Όλα μου τα καλοκαίρια σαν παιδί τα πέρασα στην Ξάνθη, εκεί η αγάπη ξεχείλιζε και την είχα τόσο ανάγκη.

Όμορφα χρόνια, έντονες αναμνήσεις χαραγμένες βαθιά, που όσο περνάει ο καιρός αντί να αχνοφαίνονται, στέκουν πεισματικά ολοζώντανες στη μνήμη μου… ευτυχώς, δόξα τω Θεώ μεγάλο το όνομά Του!

Είχα έναν ξάδελφο, έχω έναν ξάδελφο εκεί ψηλά στον ουρανό που σαν σήμερα γιόρταζε το όνομά του.

Ο Σωτήρης, ο δικός μου Σωτήρης!

Με το που έμπαινε ο Αύγουστος, η θεία μου ήταν στις φούριες της, γιόρταζε το μοναχοπαίδι της, το αγορούδι της, ο καλόκαρδος Σωτηράκης της με το πλατύ χαμόγελο και με τον καλό λόγο πάντα στα χείλη.

Ευλογημένο παιδί!

Από βραδύς έφερνε το σπίτι πάνω κάτω, και όταν τελείωνε τις δουλειές της κατάκοπη, άνοιγε το παλιό μπαούλο της μητέρας της και γιαγιάς μου, με τα προικιά της και εκτός από τις παλιές μυρωδιές λεβάντας και τις καλές θύμησες, έβγαζε από μέσα πολύτιμους χειροποίητους θησαυρούς, που τους φύλαγε σαν κόρη οφθαλμού μέσα σε αυτό το παλιοκαιρισμένο μπαούλο.

Οι παλιοί τσεβρέδες, τα φρεσκοκολλαρισμένα κοφτά ασπροκεντήματα και τα σεμέν,  στόλιζαν το φιλόξενο σπιτικό αυτή τη γιορτινή μέρα.

Τα γλυκά του κουταλιού έβραζαν στις κατσαρόλες. Τα φρούτα όλα φρεσκοκομμένα από το περιβόλι, εντολή της θείας «όλα να είναι στο ίδιο μέγεθος».

-Μα γιατί να είναι όλα ίδια; Τη ρώτησα μια μέρα.

-Για να μη κοιτάζει τα μικρότερα με μισό μάτι! μου απάντησε με νόημα και συνέχισε το ξάφρισμα του γλυκού της.

-Ναι αλλά θα κουραστούμε να ψάχνουμε! Πού να τα βρούμε; Κάνει και ζέστη, σκάει ο τζίτζικας… δυσανασχέτησα, αλλά η καλή μου θεία είχε την σωστή απάντηση.

-Κοτζάμ κοπέλα κουράζεσαι; Άντε, πήγαινε να ξαπλώσεις να ξεκουραστείς και εγώ θα δω τι θα κάνω…

Με έφερε στο φιλότιμο, σοφή γυναίκα, είχε τον τρόπο της.

Σταμάτησα αμέσως την γκρίνια άρπαξα τον Σωτήρη από το χέρι και τρέξαμε στο περιβόλι.

Μια χρονιά θυμάμαι, δύσκολη για μένα αρρώστησα τέλος Ιουλίου, ψηνόμουν για μέρες στον πυρετό και μετά με τσάκισαν τα δέκατα.

Η θεία μου ανήσυχη με φρόντισε με αγάπη και απεριόριστη τρυφερότητα.

Ο Σωτήρης δεν έφυγε λεπτό από δίπλα μου, είχε ζητήσει από την μητέρα του να του στρώσει καταγής, για να μου κρατάει συντροφιά.

Μου διάβαζε ώρες ολόκληρες, ακόμα και την ώρα που παραμιλούσα  λόγω του υψηλού πυρετού και μου δρόσιζε το μέτωπο, δεν σταμάτησε λεπτό να μου μιλά.

Οι δύσκολες μέρες πέρασαν, όπως και η γιορτή του Σωτήρη, που μέσα στην αγωνία της αρρώστιας μου δεν γιορτάστηκε.

Αυτό το κράτησα μέσα μου, με βάρυνε, κατηγορούσα τον εαυτό μου ξανά και ξανά… «χάλασα τη γιορτή του…δεν πήγαμε στην εκκλησία… δεν άκουσε χρόνια πολλά… δεν φάγαμε στο γιορτινό τραπέζι… δεν πήρε τα δώρα του… δεν…δεν…»,σκεφτόμουν και μαύριζα.

Τις επόμενες μέρες ήμουν αμίλητη, άκεφη και δεν τολμούσα να κοιτάξω τον Σωτήρη στα μάτια.  Ντρεπόμουν!

Ήταν Σάββατο βράδυ ο Σωτήρης δεν άντεξε και…

-Ξαδελφούλα δεν έχουμε πει ότι θα λέμε όλα; Πες μου τι έχεις; Τι έκανα;

Σηκώθηκα όρθια, χτύπησα το πόδι μου με δύναμη στο πάτωμα, παιδί πράμα!

-Εσύ τι έκανες;;; Εγώ σου χάλασα τη γιορτή σου!

Ο Σωτήρης πάγωσε.

-Τι να την κάνω την γιορτή μου και τα δώρα ξαδελφούλα;

Εσύ να έχεις πυρετό και να παραμιλάς κι εγώ να γιορτάζω;

Για τέτοιον μ’ έχεις;

Όταν έπαψες να μου μιλάς, ρώτησα τη μαμά μου αν θα πεθάνεις, και είδα τα μάτια της βουρκωμένα, και το βράδυ είπα στον καλό Χριστούλη:

«ένα πράγμα σου ζητώ για την γιορτή μου, ξέρεις Εσύ…»

Και έγινες καλά, αυτό το δώρο δεν το αλλάζω με τίποτα!!

Μέλια.

.

Εικόνα από: deviantart

Σχετικές αναρτήσεις ΕΔΩ

pink rose smiley