Τό Δεκαπενταύγουστο, τό μικρό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ, ἔφτασε.

Τό δειλινό χτυποῦν γλυκόηχα οἱ καμπάνες σέ πολιτεῖες καί νησιά, σέ σκαρφαλωμένα στούς λόφους χωριά.

Φτάνουν σέ μεγαλόπρεπες ἐκκλησίες, σέ κατανυκτικά μοναστήρια, σέ ἐξωκκλήσια μάνες μέ παιδιά, γεροντάκια σκυμμένα στό μπαστούνι τους, νέοι καί νέες.

Ἀσκοῦν μιά παράξενη ἕλξη, σαγηνεύουν μ’ ἕναν ἀλλιώτικο τρόπο μικρούς καί μεγάλους οἱ Παρακλήσεις στήν Παναγία, πρίν ἀπό τή μεγάλη γιορτή της Κοίμησής της, 15 Αὐγούστου.

Ἴσως γιατί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, παιδιά, νέοι, ὥριμοι καί ἡλικιωμένοι κρύβουν στης ψυχής τους τά βάθη χαρές καί πόνους, ὄνειρα καί προσδοκίες, καί θέλουν νά τά ἀποθέσουν μέ ἐμπιστοσύνη στή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει τή δύναμη θαυματουργικά νά τούς ἀπαντήσει.

Σιγοψιθυρίζουν τά χείλη μαζί μέ τούς ψάλτες: «Ἱκετεύω, Παρθένε» «ἡ τόν Εὐεργέτην τεκοῦσα, τόν τῶν καλῶν αἴτιον, τής εὐεργεσίας τόν πλοῦτον πάσιν ἀνάβλυσον…».

Σέ παρακαλοῦμε, Παρθένε, ἐσύ πού γέννησες τόν Αἴτιον ὅλων τῶν καλῶν, χάρισε, σκόρπισε τά πλούτη σου σέ ὅλο τόν κόσμο.

«Ἔμπλησον, Ἁγνή, εὐφροσύνης τήν καρδίαν μου,…
τῆς εὐφροσύνης ἡ γεννήσασα τόν αἴτιον».

Ἐσύ, πού εἶσαι ἡ ἐλπίδα καί τό στήριγμα, γέμισε τήν καρδιά μου μέ χαρά. Κανένας πού προστρέχει σέ σένα δέ φεύγει ντροπιασμένος.

Εἶσαι ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου, ἡ γαλήνη τῶν ἀνθρώπων πού δοκιμάζονται, ἡ μόνη προστασία τῶν πιστῶν.

Πέρα ὅμως ἀπό τόν πλοῦτο τῶν ὕμνων στήν Παναγία μας, πού δονεῖ τήν ἀτμόσφαιρα τῶν Ἐκκλησιῶν στίς ἱερές Παρακλήσεις καί στήν πασίχαρη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς της, πολλοί θεοφώτιστοι ἄνδρες ἔγραψαν ὑμνητικούς  λόγους γιά τή μυροβλύτισσα Παρθένο.

Ἀλλά καί νεότεροι ποιητές μέ πίστη βαθιά χύνουν μέ εὐλάβεια τά αἰσθήματά τους σέ στίχους πρός τήν Παναγία μας.

«Στίς τρικυμίες της ψυχής, στοῦ λογισμοῦ τό σάλο,

σ’ Ἐσέ, Παρθένε μου γλυκιά,

στηρίζωτήν ἐλπίδα μου,

κι ἡ χάρη σου μοῦ δίνει θάρρος, χαρά, παρηγοριά…

Ἐσύ τήν ἄδεια μου καρδιά γεμίζεις καλωσύνη.

Τή φλόγα μέσα μου βαστάς της πίστης ἀναμμένη.

Ὦ Παναγιά μου, εὐλόγα με.

Νά Σέ λατρεύω , νά ’μαι ἁγνός

στή σκέψη καί στό σῶμα,

κι ὅλο τόν κόσμο ν’ ἀγαπῶ

καί τούς ἐχθρούς ἀκόμα…».


Κι ἄλλος ποιητής παρακαλεῖ τή Γοργοϋπήκοο, τή Γλυκοφιλοῦσα Παναγία:

«Τά χέρια ὅπου τό Θεό ἐκράτησαν, Παρθένε,

ἄς σμίξουν σέ παράκληση μπροστά Του

καί γιά μένα…».

«Πολλοί Σέ κράζουν «ἔλεος», «ἐλπίδα» ὁ θλιμμένος,

«Βασίλισσα της Ἐκκλησιας» Σέ κράζει ἡ καμπάνα.

«Ἐλεημοσύνη» ὁ φτωχός, «νερό» ὁ διψασμένος.

«Μά ἡ καρδιά μου, Δέσποινα, αὐτή Σέ κράζει «Μάννα»».

στην εορτή της παναγίας

Πόση γαλήνη καί χαρά θά γέμιζε ἡ ψυχή μας, ἄν τό φετεινό Δεκαπενταύγουστο ὁλόθερμα μιλοῦσαν οἱ ψυχές μας μέ ὕμνους καί προσευχές στή Μητέρα τοῦ Θεοῦ!

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Προς τη Νίκη
Μηνιαίο Ορθόδοξο Χριστιανικό Περιοδικό
Έτος 52ο –Τεύχος 750- Αύγουστος 2012

Εικόνα από:liveinternet.ru

violet flower smiley