ΟΣΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ

Ο ῞Οσιος ὁ Εἰκονογράφος εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μυρίπνοα ἄνθη ποὺ ἄνθισαν στὴν περίφημη Λαύρα τῶν Σπηλαίων στὸ Κίεβο τῆς Ρωσίας.

῎Εζησε μὲ φιλοπονία, ἀρετὴ καὶ ἀκρίβεια τὴν μοναχική του ζωὴ καὶ διεκρίθη γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη του, τὴν ἀπροσπάθεια καὶ τὴν ὑπομονή, ἀξιώθηκε δὲ νὰ χειροτονηθῆ καὶ νὰ γίνη καὶ Πνευματικός.

Στὸν ψυχωφελῆ βίο του ἀναφέρονται διάφορα ἐκπληκτικὰ θαύματα ποὺ ἐπετέλεσε εὑρισκόμενος ἀκόμη στὴν ζωή, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δημοσιεύουμε ἕνα, τὸ ὁποῖο ἀφ᾿ ἑνὸς εἶναι ἐπίκαιρο, λόγῳ τῆς ῾Εορτῆς τῆς Παναγίας μας, ἀφ᾿ ἑτέρου ἀποδεικνύει πόσο εὐάρεστη στὸν Θεὸ εἶναι ἡ ἱερὰ τέχνη τῆς ῾Αγιογραφίας, ἀλλὰ καὶ τρίτον ἀποτελεῖ μία θεόθεν βεβαίωσι καὶ ἐπευλόγησι τῆς μεγάλης Θεομητωρικῆς ῾Εορτῆς τῆς Πανσέπτου Κοιμήσεως καὶ τῆς εἰς Οὐρανοὺς Μεταστάσεως τῆς ῾Υπερευλογημένης Θεοτόκου.

Κάποιος εὐσεβὴς Χριστιανὸς ἔδωσε στὸν ῞Οσιο παραγγελία νὰ ζωγραφίση τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Τὴν εἶχε τάξει στὴν Παναγία γιὰ τὴν Πανήγυρή της, στὶς 15 Αὐγού- στου, καὶ παρακάλεσε νὰ εἶναι ἕτοιμη ἐγκαίρως.

᾿Αλλὰ σὲ λίγες ἡμέρες ὁ θεοφιλὴς ᾿Αλύπιος ἀρρώστησε βαριά. ῾Η κοίμησή του πλησίαζε. ῎Ετσι ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐκπληρώση τὴν παραγγελία.

῾Ο Χριστιανὸς ἐκεῖνος ἔπεσε σὲ μεγάλη θλίψη. ῏Ηρθε στὸν ῞Αγιο, ποὺ βρισκόταν στὴν κλίνη σὲ κακὴ κατάσταση, καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ βρῆ μιὰ λύση, ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμη ἡ εἰκόνα στὴν ῾Εορτὴ τῆς Κοιμήσεως.

Μὴ θλίβεσαι, παιδί μου, ἀποκρίθηκε μὲ σβησμένη φωνὴ ὁ ῞Οσιος. ῎Εχε ἐμπιστοσύνη στὸ Θεὸ καὶ στὸ ἅγιο θέλημά Του. ῾Η εἰκόνα τῆς Κυρίας Θεοτόκου θὰ βρίσκεται στὴ θέση της τὴν ἡμέρα τῆς ῾Εορτῆς.

Παρηγορημένος ὁ Χριστιανὸς ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ῾Αγίου, ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του χαρούμενος.

῾Ωστόσο, ὅταν ἦρθε τὴν παραμονὴ τῆς ῾Εορτῆς γιὰ νὰ πάρη τὴν εἰκόνα, διαπίστωσε πὼς δὲν ἦταν ἕτοιμη, ἐνῶ ὁ μακάριος ᾿Αλύπιος εἶχε βαρύνει περισσότερο. Δυσαρεστημένος τότε ἔλεγε:

— Γιατί, παπα-᾿Αλύπιε, δὲν μὲ εἰδοποίησες γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας σου;

Θὰ ἔβρισκα ἄλλον ἁγιογράφο νὰ μοῦ φτιάξη τὴν εἰκόνα. ῎Εχω ὑποσχεθῆ νὰ τὴν πάω στὴν ἐκκλησία αὔριο.

Τί θὰ κάνω τώρα; Μὲ ντρόπιασες! Δὲν τὸ περίμενα αὐτὸ ἀπὸ σένα!

— Τέκνο μου, ἀποκρίθηκε μὲ πραότητα ὁ ῞Οσιος, μήπως ἀπὸ ραθυμία δὲν ἑτοίμασα τὴν εἰκόνα σου;

Νὰ ξέρης πὼς ὁ Κύριος μπορεῖ μόνο μ᾿ ἕνα Του λόγο νὰ ζωγραφίση τὴν εἰκόνα τῆς Μητέρας Του.

᾿Εγὼ βέβαια ἤδη ἀναχωρῶ ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὅπως μοῦ φανέρωσε ὁ Θεός.

᾿Εσένα ὅμως δὲν θὰ σ᾿ ἀφήσω λυπημένο.

Παρὰ τὴ διαβεβαίωση τοῦ ῾Αγίου ὅμως, ὁ Χριστιανὸς ἔφυγε συγχυσμένος.

᾿Αλλὰ νά! Σὲ λίγο μπῆκε μέσα στὸ κελλὶ ἕνας ὁλόλαμπρος, φωτεινὸς νέος. Στάθηκε μπροστὰ στὸ καβαλέτο κι ἄρχισε νὰ ζωγραφίζη τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως σιωπηλός.

῾Ο ῞Οσιος τὸν παρατήρησε προσεκτικά. Πρῶτα ἅπλωσε στὴν εἰκόνα τὸ χρυσό. ῎Επειτα ἔπιασε νὰ δουλεύη τὰ χρώματα μὲ ἀπίστευτη ταχύτητα. Σὲ τρεῖς ὧρες εἶχε κιόλας τελειώσει!

Στράφηκε τότε στὸν κατάκοιτο ῞Οσιο καὶ τοῦ εἶπε:

— Πάτερ! Τῆς λείπει τίποτα; ῎Εσφαλα σὲ κάτι;

— Πολὺ καλὴ τὴν ἔκανες, ῎Αγγελε τοῦ Θεοῦ, ἀπάντησε ἐκεῖνος. ῾Ο Θεὸς σὲ βοήθησε νὰ τὴν κάνης ὑπέροχη.

Μετὰ ἀπ᾿ αὐτό, ὁ θεόσταλτος «ζωγράφος» πῆρε στὰ χέρια του τὴν εἰκόνα κι ἔγινε ἄφαντος.

Στὸ μεταξύ ὁ Χριστιανὸς ποὺ τὴν εἶχε παραγγείλει δὲν μπόρεσε νὰ κλείση μάτι ὅλη τὴ νύχτα ἀπὸ τὴ μεγάλη του λύπη. Ξημέρωνε ἡ ῾Εορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. ῾Η πανήγυρη, ἀλλοίμονο, θὰ γινόταν χωρὶς τὴν εἰκόνα της!

ΟΣΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ1

Λαϊκὴ εἰκόνα τοῦ ῾Οσίου ᾿Αλυπίου, μὲ στιγμιότυπα ἀπὸ τὸν βίον του. Κάτω δεξιὰ τὸ θαῦμα μὲ τὴν Εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Τὸ πρωὶ σηκώθηκε μὲ βαρειὰ καρδιὰ καὶ κίνησε γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία. Δὲν εἶχε ξημερώσει ἀκόμη καλὰ-καλά. ῟Ηταν ὁ πρῶτος ποὺ ἔφτασε στὸ Ναό. Θὰ μποροῦσε ἀνενόχλητος νὰ κλάψη ἐκεῖ γιὰ τὸ σφάλμα του.

Μόλις ὅμως μπῆκε μέσα, τί νὰ δῆ! ῾Η εἰκόνα, πανέμορφη κι ἀστραφτερή, ἦταν τοποθετημένη στὸ προσκυνητάρι της!

— Κύριε ἐλέησον! φώναξε, κι ἔπεσε κάτω, πιστεύοντας ὅτι βλέπει ὅραμα. ῞Οσο περνοῦσε ἡ ὥρα ὅμως, ἄρχισε νὰ πείθεται ὅτι ἡ εἰκόνα ἦταν πραγματική.

«᾿Εν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ» θυμήθηκε τὴ διαβεβαίωση τοῦ ὁσίου ᾿Αλυπίου, ὅτι ἡ εἰκόνα θὰ εἶναι ἕτοιμη στὴν ῾Εορτὴ τῆς Παναγίας.

Γεμάτος δέος σηκώθηκε καὶ γύρισε στὸ σπίτι του γιὰ νὰ εἰδοποιήση τοὺς δικούς του. Κι ἔτρεξαν ὅλοι μὲ χαρά μεγάλη στὴν ᾿Εκκλησία, κρατώντας κεριὰ καὶ θυμιάματα.

᾿Αντίκρυσαν τὴν εἰκόνα νὰ λάμπη σὰν τὸν ἢλιο. Τόσο πολύ, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὴν κοιτάξουν κατὰ πρόσωπο. ῎Επεσαν στὴ γῆ καὶ τὴν προσκύνησαν τρέμοντας ἀπὸ συγκίνηση.

Μετὰ τὴν ῾Εορτή, ὁ εὐσεβὴς ἐκεῖνος Χριστιανὸς ἦρθε στὸν ῾Ηγούμενο τῆς Μονῆς τῶν Σπηλαίων καὶ τοῦ διηγήθηκε τὸ θαῦμα. Πῆγαν μαζὶ στὸν ἀξιομακάριστο ᾿Αλύπιο.

῾Ο ῾Ηγούμενος τὸν ρώτησε:

— Πάτερ ᾿Αλύπιε, πῶς καὶ ἀπὸ ποιόν ζωγραφίστηκε ἡ εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου;

᾿Εκεῖνος τότε τοὺς διηγήθηκε ὅλα ὅσα ἔγιναν.

— ῎Αγγελος Θεοῦ τὴν ἔφτιαξε, εἶπε. Αὐτὸς τὴν πῆγε καὶ στὴν ᾿Εκκλησία.

Καὶ νά! ῾Ο ἴδιος ῎Αγγελος στέκεται τώρα ἐδῶ, δίπλα μου, περιμένοντας ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ νὰ πάρη τὴν ψυχή μου.

Τὸν βλέπετε; Εὐλογητὸς ὁ Θεός!

Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ ῞Οσιος παρέδωκε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο. ῏Ηταν 17 Αὐγούστου.

Οἱ ἀδελφοὶ κήδεψαν μὲ τιμὲς τὸ τίμιο σῶμα του στὸ σπήλαιο τοῦ ὁσίου ᾿Αντωνίου, δίπλα στοὺς ἄλλους κεκοιμημένους Πατέρες.

῎Ετσι ὁ ἅγιος καὶ θαυματουργὸς εἰκονογράφος ᾿Αλύπιος, ποὺ στόλιζε τὶς ᾿Εκκλησίες μὲ τὶς εἰκόνες του, στόλισε τώρα ὁ ἴδιος τόσο τὴ γῆ ὅσο καὶ τὸν οὐρανό. Τὴ γῆ, μὲ τὸ σεπτό καὶ πάναγνο σῶμα του. Καὶ τὸν οὐρανό, μὲ τὴν ὁσία ψυχή του.

 Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

 

( Ἀντιγραφή ἀπὸ pdf τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς)

τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

violet flower smiley