Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ζεῖ στόν ἄνθρωπο καί δρᾶ μέσα του καί γύρω ἀπ’ αὐτόν διά τῶν ὑπολοίπων θεϊκών ἀρετῶν καί τῶν Ἁγίων δυνάμεων.

Μέσα ἀπ’ αὐτές ἐμφανίζεται, πραγματώνεται, συγκεκριμενοποιεῖται· εἶναι τά ἔργα της, οἱ μαρτυρίες της, ἡ ἀληθινότητά της.

Ὡς πρός αὐτήν τήν θεανθρώπινη δραστηριότητά της καί ἀληθινότητά της ἐκείνη διακρίνεται ἀπό τίς ὑπόλοιπες ἐπονομαζόμενες ἀγάπες, ψευδοαγάπες: τίς ἀφηρημένες,τίς πρόσκαιρες, τίς φαντασμένες, τίς οὑμανιστικές, τίς ἀνθρωποειδεῖς.

Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀληθινή, ὅταν πράττει γιά τούς ἀδελφούς ὅλα τά εὐαγγελικά ἔργα: τήν δικαιοσύνη, τήν ἐλεημοσύνη, τήν προσευχή κ.λπ.

Αὐτά εἶναι τά χνάρια της, τά σημάδια τῆς ἰδιαιτερότητάς της, ἡ ζωή της.

Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Θεολόγος εὐαγγελίζεται: Τεκνία μου, μή ἀγαπῶμεν λόγῳ μηδέ τῇ γλώσσῃ, ἀλλ’ ἐν ἔργῳ καί ἀληθείᾳ.(Ἰωαν.Α΄, 3,18-19)

Ἡ Θεία Ἀλήθεια εἶναι ψυχή τῆς Θείας ἀγάπης· καί σ’ αὐτήν ὑπάρχουν ὅλες οἱ θεῖες τελειότητες. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού πράγματι παρηγορεῖ τήν ἀνθρώπινη καρδιά πού ἀγαπᾶ καί θυσιάζεται γιά τούς ἀδελφούς.

Ἐπειδή ὅλες αὐτές οἱ θεϊκές τελειότητες μέσα ἀπότίς θεϊκές δυνάμεις ἀναπτύσσουν,πλουτίζουν, ἀπεγκλωβίζουν τήν ἀνθρώπινη αἴσθηση τῆς προσωπικῆς ἀθανασίας καί τῆς αἰώνιας ζωῆς καθώς καί τήν αἴσθηση τῆς ἀθανασίας καίτῆς αἰώνιας ζωῆς τῶν ἀδελφῶν.

Ἐάν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεός ἐν ἡμῖν μένει καί ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστίν ἐν ἡμῖν (Ἰωαν.Α΄ 4, 12).

Ἡ ἀγάπη φέρει τόν Θεό μέσα στήν ψυχή, ὥστε πάντα ζεῖ ἐν Αὐτῷ καί μ’ αὐτόν τόν τρόπο βλέπει τόν Θεό, πού κατά τά ἄλλα εἶναι ἀόρατος.

Ὁ Θεός διά τῆς ἀγάπης ἔγινε ἄνθρωπος, ἐνσαρκώθηκε. Ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος διά τῆς ἀγάπης θεοῦται, θεοποιεῖται, γίνεται «θεός κατά χάριν».

Ὁ ἀόρατος Θεός διά τῆς ἀγάπης γίνεται ἁπτός, ὁρατός. Ἐπειδή ἡ θεϊκή ἀγάπη εἶναι σαρκοποιητική δύναμη, μεταφέρει καί ἐνσαρκώνει τόν ἀγαπῶντα μέσα στόν ἀγαπώμενο.

Οἱ ζωές τους ἑνώνονται σέ μία ζωή, οἱ ψυχές τους σέ μία ψυχή, οἱ καρδιές τους σέ μία καρδιά. Καί ἐκεῖνοι αἰσθάνονται τόν ἑαυτό τους ὡς ἕνα, ἄν καί παραμένουν δύο ξεχωριστά πρόσωπα. Αὐτό ἰσχύει γιά ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Μέ τήν ἀλληλοαγάπη ζοῦν ὁ ἕνας στόν ἄλλον, ὁ ἕνας σέ ὅλους καί ὅλοι σέ ἕναν κατά τόν ἴδιο τρόπο σκέπτονται, αἰσθάνονται καί πράττουν συλλογικά,«σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»(Ἐφ γ΄18).

Εἶναι ἐκεῖνο πού εἰπώθηκε στίς Πράξεις:«Τοῦ δέ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία… ἀλλ’ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά».

Βιώνοντας τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἐγκαθιστᾶ τόν Θεό στήν ψυχή του, ζεῖ μ’Αὐτόν,σκέπτεται μ’ Αὐτόν, αἰσθάνεται μ’ Αὐτόν, πράττει μ’ Αὐτόν μέ μία λέξη: «ὁ Θεός ἐν αὐτῷ μένει».

Ὡς ἐκ τούτου, ὁ Θεός γι’ αὐτόν εἶναι τό πιό ἄμεσο βίωμα, ἡ πιό ἄμεση πραγματικότητα, ἡ πιό ὀφθαλμοφανής δοκιμή, ἡ πιό ἔμπρακτη ἐμπειρία.Καί ὅταν ὁ Θεός μένειστόν ἄνθρωπο, τελειοποιεῖ καί τήν ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου.

Ἐπειδή ἐξ Αὐτοῦ βαθμιαῖα ξεχύνεται στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἡ θεϊκή ἀγάπη, αὐξάνεται σέ ὁλο καί πιό τέλεια ἀγάπη μέσῳ τῶν ὑπολοίπων ἁγίων ἀρετῶν, ἕως τελικά νά «ἀγαποποιήσει» ὅλο τό «εἶναι» του.

Κι ἐκεῖνο τότε δέν γνωρίζει ὅριο στήν ἀγάπη, ἐπειδή «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν», γι’ αὐτό ἡ θεϊκή ἀγάπη καί δέν ἔχει ὅρια.

Ἔξω ἀπό τήν ἀγάπη εἶναι ὁ θάνατος, ἡ νέκρωση, ἡ θνητότητα: «ὁ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν μένει ἐν τῷ θανάτῳ» (Ἰωαν.Α΄, 3.14).Γιατί;

Ἐπειδή μόνο ἡ ἀγάπη τσακίζει τήν φυλακή τοῦ ἐγωϊσμοῦ, βγάζει τήν ψυχή ἀπό τήν οἴηση, ἀπό τόν αὐτοαποκλεισμό, ἀπό τήν αὐτοαπομόνωση καί τήν φέρνει σέ φιλική σχέση μέ τόν ἀδελφό, ὡς ζωντανό ὄν, ὡς φορέα τῆς ζωῆς.

Ὁμή ἀγαπῶν μένει ἐν τῷ θανάτῳ, μέσα στά ἐγωϊστικά, κλειστά πρόσκαιρα αἰσθήματα, σκέψεις, διαθέσεις, πάντα κλειστός μέσα στόν ἑαυτό του, στήν φυλακή τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, τῆς φιλαυτίας του, λόγῳ τῶν ὁποίων καί σαπίζει ἡ ψυχή μέσα του, σαπίζουν οἱ σκέψεις, σαπίζουν τά αἰσθήματα καί πεθαίνουν, πεθαίνουν, πεθαίνουν.

Ἡ ψυχή πού μένει ἐν τῷ θανάτῳ ὄζει θάνατο καί ὅλες οἱ σκέψεις της, τά αἰσθήματα,οἱ ἐπιθυμίες καί οἱ διαθέσεις.

Ἀπό αὐτή τήν πανθανάτωση μόνο ἡθεϊκή ἀγάπη ἀνασταίνει τήν ψυχή καί τήν ὁδηγεῖ στήν ζωή τήν αἰώνια. Τότε ὅλη ἡ ψυχή εὐωδιάζει ἀθανασία.

Ἡ ἀγάπη, νικητής τοῦ θανάτου, ἡ ἀγάπη- σωτῆρας ἀπό τόν θάνατο.

Ἀγάπη, ποιό εἶναι τό ὄνομά σου, ἐάν ὄχι ὁ Χριστός; Ἐπειδή Αὐτός ὄντως εἶναι ὁ νικητής τοῦ θανάτου, μέ τήν ἀγάπη νικᾶ τόν θάνατο γιά τούς ἀνθρώπους.

Ἡ ἀγάπη ἀθανατοποιεῖ τό ἀνθρώπινο ὄν, ἐπειδή τό γεμίζει μέ θεϊκή ζωή. Εἶναι θεοποιητική, θεοδημιουργική δύναμη.

Θέλεις νά αἰσθανθεῖς ἀθάνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο; Ἀγάπα τούς ἀδελφούς, ἀγάπα τούς ἀνθρώπους ὡς ἀδελφούς.

Σ’ αὐτό ἔγκειται ἡ ἀληθινή χαρά τῆς ζωῆς, χαρά πού κανείς δέν μπορεῖ νά πάρει ἀπό τόν ἄνθρωπο, οὔτε σ’αὐτόν, οὔτε στόν ἄλλο κόσμο: καί τήν χαράν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν (Ἰωαν. ιστ΄, 22).

Ἁγ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς, Ἑρμηνεία ἐπιστολῶν Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου, ἐκδ. Ἐνπλῷ.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ-ΛΟΓΟΣ-ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010
Περιοδική ἔκδοση τοῦ Ἱ. Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Μοσχάτου

Εἰκόνα ἀπὸ:schooloftheatre

violet flower smiley