Ἠλίας Τανταλίδης «Παίγνια»

Ἡ Κυριακή 

Μόλις ἔλαμπαν τὰ κάλλη τῆς αὐγῆς τερπνά,

τὰ παιδάκια ἡ μητέρα τρέχει καὶ ξυπνᾷ.

—Ἔ, παιδιά, καιρός, ξυπνᾶτε, εἶναι Κυριακή,

ἡ καμπάνα μᾶς φωνάζει, τὴν ἀκοῦτ’ ἐκεῖ;

— Τώρα ἀμέσως, μητερίτσα, λέγουν μὲ χαρὰ

καὶ πηδοῦν ἀπ’ τὸ κρεβάτι ὅλα ζωηρά.

Ἡ μητέρα μὲ δροσᾶτο τά ’πλυνε νερό,

τὰ μαλλάκια των μὲ κτένι ’χώρισε ἀργυρό.

Τ’ ἄλλαξε σιδερωμένα ροῦχα γιορτερά,

κι ἔλαμπαν σὰν ἀγγελούδια κι ἦσαν μιὰ χαρά.

Τώρα νά, στὸ πεζοδρόμι, τὰ παιδιὰ κι αὐτὴ

τὸ μικρό της ἀπ’ τὸ χέρι τρυφερὰ κρατεῖ.

Φρόνιμα στὴν ἐκκλησία στέκουν τὰ παιδιὰ

καὶ τὴ λειτουργία ἀκοῦνε μ’ ἀνοικτὴ καρδιά.

Φῶς καὶ μέσα, φῶς κι ἀπ’ ἔξω. Πάλι νά, μαζὶ

στὸ σπιτάκι ἡ συνοδεία ἔρχεται πεζή.

Σ’ ὅλη ’χύθηκε τὴ στράτα μόσκος θαυμαστὸς

καὶ ἀόρατος μαζί των ἔρχεται ὁ Χριστός.

%ce%b7-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Γ΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
Β. ΠΕΤΡΟΥΝΙΑ – Φ. ΚΟΛΟΒΟΥ – Σ. ΣΠΕΡΑΝΤΣΑ – Α. ΜΕΤΑΛΛΙΝΟΥ
1955 

Εἰκόνα ἀπὸ: kolokola 

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

violet flower smiley