Μ.ΑΝΘΙΜΟΥ

Τον γνώρισα. Ήταν ένας άνδρας γύρω στα εξήντα του χρόνια. Έσκαβε έξω από μία εκκλησία, που ήταν χτισμένή ψηλά σ’ ένα ξάγναντο, με θέα τη γαλάζια θάλασσα, ενώ ολόγυρα την τύλιγαν ολοπράσινα πεύκα.

Ήταν υπεύθυνος σ’ ένα ηλεκτρολογικό συνεργείο.Περνούσαν υπόγεια καλώδια.Πλησίασα και τον χαιρέτησα. Μου ανταπέδωσε τον χαιρετισμό μ’ ένα χαρούμενο παιδικό χαμόγελο.

-Γιατί κουράζεστε τόσο πολύ; τον ρώτησα. Αφού έχετε τόσους γύρω σας να σας βοηθήσουν.

-Α, τα παιδιά μου, απάντησε, τ’ αγαπώ πολύ. Είναι αλήθεια ότι εκείνα είναι πάντα έτοιμα να με ξεκουράσουν. Αλλά η δουλειά είναι η ζωή μου. Όσο ο Θεός μου χαρίζει υγεία και δυνάμεις, θα δουλεύω.

-Έχεις διάθεση να σου διηγηθώ μια ιστορία; Μια αληθινή ιστορία. Έτσι, θα κάνω κι ένα διάλειμμα να ξεκουραστώ λίγο, μια και με νοιάστηκες.

Γέλασε καλόκαρδα και άφησε την αξίνα από τα χέρια του.

-Με πολλή χαρά, κυρ Μανόλη, απάντησα.

Στρώθηκα κάτω από ένα πεύκο, περιμένοντας ν’ ακούσω.

-Έζησα πολλά θαύματα στη ζωή μου, άρχισε τη διήγησή του. Ωστόσο δεν πίστευα ότι ο Θεός με προστάτευε σε κάθε μου βήμα.

Ήμουν ένα μικρό και όμορφο αγόρι στα οχτώ μου χρόνια. Όλοι με καμάρωναν. Μια μέρα έπεσα στη φωτιά και κάηκε το πρόσωπό μου. Δεν θα σου πω τι τράβηξα…

Πηγαίνοντας για το σχολείο, έπεσα και έσπασα και τα δυο μου πόδια.

Μήνες βάδιζα με πατερίτσες. Πέρασε κι αυτό. Μεγάλωσα. Σπούδασα. Έγινα αξιωματικός σ’ ένα μεγάλο εμπορικό καράβι.

Η θάλασσα ήταν η μεγάλη μου αγάπη. Μερόνυχτα ταξιδεύαμε σ’ απέραντους ωκεανούς. Γνώρισα πολλές χώρες. Άλλες ήταν πλούσιες και σ’ άλλες βασίλευε η φτώχεια.

Πως να ξεχάσω εκείνα τα παιδάκια στην Ινδία, που αγνάντευαν τη θάλασσα, προσμένοντας ν’ αγκυροβολήσει κανένα καράβι, και ρίχνονταν ότε στα κύματα να το φτάσουν…

Ο καπετάνιος μας ήταν ένας χρυσός άνθρωπος! Είχε πάντα την έγνοια του γι’ αυτά τα παιδάκια και τους χάριζε πλούσια δώρα.

«Ήταν Νοέμβρης μήνας. Το μεγάλο εμπορικό καράβι με το φορτίο του, ήρεμα διέσχιζε τον απέραντο ωκεανό. Ο καιρός ήταν καλός. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σε λίγο αυτή η γαλήνη θα ‘φερνε τη μεγαλύτερη θαλασσοταραχή που ζήσαμε ποτέ!

Ξαφνικά μαύρα σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό κι ένας αέρας φοβερός ξεσήκωσε τη θάλασσα. Το καράβι μας με το βαρύ φορτίο έγινε ένα καρυδότσουφλο. Πότε χάνοντας μέσα στο χάος που άνοιγαν τα κύματα και πότε σκαρφάλωνε πάνω σε υδάτινα βουνά!

Όλο το πλήρωμα στο πόδι. Δουλεύαμε σκληρά να διορθώσουμε τις αβαρίες που δημιουργούσε η θαλασσοταραχή.

Κάποια στιγμή βρισκόμουν μονος στο κατάστρωμα. Είχα διώξει τον βοηθό μου. Το καράβι έγειρε αριστερά.

Ξαφνικά ένα τεράστιο κύμα έσκασε πάνω μας και με πέταξε μέσα στο χάος του ωκεανού! Έκλεισε τα μάτια του, λες και ζούσε κείνη την τραγική στιγμή.

Παναγία μου! φώναξα. Στην αγκαλιά Σου πάρε με!

Ήταν η γιορτή Της. 21 Νοεμβρίου, τα Εισόδια της Θεοτόκου. Το καράβι συνέχισε την πορεία του κι η αφεντιά μου πάλευε μέσα στ’αφρισμένα κύματα.

Τότε… Θεέ και Παναγιά! Ένα υδάτινο βουμό μ’άρπαξε ξανά και με πέταξε μακριά! Ναι. με πέταξε πάνω στο κατάστρωμα του καραβιού μας! Αναρωτιόμουνα… Βρίσκομαι στη γη ή στον ουρανό;

Σαν συνήλθα, απόμεινα εκεί πεσμένος στο κατάστρωμα. Ευχαριστούσα… Έκλαιγα… Υποσχόμουν στην Μεγάλη Μάνα… απόδω κα πέρα ν’ αλλάξω. Ν’ ακολουθήσω τον δρόμο του Θεού».

Σήμερα δουλεύω στο συνεργείο αυτό. Πήρα σύνταξη από τα καράβια. Το μεγάλο θαύμα που έζησα, δεν μπορεί να το συλλάβει ανθρώπινος νους. Από τότε εμπιστεύτηκα τη ζωή μου στον Θεό. Αγωνίζομαι κάθε μέρα να γίνω καλύτερος, να Τον πλησιάσω περισσότερο. Η δουλειά δεν έλειψε από τα χέρια μου.

Σήμερα όμως με συγκινεί ιδιαίτερα τούτος ο ιερός χώρος, όπου δουλεύω, η εκκλησία της κατασκήνωσης. Σκέφτομαι πόσες ευλογίες απολαμβάνουν τα παιδιά μέσα στον ιερό αυτό χώρο. Με τις Θείες Λειτουργίες και την κατάλληλη προετοιμασία, όπως έμαθα, αφού όλα τα παιδιά εξομολογηθούν πρώτα, παίρνουν τον Χριστό μέσα τους.

Αχ, να μπορούσα να ‘μουνα παιδί… Να ζήσω και γω την κατασκηνιώτικη ζωή! Μέσα σε τόσες ευλογίες…

Ο κυρ Μανόλης σώπασε και χαρούμενος ξαναπήρε την αξίνα του.

-Αρκετά χασομέρισα, είπε γελώντας. Καιρός για δουλειά. Τον κοίταζα συγκινημένη.

-Ευχαριστώ κυρ Μανόλη. Μου χαρίσατε κάτι πολύ μεγάλο. Μου τονώσατε την πίστη και την εμπιστοσύνη στον Θεό.

Γέλασε μ’ εκείνο το χαρούμεο παιδικό χαμόγελο. Απόμεινα να κοιτάζω τη θάλασσα, που απλώνονταν μπροστά μου, προσπαθώντας να συλλάβω την τραγική φουρτουνιασμένη μορφή τους…

Καθώς κατηφόριζα την πλαγιά αποχαιρετώντας τον κυρ Μανόλη, άκουγα την αξίνα του να δουλεύει. Μου φάνηκε σαν ν’ άκουγα τον ήχο μιας καμπάνας, που επαναλάμβανε: Ο Θεός είναι παντού, σ’ όλη τούτη την ομορφιά της Πλάσης. Είναι και μέσα σου… Αρκεί, εσύ, να μην Του κλείνεις την πόρτα.

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Η Ζωή του Παιδιού
Μηνιαίο Χριστιανικό περιοδικό
Έτος 70ο -1359-20 Νοεμβρίου 2015

Εικόνα από:cheriehillblog 

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley