Ελπιδοφόρος

Ξεχώριζε στην τάξη μας για την ειλικρίνειά του και την ευγένειά του. Ήταν ελεύθερος άνθρωπος. Τον αγαπούσαμε όλοι. Τον έλεγαν Νίκο.

Πήγαινε στην Β’Λυκείου σε επαρχιακό σχολείο της Λακωνίας. Εκκλησιαζόταν τακτικά.

Μελετούσε μόνος του την Αγία Γραφή. Περισσότερες πνευματικές ευκαιρίες δεν είχε εκεί, Ούτε κατηχητικό να πηγαίνει ούτε χριστιανική ομάδα.

Όμως, τον Θεό ο Νίκος Τον ένθωθε δικό του. Τον γνώριζε και Τον αγαπούσε.

Τον πίστευε βαθιά. Τον ακτινοβολούσε στο βλέμμα του. Τον φανέρωνε με τη ζωή του.

Κάποια μέρα ήρθε ο κλονισμός. Κλονισμός στην πίστη του. Είχαν βγει με παρέα βόλτα με παιδιά του χωριού του από το σχολείο-δεν είχαν μαθήματα την άλλη μέρα- για ένα χυμό, έναν καφέ. Κι εκεί άναψε η συζήτηση.

Το θέμα; ο Θεός! Και οι ερωτήσεις στο Νίκο: Και πού Τον είδες; Και που Τον ξέρεις; Και ποιός Τον είδε; Και γιατί τόση αδικία στον κόσμο; Και γιατί αδιαφορεί ο Θεός σου, αφού λες ότι υπάρχει;

Και η Εκκλησία τι κάνει; Και ο Νίκος απαντούσε με λόγια απλά, όπως του τα υπαγόρευε η άδολη καρδιά του. Με επιχειρήματα από τη ζωή και την κοινωνία και την ιστορία. Τα λόγια του όμως έβρισκαν αντίσταση.

Πρώτη φορά ένιωθε μέσα του τέτοια αμηχανία. Από αδυναμία επιχειρημάτων ή από κλονισμό πίστεως; Ίσως κα τα δυο. Η συζήτηση συνεχίστηκε χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος πήραν όλοι το δρόμο τους. Ο καθένας το δικό του.

Ο Νίκος προτίμησε να πάρει το στενό σοκάκι πού’βγαζε στο χωματόδρομο πού’ φερνε στα χωράφια τους. Εκεί ήταν που φώναξε στον Θεό με φωνή που δεν την άκουσε κανείς.

Από τα βάθη της καθαρής του ψυχής κάλεσε τον Θεό σε βοήθεια: «Θεέ μου, Του είπε με όση δύναμη είχε, φανέρωσέ μου την ύπαρξή Σου. Δείξε μου την παρουσία Σου. Υπάρχεις;

Και περπατούσε. Και προχωρούσε. Και κοιτούσε τον ουρανό, τη φύση, τα σπαρτά, τα αγριολούλουδα, τους θάμνους, όλα πλημμυρισμένα από το πορφυρένιο φως του δειλινού. Κι το απαλό αγέρι τον ζωογονούσε και τον δρόσιζε.

Σε κάποια στιγμή απλώθηκε γύρω του απόλυτη γαλήνη. Σταμάτησε κάθε πνοή του ανέμου.

Και ο Νίκος απόμεινε εκστατικός να θαυμάζει. Τούτη η ανεξήγητη  γαλήνη κράτησε ελάχιστα. Τότε ήταν που ένιωσε δέος, ιερό ρίγος.

Στα λίγα δευτερόλεπτα της απόλυτης γαλήνης της φύσης ένιωσε τον Θεό στα βάθη της καρδιάς του. Μια απερίγραπτη ειρήνη τον πλημμύρισε.

Και ενώ το αγέρι άρχισε πάλι να φυσά, ένα δάκρυ ευτυχίας και ευγνωμοσύνης κυλούσε αβίαστα στο άδολο πρόσωπό του και έλεγε:

«Θεέ μου, σε ευχαριστώ. Πρώτη φορά στη ζωή μου έζησα ένα τέτοιο δυνατό δικό Σου άγγιγμα.

Λοιπόν, για μένα υπάρχεις και για πάντα θα υπάρχεις!»

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Προς τη Νίκη
Μηνιαίο Ορθόδοξο Χριστιανικό Περιοδικό
Έτος 56ο-τεύχος 799-Σεπτέμβριος 2016

Εικόνα από: goodfon.ru

violet flower smiley