Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα-προ­φη­τεῖ­ες (ἀφηγηματικὴ σύνθεση) μέρος γ’

του π. Δημητρίου Μπόκου

Ὁ ἅ­γιος ἄ­φη­σε γιὰ λί­γο τὸ βλέμ­μα του νὰ πλα­νη­θεῖ στὶς κο­ρυ­φὲς γύ­ρω του. Ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ νό­τια ἁ­πλώ­νον­ταν ἀ­τέ­λει­ω­τες βου­νο­κορ­φὲς τὰ Ἄ­γρα­φα. Συμπαγὴς καὶ χιονόλευκος ὄγκος τὰ Τζουμέρκα ἀπόμακρα, ὄρθωναν μεγαλόπρεπο τὸ ἀνάστημά τους στὸν βορειο-δυτικὸ ὁρίζοντα. Αὐ­θόρ­μη­τα σή­κω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὰ εὐ­λό­γη­σε.

–   Εὐ­λο­γη­μέ­να βου­νά! ἀ­να­φώ­νη­σε. Πό­σα γυ­ναι­κό­παι­δα θὰ σώ­σε­τε, πό­σες ψυ­χές, ὅ­ταν ἔλ­θουν τὰ δύ­σκο­λα χρό­νια! Κα­λό­τυ­χοι ἐ­σεῖς ποὺ βρε­θή­κα­τε ἐ­δῶ, πά­νω στὰ ψη­λὰ βου­νά, για­τὶ αὐ­τὰ θὰ σᾶς φυ­λά­ξουν ἀ­πὸ πολ­λὰ δει­νά. Θὰ ἀ­κοῦ­τε καὶ δὲν θὰ βλέ­πε­τε τὸν κίν­δυ­νο.

–   Θὰ λευ­τε­ρω­θοῦ­με πο­τέ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ; ρω­τοῦ­σαν μὲ λα­χτά­ρα οἱ σκλά­βοι.

–   Αὐ­τὸ μιὰ μέ­ρα θὰ γί­νει ρω­μαί­ι­κο καὶ κα­λό­τυ­χος ὅ­ποι­ος ζή­σει σὲ κεῖ­νο τὸ βα­σί­λει­ο.

–   Πό­τε θὰ γί­νει αὐ­τό, ἅ­γι­ε;

–   Τὸ πο­θού­με­νο θὰ γί­νει στὴν τρί­τη γε­νιά. Θὰ τὸ ἰ­δοῦν τὰ ἐγ­γό­νια σας. Τὰ βά­σα­να εἶ­ναι πολ­λὰ ἀ­κό­μη. Θυ­μη­θεῖ­τε τὰ λό­για μου. Τοῦ­το σᾶς λέ­γω καὶ σᾶς πα­ραγ­γέλ­λω: κἂν ὁ οὐ­ρα­νὸς νὰ κα­τέ­βει κά­τω, κἂν ἡ γῆ νὰ ἀ­νέ­βει ἐ­πά­νω, κἂν ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ χα­λά­σει, κα­θὼς μέλ­λει νὰ χα­λά­σει, σή­με­ρον, αὔ­ριον, νὰ μὴ σᾶς μέλ­λει τί ἔ­χει νὰ κά­μει ὁ Θε­ός. Τὸ κορ­μί σας ἂς τὸ κά­ψουν, ἂς τὸ τη­γα­νί­σουν, τὰ πράγ­μα­τά σας ἂς τὰ πά­ρουν. Μὴ σᾶς μέλ­λει. Δῶ­στε τα. Δὲν εἶ­ναι δι­κά σας. Ψυ­χὴ καὶ Χρι­στὸς σᾶς χρει­ά­ζον­ται. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ πέ­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σᾶς τὰ πά­ρει, ἐ­κτὸς καὶ τὰ δώ­σε­τε μὲ τὸ θέ­λη­μά σας. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο νὰ τὰ φυ­λά­γε­τε, νὰ μὴν τὰ χά­σε­τε.

Ἕ­ως ὅ­του κλεί­σει ἡ πλη­γὴ αὐ­τὴ τοῦ πλά­τα­νου, συ­νέ­χι­σε δεί­χνον­τας τὸ δέν­τρο ποὺ σκί­α­ζε τὴν πλα­τεί­α, τὸ χω­ριό σας θά ΄ναι σκλα­βω­μέ­νο καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­νο.

Ὅ­ταν πέ­σουν δυ­ὸ πα­σχα­λι­ὲς μα­ζί, θὰ ἔρ­θει τὸ πο­θού­με­νο.

Ὅ­ταν δεῖ­τε τὸ χι­λι­άρ­με­νο στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νε­ρά, τό­τε θὰ λυ­θεῖ τὸ ζή­τη­μα τῆς Πό­λης.

Οἱ ἀν­τί­χρι­στοι (=οἱ Τοῦρ­κοι) θὰ φύ­γουν, ἀλ­λὰ θά ‘ρθουν πά­λι καὶ θὰ φθά­σουν ὣς τὰ Ἑ­ξα­μί­λια. Ἔ­πει­τα θὰ τοὺς κυ­νη­γή­σε­τε ἕ­ως τὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά. Ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους τὸ ἕ­να τρί­το θὰ σκο­τω­θεῖ, τὸ ἄλ­λο τρί­το θὰ βα­πτι­σθεῖ καὶ μο­νά­χα τὸ ἕ­να τρί­το θὰ πά­ει στὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά.

Θὰ ἔρ­θει και­ρὸς ποὺ οἱ Ρω­μιοὶ θὰ τρώ­γον­ται με­τα­ξύ τους. Ἐ­γὼ συ­στή­νω ὁ­μό­νοι­α καὶ ἀ­γά­πη.

Τὰ λό­για του φω­τι­σμέ­να, προ­φη­τι­κά, ἔ­ρι­χναν στά­λα-στά­λα τὴν ἐλ­πί­δα στὶς τυ­ρα­γνι­σμέ­νες ψυ­χὲς τῶν σκλά­βων. Θέ­ρι­ευ­αν τὴ λα­χτά­ρα τους, δυ­νά­μω­ναν τὴν ὑ­πο­μο­νή τους. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, φώ­να­ξε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ποὺ τὸν συ­νό­δευ­αν νὰ ση­κω­θοῦν. Σκορ­πί­στη­καν μέ­σα στὸ πλῆ­θος γιὰ νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν ὅ­σοι ἤ­θε­λαν. Τέ­λε­σαν Εὐ­χέ­λαι­ο καὶ πέ­ρα­σαν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοὶ νὰ χρι­σθοῦν. Βά­πτι­σαν ὅ­λα τὰ παι­διὰ ποὺ ἦ­ταν ἀ­βά­πτι­στα.

Ὁ ἥ­λιος ἔ­γερ­νε, ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα αὐ­τά. Ὁ ἅ­γιος ἦ­ταν κα­τά­κο­πος. Τὸν πῆ­ραν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ τὸν φι­λο­ξε­νή­σουν. Ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ ἔ­φε­ρε μιὰ κα­θα­ρὴ ἀλ­λα­ξιὰ τοῦ ἄν­τρα της καὶ ζή­τη­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­π’ τὸν ἅ­γιο νὰ τοῦ πλύ­νει τὸ που­κά­μι­σο. Τὸ ἔ­πλυ­νε εὐ­λα­βι­κὰ καὶ ὕ­στε­ρα ζή­τη­σε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γιὰ εὐ­λο­γί­α τοῦ σπι­τι­κοῦ της καὶ ὅ­λου τοῦ χω­ριοῦ. Γιὰ ἱ­ε­ρὸ κει­μή­λιο. Ὁ ἅ­γιος δὲν ἀρ­νή­θη­κε.

