ἔφτασαν σ᾽ ἕνα ποτάμι, τὸ ὁποῖο εἶχε πλημμυρίσει.

Κι ἔκατσαν καὶ προσευχήθηκαν νὰ τὸ περάσουν.

Ὁ ἕνας εἶπε δυὸ κουβέντες μὲ θέρμη καὶ πέρασε. Ὁ ἄλλος προσευχήθηκε ὥρα πολλή, μπῆκε καὶ κινδύνευσε νὰ πνιγεῖ. Τὸν ἔπιασε ὀ ἄλλος καὶ τὸν ἔβγαλε. Κι εἶχε ἀπορία ὁ δεύτερος.

Κι εἶπε στὸν πρῶτο: «Καλά, ἀδελφέ. Ἐσὺ εἶπες δυὸ κουβέντες καὶ πέρασες. Ἐγὼ εἶπα ἐκατὸ καὶ κινδύνευσα νὰ χαθῶ, ἂν δὲν ἤσουν ἡ ἀφεντιά σου. Γιατί ἔγινε αὐτό;»

Τοῦ λέει: «Ἐσὺ προσεύχεσαι, ἀδελφέ, συχνά;»

« Ἄ, μπά», λέει. «Τώρα προσευχήθηκα κι ἀφοῦ εἶδα τὸν κίνδυνο.»

«Ἄ, ἔτσι», λέει. «Ἐγὼ προσεύχομαι πάντοτε. Ἔχω καλὴ σχέση καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Τοῦ ᾽πα δυὸ κουβέντες καὶ συνεννοηθήκαμε. Συνεννοηθήκαμε! Ἐσύ», λέει, «τώρα τό ᾽πες.

Γι᾽ αὐτὸ στό ᾽κανε αὐτὸ ὁ Θεὸς καὶ σ᾽ ἔσωσε κιόλας, γιὰ νὰ μάθεις νὰ προσεύχεσαι. Γιὰ νὰ μὴν ἀφήνεις τὴν προσευχή.»

Θὰ μοῦ πεῖτε: «Πάτερ, ἔχουμε καὶ δουλειές, ἔχουμε καὶ βάσανα, ἔχουμε καὶ κόπους.» Μποροῦμε νὰ προσευχόμεθα ὅπου δήποτε. Ὅπως ἀναπνέομε, μποροῦμε καὶ νὰ προσευχόμεθα. Μποροῦμε νὰ φωνάζουμε τὸν Χριστό, τὴν Παναγία.

Στόμα δὲν ἔχουμε; Ἔχουμε. Μυαλὸ ἔχουμε; Ἔχουμε. Πῶς δὲν ἔχουμε. Ἔ, λοιπόν, δὲν ἔχουμε καμμία ἰδιαίτερη δαπάνη.  Οὔτε καὶ κανένα ἰδιαίτερο κόπο, ἂν θέλετε. Ἔχει κόπο ἡ προσευχή. Σίγουρα. Ἀλλὰ μποροῦμε καὶ νὰ φωνάζουμε τὸν Κύριο.

Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ 100 τοῦ Θεοῦ. Φέρνει τὸν Κύριο γρήγορα κοντά μας. Φέρνει τὴν Παναγία γρήγορα κοντά μας.

Καὶ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους. Κι ἐπηρεάζει καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἀποθαμένων μας. Ἐκεῖνοι μᾶς ἀκοῦνε. Καὶ πολλοὶ ἀπ᾽αὐτοῦς ἔχουν βρεῖ παρρησία. Τὸ ξέρετε αὐτό; Παρρησία. Καὶ μᾶς βοηθᾶνε. Προσεύχονται γιὰ μᾶς. Ἐπηρεάζουν τὸν Θεό.

Μᾶς συντροφεύουν στὴ ζωή μας.

Ἔλεγε, κάποτε, ὁ Γέροντας Παΐσιος σὲ κάποιον… Τοῦ ᾽λεγε:

«Γέροντα, ἐγὼ δὲν ἔχω κάνει τίποτα ἰδιαίτερο. Κι ὅμως μοῦ πᾶν ὅλα καλὰ στὴ ζωή μου. Κι ἔχω πολλὲς εὐλογίες. Τί συμβαίνει; Τί γίνεται; »

Καὶ τοῦ λέει ὁ Γέροντας: «Παιδί μου, κάποιος πρόγονός σου ἔχει ἁγιάσει. Καὶ δὲν τὸ ξέρετε. Ἔχει ἁγιάσει καὶ δὲν τὸ ξέρετε! Καὶ αὐτὸ σᾶς βοηθάει.»

Τί ὡραῖο, λοιπόν, ἡ προσευχή! Καὶ τί προνόμιο εἶναι νὰ μιλᾶμε στὸν Κύριο ἀπευθείας! Γιὰ νὰ πᾶς στὸν πρωθυπουρ-
γὸ ἢ στοὺς ἄρχοντες μεσολαβοῦν πολλοὶ και ἂν σὲ δεχτεῖ καὶ ἂν ἀδειάζει ὁ ἄνθρωπος κι ἂν θέλει, καὶ τό ᾽να καὶ τ᾽ ἄλλο.

Ἐδῶ στὸν Κύριο εἴμεθα ἄμεσοι. Ἀρκεῖ ν᾽ ἀνοίξομε τὸ στόμα μας καὶ λέει ὁ Κύριος: «Ἐγὼ εἶμαι παρών. Ἰδού, πάρειμι.» Ὁ πανταχοῦ παρών, ἀνθρωποπαθῶς ἐκφραζόμενος, λέει: «Εἶμαι παρών!»

Εἶναι γιὰ μᾶς ἐκείνη τὴν ὥρα παρών, γιατὶ Τὸν φωνάξαμε. Τὸν φωνάξαμε! Ὁ προφήτης καὶ βασιλιᾶς Δαυὶδ προσευχότανε μὲ θέρμη ἑφτὰ φορὲς τὴν ἡμέρα. «Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ᾔνεσά σε.» Ἑφτὰ φορὲς τὴν ἡμέρα!

Καὶ εἶναι γεγονὸς ὁτι ὁ προφητάναξ Δαυὶδ εἶχε πολλὲς ἀσχολίες, πολλὰ προβλήματα, τόσο λαὸ ἐπάνω του, τόσες εὐθύνες καὶ τόσα ἄλλα.

Κι ὅμως, ἐπειδὴ ἀγαποῦσε κι ἐπειδὴ ἤθελε, εὕρισκε τὴν εὐκαιρία καὶ προσευχότανε. 

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

Ἅγιος Νικόλαος
Τεῦχος 66 Μάρτιος 2012
ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΓΚΩΜΗΣ 

Εἰκόνα ἀπὸ: hram-troicy.prihod.ru

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

violet flower smiley

 

Advertisements