Πρω­ὶ-πρω­ὶ τοὺς ξύ­πνη­σε ἡ καμ­πά­να. Οἱ πλα­γι­ὲς καὶ τὰ φα­ράγ­για ἀν­τι­λά­λη­σαν. Χρό­νια εἴ­χα­νε ν’ ἀ­κού­σουν τὸ χαρμό­συ­νο, γλυ­κό της κε­λά­δη­μα. Εἶ­χαν κα­ταν­τή­σει ἀ­λι­βά­νι­στοι. Μιὰ με­λαγ­χο­λι­κὴ σι­γὴ σκέ­πα­ζε τὰ πάν­τα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς πα­πᾶ. Οἱ Χρι­στια­νοὶ νη­στε­μέ­νοι κι ἐ­ξο­μο­λο­γη­μέ­νοι λει­τουργή­θη­καν καὶ με­τά­λα­βαν. Τὰ νε­ο­φώ­τι­στα παι­διὰ κρα­τοῦ­σαν λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες. Ὁ ἅ­γιος εἶ­πε καὶ μοί­ρα­σαν σ’ ὅ­λους κε­ριά, ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ κου­βα­λοῦ­σε ἡ συ­νο­δεί­α του. Τ’ ἄ­να­ψαν ὅ­λα καὶ ἡ τα­πει­νή τους ἐκ­κλη­σιὰ ἀ­στρα­πο­βό­λη­σε. Πλημμυρισμένες ἀπὸ χαρὰ οἱ καρδιές τους, ἀλάφρωσαν λίγο ἀπ’ τὸ πλάκωμα τῆς σκλαβιᾶς. Τοὺς φά­νη­κε σὰν νά ‘χαν Λαμ­πρή.

Ἤ­θε­λαν νὰ τὸν κρα­τή­σουν ἀ­κό­μα, μὰ ὁ ἅ­γιος βι­α­ζό­ταν. Εἶ­χε νὰ πε­ρά­σει ἀ­μέ­τρη­τους τό­πους καὶ χω­ριά. Παν­τοῦ τὸν πε­ρί­με­ναν. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια τὸν ξε­προ­βό­δι­σαν. Ἔ­φε­ραν ἕ­να μου­λά­ρι γιὰ νὰ τὸν κα­τε­βά­σουν ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια μο­νο­πά­τια. Εἶ­παν στὸ παι­δὶ ποὺ τρα­βοῦ­σε τὸ σχοι­νί, ἂν συμ­βεῖ τί­πο­τε κά­τω στὶς κα­κο­το­πι­ές, νὰ τρέ­ξει ψη­λὰ στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ρά­χη καὶ νὰ φω­νά­ξει. Ὁ ἅ­γιος χα­μο­γέ­λα­σε.

–   Θά ‘ρθει και­ρός, τοὺς εἶ­πε, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι θὰ μι­λοῦν ἀ­πὸ ἕ­να μα­κρι­νὸ μέ­ρος σὲ ἄλ­λο, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ πλα­γι­νὰ δω­μά­τια. Δὲν θὰ τα­ξι­δεύ­ε­τε πιὰ μὲ τὰ ζῶ­α. Θὰ δεῖ­τε στὸν κάμ­πο ἁ­μά­ξι χω­ρὶς ἄ­λο­γα νὰ τρέ­χει γρη­γο­ρώ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν λα­γό. Θὰ βγοῦν πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὰ σχο­λεῖ­α, ποὺ ὁ νοῦς σας δὲν τὰ φαν­τά­ζε­ται. Ὅ­μως ἀ­π’ τοὺς δι­α­βα­σμέ­νους θὰ ‘ρθεῖ καὶ με­γά­λο κα­κό. Θὰ δεῖ­τε νὰ πε­τᾶ­νε ἄν­θρω­ποι στὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν μαυ­ρο­πού­λια καὶ νὰ ρί­χνουν φω­τιὰ στὸν κό­σμο.

Οἱ ἁ­πλο­ϊ­κοὶ ἄν­θρω­ποι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­λά­βουν τὰ προ­φη­τι­κά του λό­για, μὰ τὰ φύ­λα­ξαν εὐ­λα­βι­κὰ στὴν καρ­διά τους. Θὰ τὰ ζοῦ­σαν καὶ θὰ τὰ κα­τα­λά­βαι­ναν κα­λὰ οἱ κα­το­πι­νὲς γε­νι­ές.

Ὁ ἅ­γιος τοὺς εὐ­λό­γη­σε, χαι­ρέ­τη­σε καὶ ἔ­φυ­γε. Ὁ δρό­μος του ἦ­ταν μα­κρύς. Εἶ­χε νὰ ὀρ­γώ­σει ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη τὴν Ἑλ­λά­δα, γιὰ νὰ ξα­να­στυ­λώ­σει τὸ ἀ­φα­νι­σμέ­νο του γέ­νος. Γιὰ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ἔ­τρε­χε. Καὶ τὰ κα­τά­φε­ρε.

«Ἐ­κα­τά­στη­σε σχο­λεῖ­α παν­τα­χοῦ, τό­σον ἑλ­λη­νι­κὰ (γυ­μνά-σια-λύ­κεια), ὅ­σον καὶ κοι­νὰ (δη­μο­τι­κά), διὰ νὰ πη­γαί­νουν τὰ παι­δί­α καὶ νὰ μα­θαί­νουν δω­ρε­ὰν τὰ ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα. Ἐ­κα­τά­πει­σε τοὺς πλου­σί­ους καὶ ἠ­γό­ρα­σαν ὑ­πὲρ τὰς τέσ­σα­ρας χι­λιά­δας κο­λυμ­βή­θρας με­γά­λας χαλ­κω­μα­τέ­νιας, πρὸς δώ­δε­κα γρό­σια τὴν κα­θε­μί­αν, διὰ νὰ βα­πτί­ζων­ται κα­θὼς πρέ­πει τὰ παι­δί­α τῶν Χρι­στια­νῶν. Βι­βλί­α ἐ­μοί­ρα­ζε χά­ρι­σμα εἰς ἐ­κεί­νους ὅ­που ἤ­ξευ­ραν γράμ­μα­τα.

Κομ­βο­σχοί­νια καὶ σταυ­ρού­δια ἐ­μοί­ρα­ζεν (ὑ­πὲρ τὰς πεν­τα­κο­σί­ας χι­λιά­δας) εἰς τὸν κοι­νὸν λα­όν, διὰ νὰ συγ­χω­ροῦν τοὺς ἀ­γο­ρά­ζον­τας. Εἶ­χε τεσ­σα­ρά­κον­τα ἢ πεν­τή­κον­τα ἱ­ε­ρεῖς ὅ­που τὸν ἠ­κο­λού­θουν, καὶ ὅ­ταν ἔ­μελ­λε νὰ ὑ­πά­γῃ ἀ­πὸ μί­αν χώ­ραν εἰς ἄλ­λην, ἐ­πα­ράγ­γελ­λε εἰς τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν, νὰ νη­στεύ­σουν καὶ νὰ κά­μουν ἀ­γρυ­πνί­αν.

Μοι­ρά­ζον­τας εἰς ὅ­λους κη­ρί­α δω­ρε­άν, ἔ­βαλ­λε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς καὶ ἐ­δι­ά­βα­ζαν τὸ ἅ­γιον Εὐ­χέ­λαι­ον καὶ ἐ­χρί­ον­το ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί. Ἐ­πει­δὴ τὸν ἠ­κο­λού­θει λα­ὸς πο­λύς, δύ­ο καὶ τρεῖς χι­λιά­δες, ἐ­πρό­στα­ζεν ἀ­πὸ τὸ ἑ­σπέ­ρας καὶ ἑ­τοί­μα­ζαν σακ­κί­α πολ­λὰ ψω­μὶ καὶ κα­ζά­νι σι­τά­ρι βρα­σμέ­νον, καὶ οὕ­τως ἔ­παιρ­ναν ὅ­λοι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να καὶ ἐ­συγ­χώ­ρουν ζῶν­τας καὶ τε­θνε­ῶ­τας».

Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς πέ­θα­νε μαρ­τυ­ρι­κά, μὲ ἀ­παγ­χο­νι­σμό, στὶς 24 Αὐ­γού­στου 1779, ἡ­μέ­ρα Σάβ­βα­το, στὰ χώ­μα­τα τῆς Βο­ρεί­ου Ἠ­πεί­ρου. Ἡ φω­τι­σμέ­νη του μορ­φὴ ἔ­μει­νε βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ λα­οῦ μας. Ἔ­γι­νε δά­σκα­λος καὶ ὁ­δη­γὸς τοῦ γέ­νους μας. Ἂς κα­θο­δη­γεῖ καὶ ἐ­μᾶς στοὺς δύ­σκο­λους και­ρούς μας, νὰ εἴμα­στε ἄ­ξιοι τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ θέ­λη­σε νὰ μᾶς χα­ρί­σει.

Νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του!

(ΤΕΛΟΣ)

Το α’ και το β’ μέρος ΕΔΩ 

Εικόνα από: Ορθόδοξος Συναξαριστής

Κείμενα του πατρός Μπόκου ΕΔΩ

το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley